Stenolophus teutonus

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Stenolophus teutonus
Stenolophus teutonus
Stenolophus teutonus
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Αρθρόποδα (Arthropoda)
Ομοταξία: Έντομα (Insecta)
Τάξη: Κολεόπτερα (Coleoptera)
Οικογένεια: Carabidae
Υποοικογένεια: Harpalinae
Γένος: Stenolophus
Είδος: teutonus
Διώνυμο
Stenolophus teutonus
(Schrank 1781)

Το Stenolophus teutonus είναι πολύχρωμο κολεόπτερο από την οικογένεια Carabidae. Το γένος Stenolophus εκπροσωπείται στην Ευρώπη με ένδεκα είδη.[1] Το Stenolophus στην σημερινή στενή έννοια είναι παλαιαρκτικό γένος, αλλά στο παρελθόν κατατασσόταν και είδη άλλων ζωογεογραφικών ζωνών στο γένος αυτό. Στην Ελλάδα εκτός από το Stenolophus teutonus αναφέρονται τα είδη:

  • Stenolophus discophorus[2]
  • Stenolophus mixtus[3]
  • Stenolophus persicus[4]
  • Stenolophus proximus[5] και
  • Stenolophus skrimshiranus[6]

Ετυμολογικές και ιστορικές παρατηρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος έχει καταγραφεί το 1781 υπό το όνομα Carabus teutonus από τον Schrank.[7] Ο Schrank δίνει το γερμανικό όνομα Deutscher Erdkäfer (Γερμανικός κάνθαρος του εδάφους) και αναφέρει ως τοποθεσία Λιντς στην Άνω Αυστρία.[8] Αυτό εξηγεί το όνομα του είδους teutonus, που αναφέρεται στο φύλο των Τευτόνων και χρησιμοποιείται για είδη εντόμων, που βρέθηκαν στο γερμανόφωνο χώρο.[9] Σε μεταγενέστερο βιβλίο (1798) ο Schrank αναφέρει πως το Carabus teutonus είναι συνώνυμο με το Carabus vaporariorum του περίφημου Fabricius, και αλλάζει το γερμανικό όνομα Deutscher Erdkäfer σε Treibhauslaufkäfer (κάνθαρος του θερμοκηπίου, θερμοκήπιο = λατινικά vaporarium = γερμανικά Treibhaus)[10] γιατί ο Fabricius είχε μεγάλο κύρος.

Στο κατάλογο του 1821 για την περίφημη συλλογή κολεοπτέρων του Γάλλου Dejean το τεράστιο γένος Carabus αποσπάστηκε σε πολλά γένη. Ο Dejean χρησιμοποιούσε τα ονόματα, που πρότειναν οι συνεργάτες του. Το κολεόπτερο ονομαζόταν μετά την πρόταση του Ziegler Stenolophus vaporariorum.[11] Στα ακόλουθα χρόνια ο Dejean δημοσίευσε τις καταγραφές στα ονόματα του κατάλογου. Εκεί αναφέρεται πως το όνομα Stenolophus αρχικά δόθηκε από το συλλέκτη εντόμων Megerle,[12] αλλά επίσημα το γένος Stenolophus δημιούργησε ο Dejean.[1].

Το όνομα Stenolophus προέρχεται από τις λέξεις στενός και λόφος και αναφέρεται στο γεγονός πως το πρόνωτο συστέλλεται προς τα πίσω.[13] Η αρχική καταγραφή του γένους περιέχει τη φράση «corselet en carré, dont les angles sont arrondis» (γαλλικά, πρόνωτο τετραγωνικό, με τις γωνίες στρογγυλευμένες).[12] Παραμένει ασαφές, εάν η έλλειψη των οπίσθιων γωνιών του προνώτου ενέπνευσε το όνομα του γένους.

Αργότερα ο ορισμός του γένους έγινε πιο αυστηρός, και το κολεόπτερο πήρε πάλι το παλαιότερο όνομα του Schrank και το Stenolophus teutonus καθορίστηκε ως τύπος του γένους.

Μορφολογικά χαρακτηριστικά του ακμαίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Stenolophus teutonus front.jpg Stenolophus teutonus under.jpg Stenolophus teutonus side.jpg
Εικ.1: Από μπροστά Εικ.2: κάτω πλευρά Εικ.3: πλευρική όψη
Stenolophus teutonus pronotum hind edge.jpg
Stenolophus teutonus labrum.jpg
Stenolophus teutonus hind tarsus.jpg
Εικ.4: οπίσθιο άκρη του προνώτου Εικ.5: άνω χείλος Εικ.6: τρία πρώτα μέρη του οπίσθιου ταρσού

Το έντομο αποκτά μήκος πέντε μέχρι επτά χιλιοστόμετρα. Με το μαύρο κεφάλι, το πρόνωτο στο χρώμα της ώχρας και τα έλυτρα του ίδιου χρώματος με μαύρες κηλίδες το έντομα μοιάζει πολύ με το κολεόπτερο Badister, υπάρχουν όμως σαφείς διαφορές.

Το κεφάλι έχει μαύρο γυαλιστερό χρώμα. Στο Stenolophus το άνω χείλος είναι περίπου τετραγωνικό (Εικ. 5), ενώ στο Badister στην μπροστινή ακμή του χείλους παρατηρείται μια βαθιά τομή. Οι χειλικές και γναθικές προσακτρίδες είναι στο χρώμα του κεχριμπαριού, η ρίζα των βασικών μερών σκούρα. Οι κεραίες είναι νηματοειδείς και συνίστανται από ένδεκα μέρη. Τα δυο πρώτα μέρη είναι φαλακρά και χρώματος σαν κεχριμπάρι, τα συνακόλουθα μέρη είναι πιο σκούρα και τριχωτά. Στο μέτωπο πάνω στους οφθαλμούς υπάρχει μόνο από μια δυνατή τρίχα, όχι δύο.

Ο προθώρακας (πρόνωτο και πρόστερνο) γυαλίζει σε χρώμα σαν κεχριμπάρι. Το πρόνωτο είναι μόνο λίγο πιο φαρδύ παρά μακρύ και στην οπίσθια ακμή όχι πολύ στενότερο παρά μπροστά. Έχει λεπτή κεντρική γραμμή και στις πλευρές της βάσεως από μια ρηχή κατάθλιψη με ασαφή στιγμάτωση. Οι πλευρικές άκρες είναι λυγισμένες προς τα πάνω, όχι όμως η άκρη της βάσεως (Εικ. 4). Αυτό παριστάνει σημαντική διαφορά στο είδος Stenolophus skrimshiranus. Και οι τέσσερις γωνιές είναι στρογγυλεμένες, ιδιαίτερα οι δυο οπίσθιες.

Τα έλυτρα έχουν το ίδιο χρώμα με το προθώρακα. Στο πίσω μέρος επεκτείνεται πάνω στα δύο έλυτρα μια μεγάλη μαύρη κηλίδα καμιά φορά με μπλε απόχρωση. Και η βάση των ελύτρων μπορεί να είναι πιο σκούρα. Το μήκος των ελύτρων είναι περίπου ενάμιση το πλάτος των δυο μαζί. Κάθε έλυτρο έχει κατά μήκος οκτώ παράλληλες γραμμές και μεταξύ την πρώτη και την δεύτερη γραμμή φαίνεται μία άλλη, κοντή γραμμή.

Η κοιλία είναι μαύρη. Τα πόδια είναι πάλι σε χρώμα σαν κεχριμπάρι, όλοι οι ταρσοί με πέντε μέρη. Χαρακτηριστικό για το γένος Stenolophus είναι μια πολύ λεπτή καρίνα στην έξω πλευρά του πρώτου μέρος του οπίσθιου ταρσού (βέλος στην εικ. 6), που παρατηρείται και στο δεύτερο και τρίτο μέρος του ταρσού αυτού.[14]

Προνύμφη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προνύμφη απεικονίζεται στην εικόνα 7. Το κεφάλι και το πρόνωτο είναι καστανά, οι πλάκες στην ράχη των ακόλουθων δακτυλιδιών του σώματος ανοικτό καστανό, τα υπόλοιπα μέρη του σώματος άσπρα μέχρι θαμπά κίτρινα. Περισσότερες λεπτομέρεις βρίσκονται στο Ganglbauer.[15]

Εικ. 7: προνύμφη [16]

Βιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος απαντά σε διάφορους τύπους βιότοπων. Αρκεί αυτοί να είναι αρκετά υγροί. Το συναντούμε σε βαλτούς ή στης ακτές τρεχούμενων νερών αλλά και σε λίμνες ή λιμνούλες κάθε είδους. Και κοντά σε αλμυρά νερά μπορεί να βρεθεί. Το έντομα διαχειμάζει ως ακμαίο, η αναπαραγωγή πραγματοποιείται την άνοιξη.

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Stenolophus teutonus είναι παλαιρακτικό είδος, που απαντάται από την Βόρεια Αφρική μέχρι την κεντρική Ασία. Λείπει όμως στης βόρειες περιοχές όπως την Φινλανδία, την Νορβηγία ή την Ιρλανδία. Στην Ελλάδα υπάρχουν αναφορές από την ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, τη Κρήτη, τις Κυκλάδες και την Κύπρο, αλλά το είδος λείπει στα Δωδεκάνησα.[7]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Heinz Freude, Karl Wilhelm Harde, Gustav Adolf Lohse: Die Käfer Mitteleuropas Band 2. Adephaga 1., Elsevier, Spektrum, Akad. Verl., München 1976, ISBN 3-87263-025-3. σελ. 165
  • Ekkehard Wachmann, Ralph Platen, Dieter Barndt: Laufkäfer – Beobachtung, Lebensweise 1. Auflage. Naturbuch-Verlag, Augsburg 1995, ISBN 3-89440-125-7. σελ. 196

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Fauna Europaea, ταξινόμηση και γεωγραφική εξάπλωση του γένους Stenolophus
  2. Fauna Europaea, ταξινόμηση και γεωγραφική εξάπλωση του είδους Stenolophus discophorus
  3. Fauna Europaea, ταξινόμηση και γεωγραφική εξάπλωση του είδους Stenolophus mixtus
  4. Fauna Europaea, ταξινόμηση και γεωγραφική εξάπλωση του είδους Stenolophus persicus
  5. Fauna Europaea, ταξινόμηση και γεωγραφική εξάπλωση του είδους Stenolophus proximus
  6. Fauna Europaea, ταξινόμηση και γεωγραφική εξάπλωση του είδους Stenolophus skrimshiranus
  7. 7,0 7,1 Fauna Europaea, ταξινόμηση και γεωγραφική εξάπλωση του είδους Stenolophus teutonus
  8. Francisci de Paula Schrank: Enumeratio insectorum Austriae Augsburg 1781 σελ. 214 αρχική περιγραφή σελ. 214, αρ. 404
  9. Sigmund Schenkling: Εξήγηση των επιστημονικών ονομάτων κολεοπτέρων (είδος), Γερμανικά
  10. Franz von Paula Schrank Fauna boica: durchgedachte Geschichte der in Baiern einheimischen und zahmen Thiere, , σ. 624, στα Google Books Band 1, σελ. 624 Nürnberg 1798
  11. Catalogue de la collection de coléoptères de M. Le Baron Dejean Paris 1821 το όνομα σελ. 15
  12. 12,0 12,1 Species général des coléoptères de la collection de M. Le Conte Déjéan tome quatrième, Paris, Bruxelles 1829 περιγραφή στην σελ. 405
  13. Sigmund Schenkling: Εξήγηση των επιστημονικών ονομάτων κολεοπτέρων (γένος), Γερμανικά
  14. W.F.Erichson: Naturgeschichte der Insecten Deutschlands, begonnen von W. F. Erichson 1.Abt. Coleoptera, 1. Band Berlin 1860 σελ. 613
  15. Ludwig Ganglbauer: Die Käfer von Mitteleuropa 1. Band, Wien 1892 σελ. 370, Γερμανικά
  16. Edmund Reitter: Fauna Germanica I. Bd Stuttgart 1908 πλάκα 26 σχ. 1a