Μετάβαση στο περιεχόμενο

Έρνεστ Γουντ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Έρνεστ Έγκερτον Γουντ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Ernest Egerton Wood (Αγγλικά)
Γέννηση18 Αυγούστου 1883
Μάντσεστερ, Αγγλία
Θάνατος17 Σεπτεμβρίου 1965 (82 ετών)
Χιούστον (ΗΠΑ)
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένο Βασίλειο
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας (έως 1927)
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά[1][2][3]
Σανσκριτική γλώσσα[2]
ΣπουδέςΙνστιτούτο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταθεοσοφιστής, σανσκριτολόγος, ινδολόγος

Ο Έρνεστ Έγκερτον Γουντ (18 Αυγούστου 188317 Σεπτεμβρίου 1965) ήταν γνωστός Άγγλος γιόγκι, θεοσοφιστής, σανσκριτολόγος και συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων των Concentration: An Approach to Meditation, Yoga και του The Pinnacle of Indian Thought (1967).

Νεαρή ηλικία και εκπαίδευση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννημένος στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, ο Γούντ έλαβε τη μόρφωσή του στο Ινστιτούτο Επιστήμης και Τεχνολογίας του Μάντσεστερ, όπου σπούδασε χημεία, φυσική και γεωλογία. Λόγω του ενδιαφέροντός του για τον βουδισμό και τη γιόγκα, ξεκίνησε να μελετά τη σανσκριτική στο τέλος της εφηβείας του. Το 1907, σε ηλικία 24 ετών, έγινε πρόεδρος του τοπικού θεοσοφικού παραρτήματος και στη συνέχεια αγκάλιασε τον ευρύτερο κόσμο με τη μετακόμισή του το 1908 στο Άντυαρ της Ινδίας, όπου βρίσκονταν τα παγκόσμια κεντρικά γραφεία της Θεοσοφικής Εταιρείας.

Ως νέος, ο Γουντ άρχισε να εκδηλώνει ενδιαφέρον για τη Θεοσοφία αφού παρακολούθησε διαλέξεις της θεοσοφίστριας Άννι Μπέσαντ, της οποίας η προσωπικότητα τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Προσχώρησε στη θεοσοφική στοά του Μάντσεστερ και το 1908 ακολούθησε την Μπέσαντ, η οποία είχε γίνει πρόεδρος της Θεοσοφικής Εταιρείας του Άντυαρ, στην Ινδία. Ο Γουντ έγινε ένας από τους βοηθούς της και συνεργάστηκε με την ίδια και τον Τσαρλς Γουέμπστερ Λεντμπίτερ, που είχε έλθει στο Άντυαρ το 1909.

Ο Γουντ παρακολούθησε την ανακάλυψη του νεαρού Τζίντου Κρισναμούρτι από τον Λεντμπίτερ, ο οποίος, σε σύντομο χρονικό διάστημα ανακήρυξε τον Κρισναμούρτι όχημα για τον "ερχόμενο Παγκόσμιο Δάσκαλο". Ο Γουντ περιγράφει αυτή την ανακάλυψη στην αυτοβιογραφία του Is this Theosophy? που δημοσιεύτηκε το 1936 και σε δύο άρθρα που γράφτηκαν μετά.[4][5]

Κατόπιν πρότασης της Μπέσαντ, ο Γουντ ασχολήθηκε με τον τομέα της εκπαίδευσης και, μετά το 1910, υπηρέτησε ως διευθυντής σε διάφορα σχολεία και κολέγια που ίδρυσε η Θεοσοφική Εταιρεία. Ο Γουντ διετέλεσε καθηγητής φυσικής, διευθυντής και πρόεδρος των κολεγίων κατάρτισης εκπαιδευτικών Sind National College και Madanapalle College των πανεπιστημίων της Βομβάης και του Μαντράς (Τσεννάι). Ο Γουντ προωθούσε τις θεοσοφικές ιδέες μέσω της διεξαγωγής διαλέξεων και της δημοσίευσης πολυάριθμων άρθρων, δοκιμίων και βιβλίων επί διαφόρων θεοσοφικών θεμάτων, μεταξύ των οποίων η επιτομή του Μυστικού Δόγματος της Έλενας Μπλαβάτσκυ. Έδωσε διαλέξεις σε όλη την Ινδία και ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ασίας, της Ευρώπης και της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, συναντώντας τον πνευματικό δάσκαλο Μεχέρ Μπάμπα στο πλοίο "Conte Rosso" τον Απρίλιο του 1932. [6] Συνέχισε να κατοικεί στην Ινδία έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, όπου μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Γουντ απογοητεύτηκε σχετικά με το μέλλον της Θεοσοφικής Εταιρείας και ξεκίνησε να μελετά τα κλασικά κείμενα της γιόγκα. Κατόπιν της υπόθεσης του Κρισναμούρτι, που προκάλεσε τη διάσπαση του σωματείου, ο Γουντ ξεκίνησε προεκλογική εκστρατεία για τη θέση του προέδρου μετά τον θάνατο της Άννι Μπέσαντ το 1933. Ηττήθηκε από τον Τζορτζ Αρουντέιλ, έναν από τους στενούς σύμμαχους του Τσαρλς Λεντμπίτερ, σε μια εκστρατεία που αργότερα ο Γουντ περιέγραψε ως άδικη και αμφιλεγόμενη. Απογοητευμένος από την κατεύθυνση που πήρε η Θεοσοφική Εταιρεία, αλλά έχοντας εντυπωσιαστεί από τον ώριμο πια και ανεξάρτητο Κρισναμούρτι, ο Γουντ στράφηκε στη γιόγκα.[7]

Στην Ινδία, ο Γουντ είχε συναντήσει πολλούς γιόγκι και Ινδουιστές γκουρού. Ως ασκούμενος γιόγκι, χορτοφάγος και πολέμιος του αλκοόλ, υιοθέτησε αυτόν τον τρόπο ζωής μετά την ανάγνωση του βιβλίου του σερ Έντουιν Άρνολντ Το φως της Ασίας, κατά την παιδική του ηλικία, και έτυχε θερμής αποδοχής από Ινδούς γιόγκι, πολλοί από τους οποίους έγιναν φίλοι και σύμβουλοί του. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών διαμονής του στο Άντυαρ, ο επικεφαλής του ινδικού μοναστηριού Shri Shringeri Shivaganga Samasthanam στην επαρχία Μαϊσόρ, Sri Jagat Guru Shankara Charya Swami, απένειμε στον Γουντ τον τίτλο "Shri Sattwikagraganya", ως αναγνώριση των προσπαθειών του για την εισαγωγή των Ινδών μαθητών στη σανσκριτική.[7]

Ο Γουντ δεν ήταν επίσημος μαθητής κάποιου Ινδού δασκάλου. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στη Νέα Υόρκη συνάντησε ξανά τον Κρισναμούρτι, ο οποίος εγκατέλειψε τη Θεοσοφική Εταιρεία για να γίνει ανεξάρτητος δάσκαλος, αποκηρύσσοντας τις τελετές και την ιεραρχία που θέσπισε η ηγεσία του σωματείου. Αυτή η συνάντηση επηρέασε βαθιά τον Γουντ με αποτέλεσμα να επιστρέψει στις κλασικές μελέτες της γιόγκα ως πηγή έμπνευσης.[7] Πέρασε τα υπόλοιπα χρόνια του γράφοντας για τη γιόγκα και κάνοντας σχετικές δημοσιεύσεις. Μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου υπηρέτησε για λίγο ως πρόεδρος και κοσμήτορας της Αμερικανικής Ακαδημίας Ασιατικών Σπουδών στο Σαν Φρανσίσκο, και αργότερα μετακόμισε στο Χιούστον του Τέξας, όπου εργάστηκε για το Πανεπιστήμιο του Χιούστον.

Λίγο μετά την άφιξή του στην Ινδία, ο Γουντ είχε ξεκινήσει να μεταφράζει κλασικά ινδικά κείμενα, όπως η Garuda Purana. Στο τέλος της δεκαετίας του 1920 ξεκίνησε μια διεξοδική μελέτη των κλασικών κειμένων της γιόγκα με τη βοήθεια πολλών λόγιων Ινδουιστών, με αποτέλεσμα την έκδοση πολυάριθμων μεταφράσεων γνωστών κειμένων της γιόγκα όπως η Μπαγκαβάτ Γκίτα, τα Γιόγκα Σούτρα του Πατάντζαλι, το Viveka Chudamani. Στον σχολιασμό του για τις εν λόγω μεταφράσεις, ο Γουντ προσπάθησε να καταστήσει τις φιλοσοφικές ιδέες που εκφράζονται σε αυτά τα κείμενα εφαρμόσιμες στη σύγχρονη ζωή. Στα γραπτά του περιέχονται πολλές αναφορές στις δικές του πρακτικές εμπειρίες σχετικά με αυτά τα θέματα. Μαζί με τις σύντομες πραγματείες του για τη γιόγκα, όπως ο τόμος της Γιόγκα (εκδόσεις Penguin, 1959/62) και τα προηγούμενα γραπτά του σχετικά με την αυτοσυγκέντρωση και την εξάσκηση της μνήμης, στα έργα του Γουντ περιέχεται μια πλήρης εισαγωγή στα κλασικά κείμενα της ράτζα γιόγκα, ή γιόγκα του νου, με φειδωλή χρήση σανσκριτικών εκφράσεων.

Κατά τη διάρκεια των ετών που έζησαν στην Ινδία, ο Έρνεστ Γουντ και η σύζυγός του Χίλντα είχαν εξοικειωθεί με το πρωτοποριακό εκπαιδευτικό έργο της Δρ. Μαρία Μοντεσσόρι. Το 1939 η Μαρία Μοντεσσόρι ήταν persona non grata στη φασιστική κυβέρνηση του Μουσολίνι επειδή αρνήθηκε να εκτελέσει τις διαταγές της. Η Θεοσοφική Εταιρεία την προσκάλεσε στο Άντυαρ της Ινδίας, πρόσκληση την οποία δέχθηκε και έζησε εκεί από το 1939 έως το 1948. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών ιδρύθηκαν πολλά μοντεσσοριανά σχολεία στην Ινδία. Η Χίλντα, ο Έρνεστ και η Μαρία Μοντεσσόρι διαδραμάτισαν καίριο ρόλο στη δημιουργία τους. Είναι λογικό να υποτεθεί ότι, εφόσον βρίσκονταν στην ίδια περιοχή και εργάζονταν για τους ίδιους στόχους για περίπου επτά έτη, θα πρέπει να υπήρξε σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ τους. [8]

Σε αυτή τη γαλήνια κατοικία στο Wirt Road της περιοχής Spring Branch του Χιούστον (Τέξας) έμειναν ο Έρνεστ και η Χίλντα Γουντ κατά τα τελευταία έτη της ζωής τους. Κατά τη δεκαετία του 1970 η κατοικία και τα δύο στρέμματα που την περιβάλλουν περιήλθαν στην ιδιοκτησία του School of the Woods (σχολείο των Γουντ), που ίδρυσαν το 1962. Το σχολείο λειτούργησε για περίπου δύο δεκαετίες για τη διδασκαλία παιδιών προσχολικής ηλικίας. Όπως φαίνεται στην εικόνα την 1η Απριλίου 2013, η κατοικία επαναχρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει το Γραφείο Ανάπτυξης του σχολείου. Αποτελεί ένα ζωντανό μνημείο της συνεισφοράς του Έρνεστ και της Χίλντα.

Ο Έρνεστ και η Χίλντα εγκαταστάθηκαν στο Χιούστον του Τέξας στο τέλος της δεκαετίας του 1950, όπου ανέλαβαν ενεργό δράση στη Unitarian Fellowship of Houston (αδελφότητα των Ουνιτάριων του Χιούστον) το 1959. Η Χίλντα επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη της βιβλιοθήκης της αδελφότητας και ξεκίνησε συζητήσεις σχετικά με την ίδρυση μοντεσοριανού σχολείου. Ο Έρνεστ καλούνταν συχνά να δώσει ομιλίες παρακίνησης. Το φθινόπωρο του 1962 πραγματοποιήθηκαν με επιτυχία τα εγκαίνια του μοντεσοριανού σχολείου με το σώμα των μαθητών να προέρχεται κυρίως από οικογένειες Ουνιτάριων. Η Χίλντα και ο Έρνεστ παρήγγειλαν όλο το υλικό για το σχολείο, καθώς και τα γραπτά της Μαρίας Μοντεσσόρι από την Αγγλία και την Ινδία —το 1962 δεν υπήρχε τίποτα σχετικό στις ΗΠΑ. Ο Έρνεστ Γουντ ήταν πρόεδρος του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου του σχολείου.

Το ζευγάρι εγκαταστάθηκε σε ένα μικρό σπίτι δίπλα στην ιδιοκτησία της αδελφότητας στο Wirt Road στην περιοχή Spring Branch του Χιούστον. Ανέλαβαν την επιμέλεια του σχολείου μέχρι τον θάνατό τους (Έρνεστ: 1965, Χίλντα: 1968). Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να ονομάσει το σχολείο "School of the Woods" από τους ιδρυτές του.[9]

Ο Γουντ πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1965, λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της αγγλικής μετάφρασης του έργου Viveka Chudamani του Shankara, το οποίο δημοσιεύθηκε με τίτλο The pinnacle of Indian thought.[10]

  • Γιόγκα: Εισαγωγή - ανάλυση, μτφ. Ανδρέας Τσάκαλης, Πύρινος Κόσμος, Αθήνα 1961
  • Επτά σχολές γιόγκα: η εσωτερική εκπαίδευση των Ινδών, μτφ. Νάνου-Τσάκαλη Αναστασία, Πύρινος Κόσμος, Αθήνα 1991
  • Οι επτά κοσμικές ακτίνες (ένα θεοσοφικό εγχειρίδιο), μτφ. Ιφιγένεια Κασταμονίτη, Θεοσοφικές Εκδόσεις, Αθήνα 2007


Περαιτέρω ανάγνωση

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]