Αγγλική Εταιρεία της Ανατολής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αγγλική Εταιρεία της Ανατολής (κατά κυριολεξία, Εταιρεία του Λεβάντε Levant Company, ή Τουρκική Εταιρεία) δημιουργήθηκε από τη βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ με υποκινητές τους δύο Άγγλους εμπόρους, τον Σερ Έντουαρντ Όσμπορν (Sir Edward Osborne) και τον Ρίτσαρντ Στάπερ (Richard Staper) το 1581, με στόχο να εξασφαλίσουν το μονοπώλιο του εμπορίου στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι η περίοδος που η Οθωμανική Αυτοκρατορία ακμάζει, το κράτος εξαπλώνεται, οι πόλεμοι σταματούν, η κεντρική εξουσία είναι ισχυρή, το εμπόριο και η βιοτεχνία αναπτύσσονται και το νόμισμα είναι σταθερό. Οι κοινότητες των Άγγλων εμπόρων, οι οποίοι πολύ σύντομα έφτασαν στην Ανατολή δημιούργησαν εμπορικούς σταθμούς (ή εμπορικά κέντρα (factories) όπως τα ονόμαζαν) μέσα στα ήδη υπάρχοντα λιμάνια.

Η δομή της εταιρείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σπουδαιότερα εμπορικά κέντρα ήταν η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη στη Μικρά Ασία, και το Χαλέπι (Αleppo) της βόρειας Συρίας. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι έπρεπε να πετύχουν και να διατηρήσουν τους ευνοϊκότερους όρους των διομολογήσεων, υπογράφοντας συμφέρουσες εμπορικές συμφωνίες με τις τουρκικές αρχές (Υψηλή Πύλη). Γι' αυτό το σκοπό η εταιρεία παρείχε μεγάλα κονδύλια για την υποδομή πρεσβειών ή προξενείων σε όλη την Ανατολή, αλλά και πλούσια κονδύλια στους πρέσβεις, πρόξενους και εφημέριους της κάθε περιοχής, για να τα χρησιμοποιήσουν με όποιο τρόπο αυτοί ήθελαν, με ένα όμως αποτέλεσμα, τους καλύτερους εμπορικούς όρους προς το συμφέρον της εταιρείας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε αύξηση του αριθμού των διπλωματών και κληρικών που ταξίδευαν στην Εγγύς Ανατολή, αλλά και μια βάση για μελετητές αλλά και περίεργους ταξιδιώτες να κυνηγήσουν τα ενδιαφέροντά τους, μιας και μέχρι τότε οι σχέσεις Τουρκίας–Αγγλίας ήταν ανύπαρκτες τόσο σε εμπορικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο.

H λειτουργία της εταιρείας διήρκησε μέχρι το 1825, οπότε το εμπόριο ανέλαβε η αγγλική κυβέρνηση, αλλά η κορύφωση της δραστηριότητάς της σημειώθηκε στη διάρκεια της βασιλείας της Ελισάβετ Α΄, του Ιακώβου Α΄, και του Καρόλου Β΄. Σε όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από πολλές δυσκολίες, πολέμους, αντιξοότητες αλλά και ρήξεις με την αγγλική κυβέρνηση, η Εταιρεία της Ανατολής κατόρθωσε να ευημερήσει και να προσφέρει στην Αγγλία μέσω του εμπορίου μια ανεπτυγμένη οικονομία.

O Άγγλος έμπορος στην Τουρκία Φράνσις Λέβετ (Francis Levett, 1700-1764), κύριος εκπρόσωπος της Levant Company στην Κωνσταντινούπολη 1737-1750. Ο Λέβετ, με τουρκική αμφίεση, του Jean-Etienne Liotard, παρμένο από πίνακα ζωγραφικής στο Μουσείο του Λούβρου. Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων του Λονδίνου.

Το ίδιο αποτέλεσμα δεν είχαν και οι ίδιοι οι έμποροι, οι οποίοι στην πορεία ή έχασαν τις περιουσίες τους στην Ανατολή ή τις δώρισαν για φιλανθρωπικούς σκοπούς και διάφορες ιατρικές έρευνες, όταν η πανούκλα και ο τύφος κατέστρεφαν τον κόσμο. Χωρίς να κρατούν τίποτα για τον εαυτό τους, όλοι αυτοί που υπηρέτησαν την Εταιρεία της Ανατολής φεύγοντας αφήνουν στις άλλες εταιρείες την παρακαταθήκη τους, «Πηγαίνετε και κάνετε το ίδιο» δήλωσαν πριν παραδώσουν την εταιρεία στην τελευταία δικαστική τους διαμάχη με την αγγλική κυβέρνηση.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι σχέσεις μεταξύ Αγγλίας και Τουρκίας ήταν ανύπαρκτες τόσο σε διπλωματικό όσο και σε εμπορικό επίπεδο. Το εμπόριο μεταξύ Αγγλίας και Μεσογείου διεξαγόταν κυρίως από Βενετούς, Γενοβέζους, Φλωρεντινούς και Ούγγρους, που μετέφερναν μπαχαρικά, μετάξι, βαμβάκι, γυαλί και βενετσιάνικα προϊόντα. Τα εμπορεύματα από την απώτερη Ανατολή μεταφέρονταν μέσω της Κασπίας στη Μαύρη Θάλασσα, μέσω της Περσίας και του Χαλεπιού στις ακτές της Συρίας ή μέσω της Μαύρης Θάλασσας στην Αλεξάνδρεια. Όλοι αυτοί οι δρόμοι ενώνονταν στη Βενετία και από τη Βενετία διανέμονταν στην Ευρώπη.

Τον 16ο αιώνα τα ταξίδια αυτά περιορίστηκαν, διότι η Βενετία υποκινούσε τους χριστιανούς στη Βαλκανική Χερσόνησο να εξεγερθούν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά πάντα με αποτυχία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία απλωνόταν συνεχώς σε Αίγυπτο και Συρία και έθετε υπό τον έλεγχό της πολλούς δρόμους σε ξηρά και θάλασσα, δρόμους τους οποίους προστάτευε συγχρόνως γιατί κέρδιζε πολλά από τους φόρους που πλήρωναν οι έμποροι. Η ανακάλυψη από τους Πορτογάλους της καινούργιας θαλάσσιας οδού από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας έδωσε τέλος στο εμπόριο της Βενετίας. Τα εμπορεύματα έφταναν πια από την Ινδία στην Ευρώπη φθηνότερα και ασφαλέστερα.

Για τριάντα όμως χρόνια το εμπόριο Αγγλίας–Ανατολής σταματάει. Οι πειρατές, η τουρκική αρπακτικότητα και το χρόνιο πρόβλημα των προστριβών μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων ήταν ισχυροί λόγοι για να αποτρέψουν οποιαδήποτε ανάπτυξη του εμπορίου. Η πτώση της Ρόδου το 1522 και της Κύπρου το 1570, καθώς και η επέκταση της ναυτικής δύναμης των Τούρκων, συνέβαλαν στην διακοπή των επαφών με την Αγγλία.

Η ιστορία της Εταιρείας της Ανατολής κατά τη βασιλεία της Ελισάβετ Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1575 δύο Άγγλοι έμποροι, ο Σερ Έντουαρντ Όσμπορν και ο Ρίτσαρντ Στάπερ, προσπάθησαν να ξαναρχίσουν το εμπόριο με σκοπό να ανοίξουν καινούργιες αγορές. Με δικά τους έξοδα έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη τον Γουίλλιαμ Χάρμπορν (William Harborne) μυστικά, για να μην προκαλέσει τους Ιταλούς εμπόρους. Αυτός κατόρθωσε να πάρει από τον σουλτάνο επιστολή προς την βασίλισσα Ελισάβετ με πολύ καλούς όρους: προσφερόταν το άνοιγμα των αγορών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στους Άγγλους, αλλά αυτό δινόταν με αντάλλαγμα την ελευθερία των Τούρκων εμπόρων στην Αγγλία, πράγμα που ενόχλησε τους Γάλλους, γι' αυτό και οι Γάλλοι πρεσβευτές προσπάθησαν να σταματήσουν τη συμφωνία.

Ελισάβετ Α΄, πορτρέτο του Νίκολας Χίλλιαρντ, 1585

Στις 20 Νοεμβρίου του 1580 όμως η Ελισάβετ έκανε τον Χάρμπορν πρέσβη στο αγγλικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη, παραχωρώντας του εξουσία να συσκέπτεται για όλα τα αγγλικά θέματα του εμπορίου στην Τουρκία και τη δυνατότητα να διορίζει ο ίδιος προξένους και να συντάσσει νόμους. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1581 με την δυνατή παρέμβαση των Όσμπορν και Στάπερ, η βασίλισσα Ελισάβετ Α΄ εξέδωσε δύο επιστολές με τις οποίες κατορθώνει να ξανακερδίσει το προνόμιο και τη δήλωση του μεγάλου βεζίρη ότι το λιμάνι είναι ανοιχτό για όλους όσους θέλουν ειρήνη, κι αυτό παρά τις αντιρρήσεις των Βενετών και των Γάλλων ότι η ανάμειξη της Αγγλίας θα σπάσει την γαλλο-τουρκική συμφωνία.

Ως πρέσβης ο Χάρμπορν προσέφερε τα πρώτα δώρα στον σουλτάνο. Η τακτική της χρηματοδότησης και των δώρων από τους πρεσβευτές ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να κερδηθεί και να διατηρηθεί η φιλία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Χάρμπορν κατόρθωσε να πάρει μειωμένους δασμούς βοηθώντας έτσι τους Άγγλους εμπόρους.

Η λειτουργία της Εταιρείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έκδοση του Χάρτη στις 11 Σεπτεμβρίου του 1581 δίνεται στην Εταιρεία της Ανατολής η άδεια να διεξάγει εμπόριο στην επικράτεια του Οθωμανού Σουλτάνου (του «Μεγάλου Τούρκου», όπως τον αποκαλούσαν οι Ευρωπαίοι) για επτά χρόνια. Η οθωμανική κυβέρνηση παραχωρεί ειδικά δικαιώματα και εύνοιες όπως η ελεύθερη μετακίνηση και διαμονή στο εσωτερικό της, μειωμένους δασμούς και μειωμένους φόρους επί των εισαγωγών-εξαγωγών, αλλά παρ' όλα αυτά το εμπόριο αποδείχθηκε ζημιογόνο. Η εταιρεία αποτελούνταν από 12 άτομα με κυβερνήτη τον Όσμπορν. Όφειλε να κάνει εξαγωγές κάθε χρόνο πληρώνοντας έξοδα τελωνείου προς και από την Αγγλία πεντακόσιες στερλίνες το χρόνο. Όφειλε επίσης να δίνει αναφορά του αριθμού των πλοίων που έπλεαν στις θάλασσες και πόσοι άνδρες δούλευαν σε αυτά. Ζητήθηκε όμως από την Τουρκία ως λύση η αύξηση των δρομολογίων και η υπόσχεση ότι η Αγγλία θα προμηθευόταν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία όλα τα προϊόντα όπως μπαχαρικά, μετάξι, βαμβάκι, κορινθιακή σταφίδα και σαπούνι.

Έτσι η καλύτερη οργάνωση και διάπλαση της Εταιρείας της Ανατολής για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της ήταν αναγκαία. Με πρέσβη τον Χάρμπορν η εταιρία ανοίγει εμπορικά κέντρα στα ήδη εμπορικά λιμάνια της Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και Χαλεπιού, όπου ήταν και το αρχηγείο της εταιρείας και διορίζει πρέσβεις, προξένους, γραμματείς, εφημέριους, γιατρούς και δραγουμάνους σε πολλά μέρη όπως Κάιρο, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αίγυπτο, Τρίπολη, Δαμασκό, Αλγερία, Τυνησία, Χίο, Πάτρα. Ξοδεύει κονδύλια για την καλή οργάνωση (συντηρώντας φρουρά από γενιτσάρους) και πληρώνει τεράστια ποσά για τα προξενεία αλλά και για το κλείσιμο των πιο συμφερουσών εμπορικών συμφωνιών. Το ίδιο χρόνο, το 1583, στέλνει καράβια από το Χαλέπι μέσω του Ευφράτη στην Ινδία με σκοπό να ανοίξουν το εμπόριο και να αποκτήσουν στενότερες επαφές.

Τον ίδιο καιρό άρχισε το εμπόριο στην Ισπανία και έτσι πολλοί Άγγλοι έμποροι ασχολήθηκαν με το ισπανικό εμπόριο. Ασχολούνταν κυρίως με την εισαγωγή της σταφίδας. Η φορολογία όμως που τους επιβαλλόταν ήταν πολύ βαριά μιας και η βασίλισσα Ελισάβετ μέσω του Χάρτη της Εταιρείας της Βενετίας, που ιδρύθηκε τον ίδιο χρόνο, 1581, είχε δώσει το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής σταφίδας στην Αγγλία στην εταιρεία αυτή (της Βενετίας).[1]

Η ενοποίηση των Εταιρειών της Ανατολής και της Βενετίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1588, και ενώ η Εταιρεία της Ανατολής έχει μετατραπεί σε ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο μονοπώλιο, ο Χάρτης της λήγει και δεν ανανεώνεται, ενώ το ίδιο συμβαίνει και με τον Χάρτη της Εταιρείας της Βενετίας το 1589. Οι έμποροι, μη μπορώντας να βαστάξουν πλέον τα προξενικά έξοδα, αποφασίζουν να ενωθούν σε μία εταιρεία και έτσι στις 7 Ιανουαρίου του 1592 υπογράφεται νέος Χάρτης διάρκειας 12 χρόνων με 53 εμπόρους υπό τον κυβερνήτη Όσμπορν και με το όνομα «Ο Κυβερνήτης και η Εταιρεία των Εμπόρων». Πέρα από τα 53 μέλη εισχώρησαν 20 νέοι έμποροι με είσοδο 130 στερλίνες. Η εταιρεία είχε το μονοπώλιο στις περιοχές όλης της Ανατολής ως και την ανατολική Ινδία που είχε πρόσφατα ανακαλυφθεί.

Τα προνόμια που κέρδισε η εταιρεία ήταν η πληρωμή των φόρων κάθε 6 μήνες, η ασφάλεια των αποθηκών φύλαξης του τελωνείου, η πληρωμή των τελωνειακών φόρων μόνο μία φορά. Έτσι, όταν η ζήτηση ενός φορτίου που έφθανε σε ένα λιμάνι ήταν μικρότερη από ό,τι υπολογιζόταν, το καράβι μπορούσε να φύγει για άλλο λιμάνι χωρίς επιπλέον φόρο. Τέσσερα από τα καράβια είχαν το δικαίωμα να πλέουν συνεχώς στις θάλασσες για να προστατεύουν τα εμπορικά πλοία, όχι όμως σε καιρό πολέμου. Όσοι ξένοι έμποροι έκαναν εμπόριο κορινθιακής σταφίδας και κρασιών της Κρήτης τιμωρούνταν από την εταιρεία.

Το εμπόριο σημειώνει μεγάλη ανάπτυξη και φέρνει πολλά κέρδη. Το βαρύ τέλος επί της σταφίδας δυσφήμιζε την εταιρεία, αλλά οι έμποροι είχαν το αποκλειστικό δικαίωμα μέσω του Χάρτη. Μπροστά στην κατακραυγή των αξιωματούχων του τελωνείου ότι οι άλλοι έμποροι πληρώνουν μεγάλα τέλη, ο Χάρτης αναθεωρείται. Mε τον κίνδυνο να χάσουν τα προνόμια τους, αλλά και τις περιούσιες που έχτισαν στην Τουρκία και την Ανατολή, οι έμποροι δέχονται αλλαγή του άρθρου. Στην πραγματικότητα και η ίδια η κυβέρνηση ήθελε τη συνέχεια του εμπορίου, γιατί τα έσοδα των τελών έφταναν στις 4000 λίρες το χρόνο, ποσό που θαγινόταν αμφίβολο αν το εμπόριο περνούσε σε άλλα χέρια. Η εταιρεία δεσμεύτηκε γιατην πληρωμή των 4000 λιρών το χρόνο στην βασίλισσα, η οποία ανανέωσε τον Χάρτη για δεκαπέντε χρόνια.

Η ιστορία της Εταιρείας της Ανατολής κατά τη βασιλεία του Ιακώβου Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιάκωβος Α΄ της Αγγλίας (1603-1609) προσωπογραφία του Νίκολας Χίλλιαρντ

Tα προνόμια οι έμποροι τα χάρηκαν μόνο για δύο χρόνια, οπότε τον θρόνο, μετά τον θάνατο της Ελισάβετ, ανέλαβε ο Ιάκωβος Α΄. Στις 14/12/1605 ο Ιάκωβος Α΄ επιβεβαιώνει και υπογράφει τον καινούργιο Χάρτη υπό την καινούργια εταιρεία «Τhe Governor and Company of Merchants of England trading into the Levant Sea» (O Kυβερνήτης και η Εταιρεία των Εμπόρων της Αγγλίας που εμπορεύονται στην Θάλασσα της Ανατολής) χωρίς μονοπώλιο, ανοιχτό σε όλους τους εμπόρους ακόμα και σε εκείνους που δεν είχαν τα προσόντα. Καινούργιες συμμετοχές γίνονταν μόνο την Ημέρα του Ευαγγελισμού. Τα έξοδα του πρέσβη αυξήθηκαν, ενώ δόθηκε αποζημίωση στα μέλη της εταιρείας που είχαν περιουσία στην Τουρκία, περιουσία που ανέλαβε η καινούργια εταιρεία.

Η εταιρεία απαρτιζόταν από τον Πρόεδρο, που ήταν ο Κυβερνήτης με 18 βοηθούς, έναν υποδιοικητή με έδρα το Λονδίνο και ένα τοπικό κυβερνήτη σε κάθε πόλη όπου υπήρχαν μέλη της εταιρείας. Στην περιοχή της Ανατολής δικαίωμα εμπορίου είχαν μόνο τα μέλη της εταιρείας, ενώ οποιαδήποτε παράβαση τιμωρούνταν με 20% επί των τιμών του εμπορεύματος. Μεγάλης σημασίας ήταν το εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων αλλά και όπλων.

Οι Άγγλοι έμποροι προειδοποίησαν τον βασιλιά για τον κίνδυνο που διατρέχει το επικερδές εμπόριο της σταφίδας από τους Βενετούς που τους ήθελαν έξω από αυτό και υπέβαλαν φόρο της σταφίδας τόσο στους Άγγλους εμπόρους όσο και στην ίδια την σταφίδα που ήταν το σύμβολο του Άγγλο-Ανατολικού εμπορίου. Ο βασιλιάς αδιαφόρησε και έτσι οι Βενετοί έκαναν την Βενετία το κέντρο εμπορίου της σταφίδας. Το αγγλικό εμπόριο δεν υπέφερε μόνο από τον συναγωνισμό των Βενετών αλλά και από την καινούργια εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών, που βγήκε στο προσκήνιο. Τα μπαχαρικά, το μετάξι και άλλα εμπορεύματα της Ανατολής, που έρχονταν από την Περσία στην Τουρκία και από εκεί στην Αγγλία, τώρα έρχονταν στην Αγγλία απευθείας από την Ινδία. Στις 8 Ιουλίου του 1607 ο Στάπερ, ο παλαιότερος των εμπόρων της Ανατολής, θέτει το θέμα της σταφίδας στη δικαιοσύνη, δηλώνοντας ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο για τη συνέχιση του εμπορίου είναι η συνεχής επιβολή φόρων της σταφίδας.

Ευημερία και αντιξοότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλες τις δυσκολίες, το εμπόριο της Ανατολής ήταν κερδοφόρο για 40 χρόνια. Mέχρι το 1626 η Εταιρεία της Ανατολής εξήγαγε εμπορεύματα στην Τουρκία ύψους 25.000 λιρών τον χρόνο και εισήγαγε αντίστοιχα με κύριο εμπόρευμα αυτό του υφάσματος. Οι έμποροι απολάμβαναν πολλά αγαθά. Έκαναν τεράστιες περιουσίες, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Οι έμποροι όμως αυτοί έκαναν και μεγάλες φιλανθρωπίες. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου το 1642 στην Αγγλία, περίοδο που το εμπόριο αποδιοργανώθηκε και η κυκλοφορία των πλοίων απαγορεύτηκε, οι Άγγλοι έμποροι έδιναν τα σπίτια τους για να καλυφθούν τα έξοδα του πολέμου. Τα αποτελέσματα του πολέμου αυτού ήταν καταστροφικά. Η φορολογία αυξήθηκε, η δε διακίνηση του υφάσματος μέσω του κεντρικού λιμανιού του Λονδίνου απαγορεύτηκε από τον βασιλιά. Το κεφάλαιο υπέφερε λόγω της μείωσης του εμπορίου αλλά και οι έμποροι υπέφεραν διότι τα ¾ των εξαγωγών τους ήταν το ύφασμα. Πολλοί έμποροι για να αποφύγουν το κίνδυνο της απραξίας βγήκαν στην σύνταξη.

Το 1649 Ολλανδοί κυριαρχούν στην Ανατολή. Μεταφέρουν φθηνά τουρκικά εμπορεύματα στην Αγγλία μέσω της Ολλανδίας και με το ξέσπασμα του Αγγλο-Ολλανδικού πολέμου το 1653 διώχνουν τους Άγγλους από την Ανατολή. Πιο επιβλαβή όμως από τους Ολλανδούς, Γάλλους και Ισπανούς ήταν η απειθαρχία και το κλέψιμο στα αγγλικά εμπορεία στην Ανατολή, λόγω της κατάστασης στην Αγγλία. Οι πρόξενοι δούλευαν πια μόνο για το δικό τους συμφέρον. Έτσι άρχισε το προσωπικό εμπόριο που κατέληξε μόνο σε χρέη. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Αγγλία, η μάχη με τους Ολλανδούς, Γάλλους και Ισπανούς και πάνω από όλα η εσωτερική διαμάχη σε όλο της το μεγαλείο μείωσαν την εταιρεία.[2]

Η ιστορία της Εταιρείας υπό τον Βασιλιά Κάρολο Β΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάρολος Β΄ με το ένδυμα του Τάγματος της Περικνημίδας, περ. 1675, όπως ζωγραφίστηκε από τον Σερ Πήτερ Λέλυ.

Η επόμενη ανανέωση ήρθε από τον Κάρολο Β΄ στις 2 Μαΐου του 1661. Ο βασιλιάς επιβεβαίωσε τον Χάρτη αλλά πρόσθεσε και τις εξής αλλαγές: ο αριθμός των μελών δεν ήταν περιορισμένος αλλά περίπου στους 300, ενώ το κύριο προσόν που απαιτείτο ήταν να ήταν μέλος οικογένειας που ασχολούνταν με την χονδρική αγορά ή να μαθήτευε στο κλάδο αυτό για 7 χρόνια. Ακόμη, δόθηκε στην εταιρεία το δικαίωμα να κάνει νόμους και να επιβάλλει διπλάσιους δασμούς σε μη μέλη. Οι διαφορές όσων ζουν ή κυκλοφορούν στις θαλάσσιες περιοχές της εταιρείας θα εκδικάζουν τα Αγγλικά Δικαστήρια και όχι η Ναυτική Δικαιοσύνη Η εταιρεία θα επιβάλλει όρκο στο οποίο οι έμποροι θα δηλώνουν όλο το εμπόρευμα που μεταφέρουν στα πλοία τους. Κανείς έμπορος δεν θα έχει το δικαίωμα να πολιτευτεί όπως γινόταν στο παρελθόν αλλά και ούτε να βοηθήσει σε προεκλογική εκστρατεία. Η εταιρεία απαρτιζόταν από 7 υπαλλήλους ο δε κυβερνήτης ήταν άτομο με ισχύ. Η εταιρεία είχε πρεσβευτές στις περιοχές όπου εμπορευόταν και κυρίως στις περιοχές Κωνσταντινούπολη, Χαλέπι και Σμύρνη και σκοπό τους ήταν η καλύτερη και ασφαλέστερη εμπορική συναλλαγή. Κάλυπταν τόσο πολιτικά όσο και εμπορικά θέματα.

Η παρακμή της εταιρείας, η μικρή ανάκαμψη και το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1718 και έπειτα από συνεχείς επιτυχίες στον εμπορικό κλάδο της Ανατολής η εταιρεία κατηγορείται για τη μη εφαρμογή των όρων του Χάρτη. Το μόνο εμπόριο που συνεχίζεται είναι αυτό του αγγλικού υφάσματος. Οι Γάλλοι επανέρχονται πιο ανταγωνιστικοί και καλύπτουν όλες τις αγορές με φτηνά υφάσματα ελαφριά, μαλακά και ανοιχτόχρωμα ιδανικά για το κλίμα της Ανατολής.

Από το 1754 η εταιρεία σταματάει σταδιακά τον πρόξενο στο Κάιρο, τον πρόξενο της Αιγύπτου και κλείνει τα εμπορεία της σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη λόγω των υπέρογκων προξενικών χρεών. Η Τουρκία ανοίγει τον δρόμο του εμπορίου μέσω της Αιγύπτου και της Ερυθράς Θάλασσας προς την Ινδία, εμπόριο που ήταν κλειστό για όλους τους Χριστιανούς. Στην Κύπρο, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, οι πρέσβεις παραμένουν στις θέσεις τους σε Λάρνακα και Λεμεσό και το εμπόριο συνεχίζεται σε βαμβάκι, δέρμα και μετάξι. Το ίδιο συμβαίνει και με τους προξένους στα ελληνικά νησιά Μύκονο, Μήλο, Τήνο, Ίο και Μυτιλήνη, εκεί όπου διεξάγεται το εμπόριο της σταφίδας. Άλλωστε σε αυτές τις περιοχές, καθώς και στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1788, η Εταιρεία της Ανατολής γνώρισε την μεγαλύτερη της ανάπτυξη. Το ξέσπασμα του πολέμου της Γαλλικής Επανάστασης το 1793, η κατάληψη της Αιγύπτου με σκοπό την αναχαίτιση του αγγλικού εμπορίου και την πρόσβαση στην Ινδία και η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Ανατολή με σκοπό την προστασία των γαλλικών εμπορικών συμφερόντων και την υπονόμευση της βρετανικής πρόσβασης στις Ινδίες προκάλεσαν τα μεγαλύτερα εμπόδια στο εμπόριο. Ο αγγλικός εμπορικός στόλος αποσύρεται από την Μεσόγειο και οι έμποροι σταματούν τις δραστηριότητές τους, γεγονός που προκάλεσε πλήγμα στο εμπόριο με την Τουρκία.

Η Αγγλία στα 1801 γνωρίζει μικρή άνθιση στο εμπόριό της, αλλά για λίγο καιρό αναλαμβάνοντας ξανά ηγετική δύναμη και ελέγχει πλήρως το μονοπώλιο στην τουρκική αγορά, μιας και οι ανταγωνιστές της Ολλανδοί και Ιταλοί, που περιήλθαν στις κτήσεις του Ναπολέοντα, υπέφεραν, όπως και η Γαλλία. Η αγγλική βιομηχανία υφάσματος αναπτύχθηκε και πολύ γρήγορα η περιοχή Λανκασάιρ της Αγγλίας έγινε ο υφασματέμπορος όλης της ανθρωπότητας.

Οι εξαγωγές βαμβακιού αυξήθηκαν. Οι αποθήκες του Καΐρου και της Αφρικής γέμισαν με αγγλικά φθηνά βαμβακερά και φανταχτερά υφάσματα, γεγονός που ανάγκασε πολλά εμπορεία στην Αίγυπτο να κλείσουν. Για όσο καιρό διαρκούσε ο πόλεμος του Ναπολέοντα οι Άγγλοι έμποροι στην Ανατολή δεν είχαν ανταγωνισμό. Τα εμπορεία στην Τουρκία, Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη άρχισαν πάλι να λειτουργούν, με την εξαίρεση του Χαλεπιού. Κατά τους Ναπολεοντείους Πολέμους η Γαλλία βγήκε ολοκληρωτικά εκτός εμπορίου.

Το 1823 ο William Hunkisson, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, φέρνει καινούργιους προϋπολογισμούς και συναλλαγές στην εταιρεία. Καταργεί τα κονδύλια των πρεσβειών και των προξενείων, τα οποία πληρώνει από το δημόσιο ταμείο. Παίρνει τον έλεγχο και την συντήρηση των προξενικών οικοδομημάτων στην Τουρκία, ενώ το 1825 ο υπουργός εξωτερικών Τζωρτζ Κάννινγκ (George Canning), που αποκαλεί το αγγλικό εμπόριο άχρηστο και ζημιογόνο, ζητάει την παράδοση του Χάρτη. Η κυβέρνηση ανέλαβε τα χρέη στην Ανατολή, το εμπόριο με την Τουρκία σταμάτησε και τα μέλη της εταιρείας πήραν σύνταξη από το Δημόσιο ταμείο μπροστά στο τέλος μιας πανίσχυρης εταιρείας.

Η Εταιρεία της Ανατολής στα 244 χρόνια λειτουργίας της είχε μια σταθερή αν και διακριτική συμβολή στην εθνική ζωή της Αγγλίας. Ήταν ένας από τους παραπόταμους που τροφοδότησε το κύριο ρεύμα της αγγλικής οικονομικής ανάπτυξης. Μετέτρεψε την πρωτόγονη, στενή εμπορική κοινωνία της Αγγλίας της εποχης των Τυδώρ στη μεγαλύτερη εμπορική κοινότητα. Με τις προσπάθειες της εταιρείας το αγγλικό κεφάλαιο αναπτύχθηκε, η ναυτιλία προήχθη, το εμπόριο αυξήθηκε και οι τιμές των εμπορευμάτων της Ανατολής μειώθηκαν. Καταρτίστηκε και απασχόλησε επιστήμονες, συγγραφείς, και συλλέκτες και την ίδια στιγμή δίδαξε στους Τούρκους κάτι από την Αγγλία και την θέση της ανάμεσα στα έθνη της Ευρώπης.

Οριστική παύση της Εταιρείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εταιρεία της Ανατολής εξαφανίστηκε το 1825, αφήνοντας πίσω της μια μεγάλη κληρονομιά για την ευημερία του λαού που αντιπροσώπευσε για τόσο πολύ καιρό στους κατοίκους της ανατολικής Μεσογείου. Ανασκοπώντας τις δραστηριότητές της για μια τόσο μακρά περίοδο, βλέπουμε ότι εκτός του ότι οι έμποροί της υπηρετούσαν τον σκοπό του εμπορίου και έκαναν το εμπόριο της Αγγλίας σεβαστό στις ξένες χώρες, οι υπεύθυνοι και τα μέλη της σε μεγάλο βαθμό υπηρετούσαν εμφανώς και τη λογοτεχνία, τις επιστήμες και την ανθρωπότητα. Οι πρέσβεις, οι αυλικοί, οι πρόξενοι, οι γιατροί και οι έμποροι έχουν διακριθεί στις χώρες όπου διέμεναν. Ο κάθε ένας από τα μέλη πρόσφερε ότι πιο πολύτιμο είχε στα μουσεία πολλών χωρών. Ήταν οι παράγοντες για την εξαγορά των χριστιανών αιχμαλώτων από τα κράτη της Μπαρμπαριάς αλλά και οι ευεργέτες κάθε Ευρωπαίου. Πολλοί σώθηκαν με την παρέμβαση των γιατρών της εταιρείας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι μετά την φοβερή καταστροφή στο Χαλέπι, η εταιρεία έστειλε μεγάλα ποσά στο Λονδίνο για την ανακούφιση και υποστήριξη των επιζώντων. Και όταν η πανούκλα και ο τύφος κατέστρεφαν τον κόσμο, οι έμποροι της εταιρείας έδωσαν τεράστια ποσά για μελέτες, ιατρικές έρευνες, εργαστηριακές εξετάσεις, ενημέρωση του κόσμου, αλλά και για τη στήριξη νοσοκομείων που γέμισαν με γιατρούς, όπως π.χ. ο γιατρός Whyte που, στην προσπάθεια του να καταγράψει τα συμπτώματα της πανούκλας, μολύνθηκε, αλλά κατόρθωσε να ζήσει και να ενημερώσει την Ανατολή για τη θεραπεία της φοβερής αυτής ασθένειας.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Alfred C. Wood,A Historty of the Levant Company,Frank Cass, 1964
  2. M. Epstein,The Early Years of Levant Company, 1908

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Alfred C. Wood,A Historty of the Levant Company, Frank Cass, 1964.
  • M. Epstein,The Early Years of Levant Company, 1908.