Deutsche Grammophon

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Deutsche Grammophon
Deutsche Grammophon - Logo (1949).svg
Το σχέδιο του άνθους του λογοτύπου σχεδιάστηκε από τον Χανς Ντόμιτσλαφ το 1940 και η σημερινή μορφή του καθιερώθηκε το 1949.[1]
Κύρια εταιρείαUniversal Music Group
Ίδρυση6 Δεκεμβρίου 1898
ΙδρυτήςΕμίλ Μπερλίνερ, Τζόζεφ Μπερλίνερ
ΔιανομέαςDecca Records, Verve Records
ΕίδοςΚλασική μουσική
Χώρα προέλευσηςΓερμανία
Επίσημη ιστοσελίδαdeutschegrammophon.com

Η Deutsche Grammophon (Γερμανικά: [ˈdɔɪ̯tʃə ɡramoˈfoːn]) (συντομογραφία: DGG) είναι γερμανική δισκογραφική εταιρεία που διανέμει δίσκους κλασικής μουσικής και αποτελεί πρόδρομο της εταιρείας PolyGram, η οποία είχε ιδρυθεί και αυτή από τον Έμιλ Μπερλίνερ, ιδρυτή της Deutsche Grammophon. Έχει την έδρα της στο Βερολίνο και από το 1999 είναι θυγατρική της Universal Music Group, έπειτα από συγχώνευση άλλων θυγατρικών εταιρειών του ομίλου.[2]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτη δεκαετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εταιρεία συστάθηκε στο Αννόβερο στις 6 Δεκεμβρίου του 1898 από τον Αμερικανό - γεννημένο στο Αννόβερο - Εμίλ Μπερλίνερ και τον αδερφό του, Τζόζεφ, πρωτύτερα από τη δημοσίευση των πρώτων της δίσκων.[3] Μέχρι το 1900, όταν η Deutsche Grammophon Gesellschaft μετατράπηκε σε μετοχική εταιρεία με έδρα το Βερολίνο, o δίσκος του Μπερλίνερ επισκίασε ως πρότυπο στη μουσική βιομηχανία την τεχνική εγγραφής δίσκων μέσω φωνογραφικών κυλίνδρων του Τόμας Έντισον,[4] ενώ ο Φρεντ Γκάισμπεργκ, σε σχέση με άλλους παραγωγούς, άργησε να αποδεχτεί το νέο, αυτό, επαναστατικό μέσο.[5]

Ο Ενρίκο Καρούζο ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που ηχογραφήθηκε από την PolyGram και πραγματοποίησε την πρώτη του ηχογράφηση το 1902 στο Μιλάνο.[4][6] Μέχρι το 1907, το εργοστάσιο της στο Αννόβερο λειτουργούσε νυχθημερόν έχοντας σε πλήρη λειτουργεία 200 μηχανές πίεσης δίσκων, αποδεικνύοντας και για εκείνη τη χρονιά ότι οι δίσκοι ήταν διπλής όψεως.[3]

Δεύτερη δεκαετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη ορχηστρική ηχογράφηση κυκλοφόρησε το 1910, με τον δίσκο να περιέχει το Κοντσέρτο για πιάνο σε Λα ελάσσονα, Op. 16 του Έντβαρντ Γκρηγκ, μία εκτέλεση από τον Βίλχελμ Μπακχάους και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου υπό τη διεύθυνση του Λάντον Ρόναλντ.[7]

Έπειτα, το 1913, η εταιρεία άρχισε να προκαλεί αίσθηση με την πρώτη ολοκληρωμένη ηχογράφηση ενός ορχηστρικού έργου, το οποίο ήταν η 5η Συμφωνία σε Ντο ελάσσονα, Op. 67 του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, εκτέλεση της Φιλαρμονικής του Βερολίνου υπό τη διεύθυνση του Άρτουρ Νίκις.[8]

Τρίτη δεκαετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 1925, όταν εισήχθη στη βιομηχανία το ηλεκτροακουστικό σύστημα ηχογράφησης, η εταιρεία παρουσίασε και τις 9 συμφωνίες του Μπετόβεν με την Staatskapelle Berlin υπό τη διεύθυνση του Όσκαρ Φριντ και άλλους διευθυντές ορχήστρας.

Μέχρι τη στιγμή του θανάτου του Τζόζεφ Μπερλίνερ το 1928 και τον θάνατο του αδερφού του Εμίλ τον επόμενο χρόνο, η ετήσια παραγωγή της εταιρείας είχε φτάσει σχεδόν στα 10 εκατομμύρια δίσκους, με το εργοστάσιο στο Αννόβερο να απασχολεί 600 περίπου άτομα.

Τέταρτη δεκαετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παγκόσμια οικονομική "ύφεση" του 1932 προκάλεσε τη μείωση των πωλήσεων, με αποτέλεσμα να συγχωνευθεί η εταιρεία PolyGram με την Polyphon και να μεταφερθεί η έδρα της στο Αννόβερο.

Το 1937, μετά από χρόνια πτώσης της παραγωγής, η Deutsche Grammophon AG τέθηκε σε εκκαθάριση και στη θέση της ιδρύθηκε η Deutsche Grammophon GmbH, συγχρηματοδοτούμενη από την Deutsche Bank και την Telefunken Gesellschaft. Παρά τους αυξημένους περιορισμούς που έθεσε το Τρίτο Ράιχ, εξακολουθούσαν να γίνονται σημαντικές ηχογραφήσεις.

Πέμπτη δεκαετία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την έλλειψη πρώτων υλών, η Deutsche Grammophon σταμάτησε εκ νέου τη λειτουργεία της και το 1941 τη διοίκηση της ανέλαβε η Siemens & Halske. Στις 9 Μαΐου του 1942, η Γκεστάπο απαγόρευσε και επίσημα στην εταιρεία να παράγει δίσκους για εβραίους καλλιτέχνες και διατάζει την καταστροφή των δίσκων που συμμετείχαν.

Μέχρι τη λήξη του πολέμου, δημιουργήθηκε μία νέα μονάδα παραγωγής δίσκων στο Βερολίνο, ενώ τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και τα διοικητικά κτίρια στο Αννόβερο ξαναχτίζονται. Το 1946, η Deutsche Grammophon έγινε η πρώτη εταιρεία που έκανε όλες τις ηχογραφήσεις της χρησιμοποιώντας μαγνητική ταινία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «The History of DG Logos - Deutsche Grammophon». Google Arts & Culture. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2021. 
  2. «Deutsche Grammophon announce new President | International Arts Manager» (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2021. 
  3. 3,0 3,1 Welle (www.dw.com), Deutsche, Deutsche Grammophon: 120 years old but not treading softly | DW | 06.11.2018, https://www.dw.com/en/deutsche-grammophon-120-years-old-but-not-treading-softly/a-46173538, ανακτήθηκε στις 2021-02-13 
  4. 4,0 4,1 «Music recording - The development of musical recording». Encyclopedia Britannica (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2021. 
  5. «CARUSO, Enrico: Complete Recordings, Vol. 1 (1902-1903)». www.naxos.com. Ανακτήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2021. 
  6. «The invention of the modern music star in a hotel bedroom in Milan». Sound Of The Hound (στα Αγγλικά). 16 Ιανουαρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2021. 
  7. «Music recording - Birth of a mass medium». Encyclopedia Britannica (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2021. 
  8. Tschmuck, Peter (2012). Creativity and innovation in the music industry. Βιέννη: Springer. σελ. 42. ISBN 3642284299. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]