Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κιθάρα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αυτό το λήμμα αφορά στο σύγχρονο μουσικό όργανο. Για το ομώνυμο όργανο της αρχαιότητας, δείτε: Κιθάρα (αρχαιοελληνική μουσική).
Κλασική κιθάρα.

Η κιθάρα υπήρξε έγχορδο μουσικό όργανο της ελληνικής Αρχαιότητας, το οποίο ανήκε στην ευρύτερη οικογένεια της λύρας.

Στις μέρες μας η κιθάρα αναφέρεται σε σύγχρονο μουσικό όργανο, το οποίο αποτελεί εξέλιξη μιας ξεχωριστής οικογένειας εγχόρδων οργάνων, που περιλαμβάνει το λαούτο, ενώ απαντάται σε πλήθος πολιτισμών με διαφορετικές ονομασίες και κατασκευαστικά στοιχεία.

Στη σύγχρονη εκδοχή της, η κιθάρα αποτελείται συνήθως από έξι χορδές, ωστόσο συναντώνται και παραλλαγές με επτά, οκτώ, δέκα, δώδεκα και δεκαοκτώ. Η οικογένεια της κιθάρας περιλαμβάνει αρκετά όργανα που εμφανίζουν παραλλαγές ως προς τη μορφή τους ή τον τρόπο εκτέλεσης. Ανήκει στα σύνθετα χορδόφωνα. Από το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, αποτελεί ένα από τα πλέον δημοφιλή μουσικά όργανα, καθώς χρησιμοποιείται σε μια πληθώρα μουσικών ειδών, όπως η τζαζ, μπλουζ, ροκ, heavy metal, ποπ, λαϊκή, παραδοσιακή μουσική και ποπ ροκ, ενώ στη νεότερη ιστορία της χρησιμοποιείται σε ένα αυξανόμενο ρεπερτόριο κλασικής μουσικής.

Η ιστορία της κιθάρας ξεκινά τον 15ο αιώνα, με την πρώτη «σύγχρονου τύπου» κιθάρα να συναντάται στην Ισπανία. Οι πρώτες κιθάρες ήταν μικρού μεγέθους και αρχικά είχαν τέσσερα ζεύγη χορδών. Η ισπανική κιθάρα (ή Κλασσική κιθάρα) είναι καμπυλωτή στο σώμα και χρησιμοποιεί την κοιλότητα του σώματος για την ενίσχυση του ήχου. Αρχικά, χρησιμοποιούνταν χορδές από έντερα αγελάδας, αργότερα νεύρα διάφορων ζώων, οι οποίες αργότερα αντικαταστάθηκαν από νάιλον και ατσάλινες χορδές που χρησιμοποιούνται και σήμερα. Το 16ο αιώνα, οι κιθάρες έγιναν όργανα με πέντε ζεύγη χορδών.

Η εξάχορδη κιθάρα έκανε την εμφάνισή της στα μέσα του 18ου αιώνα και είχε έξι μονές χορδές αντί για ζεύγη χορδών, σε αντίθεση με τους προκάτοχούς της (τετράχορδα και πεντάχορδα μουσικά όργανα). Στην ιστορία της κιθάρας δεν υπάρχει ακριβής ημερομηνία εμφάνισης της κιθάρας, ωστόσο ήταν μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις. Το 1850-1892 ο κατασκευαστής κιθάρων Manual Torres ανέπτυξε το μουσικό όργανο στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, με μεγαλύτερο και πιο ηχηρό σώμα (ηχείο). Κατά το 19ο αιώνα η κιθάρα, όπως την συναντάμε σήμερα, αναπτύχθηκε και βελτιώθηκε στο σχήμα και στα μηχανικά κλειδιά.

Επίσης, εμφανίστηκαν και άλλες ποικιλίες όπως η δωδεκάχορδη κιθάρα, η χαβανέζικη κιθάρα και η ακουστική κιθάρα.

Η εξέλιξη της κιθάρας συνεχίζεται κατά τη δεκαετία του 1930 με την εμφάνιση της ηλεκτρικής κιθάρας, ένα είδος κιθάρας που χρησιμοποιεί τον ηλεκτρισμό για να παράγει ενισχυμένο ήχο. Η ιστορία αυτή αρχίζει με τον Λήο Φέντερ και τον ανταγωνιστή του, την εταιρεία Gibson. Στην πορεία αυτής της εξέλιξης δημιουργήθηκαν πολλοί υπότυποι κιθάρας, ο καθένας εκ των οποίων διαθέτει συγκεκριμένα τονικά, κατασκευαστικά και αισθητικά χαρακτηριστικά.

Η κιθάρα αποτελείται από δύο κύρια μέρη: το σώμα και το μπράτσο που αποτελούν άλλα μέρη.

  1. Κεφαλή
  2. Ζυγός
  3. Κλειδιά
  4. Τάστο
  5. Truss rod
  6. Ενδείξεις ταστιέρας
  7. Λαιμός
  8. Έμβολο ένωσης λαιμού-σκάφους
  9. Σκάφος
  10. Μαγνήτες
  11. Ρυθμιστές
  12. Γέφυρα
  13. Ρυθμιστές / ποτενσιόμετρα

Το σώμα ή σκάφος είναι το πλατύ μέρος της κιθάρας, κατά μήκος του οποίου εκτείνονται οι χορδές και περιλαμβάνει τη γέφυρα (ή αλλιώς καβαλάρη), το σημείο δηλαδή πάνω στο οποίο ακουμπάνε οι χορδές, μεταδίδοντας τις παλμικές δονήσεις στο εσωτερικό του οργάνου. Χρησιμεύει επίσης και σαν σημείο στήριξης του χεριού που χτυπάει τις χορδές. Στην κλασική και ακουστική κιθάρα είναι κοίλο και αποτελεί το αντηχείο του οργάνου, ενισχύοντας τον ήχο της κιθάρας με φυσικό τρόπο, ενώ το ξύλο, το σχέδιο και η ποιότητα κατασκευής του παίζουν μεγαλο ρόλο στον ήχο που θα βγάλει το όργανο. Στην ηλεκτρική κιθάρα είναι συνήθως συμπαγές, και χρησιμοποιείται για να στεγάσει τους μαγνήτες, τα ποτενσιόμετρα που ρυθμίζουν ένταση και τόνο, καθώς και τυχόν ηλεκτρονικά που μπορεί να υπάρχουν. Και εδώ όμως το υλικό και η ποιότητα κατασκευής παίζουν ρόλο, γιατί επηρεάζουν τον τρόπο που δονείται ολόκληρο το όργανο παράγοντας ήχους.

Σχηματική αναπαράσταση του μπράτσου μιας κιθάρας.

Το μπράτσο ή μανίκι της κιθάρας είναι το μακρόστενο μέρος της, και περιλαμβάνει την ταστιέρα, τον ζυγό και τα κλειδιά. Στις κλασικές κιθάρες είναι ενσωματωμένο στην υπόλοιπη κατασκευή, ενώ στους άλλους τύπους (κυρίως στις ηλεκτρικές) μπορεί να είναι και αποσπώμενο. Το μπράτσο χρησιμεύει για να μπορεί ο κιθαρίστας να μεταβάλλει τον ήχο που βγάζει το όργανο, πατώντας τις χορδές σε διαφορετικά τάστα. Ο ζυγός αποτελεί το απέναντι από τον καβαλάρη σημείο τεντώματος των χορδών, ενώ τα κλειδιά είναι τα σημεία όπου καταλήγουν οι χορδές και διαθέτουν κοχλία που επιτρέπει το μεγαλύτερο ή μικρότερο τέντωμά τους, για σωστό χόρδισμα.

Το πίσω μέρος του μπράτσου είναι καμπυλωτό, για να διευκολύνεται η λαβή και η στήριξη του χεριού που πατάει τις χορδές. Στις ηλεκτρικές κιθάρες, αυτή η καμπυλότητα είναι μικρότερη απ' ό,τι στις υπόλοιπες.

Το ξύλο από το οποίο είναι φτιαγμένο το μπράτσο είναι, όπως και το σώμα, καίριας σημασίας. Για την ταστιέρα επιλέγεται συνήθως ξύλο τριανταφυλλιάς που δίνει καλύτερη αίσθηση στο παίξιμο και αντέχει στις φθορές. Για το πίσω μέρος χρησιμοποιούνται ξύλα που διακρίνονται για την αντοχή τους, καθώς λόγω της τάσης των χορδών δεν είναι δύσκολο να παρουσιαστεί (καμπύλωση) στο μπράτσο, πράγμα που καταστρέφει τον ήχο μιας κιθάρας και δυσκολεύει το παίξιμο. Πολλές ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες έχουν μέσα στο μπράτσο ενσωματωμένη μια σιδερένια ράβδο, η καμπυλότητα της οποίας (και επομένως και του μπράτσου) μπορεί να ρυθμιστεί με κλειδί, επαναφέροντας τυχόν σκέβρωμα του μπράτσου.

Τρόπος λειτουργίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χορδές περνάνε πάνω από την ταστιέρα, όπου ο κιθαρίστας τις πιέζει σε διάφορα σημεία (τάστα) με τα δάκτυλα του ενός χεριού εκτός απ' τον αντίχειρα ώστε να αλλάζει το πώς πάλλονται. Το άλλο χέρι του κιθαρίστα κάνει τις χορδές να πάλλονται, είτε «τραβώντας» τες με τα νύχια των δακτύλων, εκτός του μικρού, είτε χτυπώντας τες με μια πένα. Τα ηχητικά κύματα που παράγονται σπάνια έχουν μεγάλη ένταση, οπότε είναι αναγκαία η ενίσχυσή τους, είτε με φυσικό τρόπο στην περίπτωση των ακουστικών, όπου χρησιμοποιείται ένα αντηχείο για σώμα στην κιθάρα, είτε με ηλεκτρονικό τρόπο στις ηλεκτρικές κιθάρες όπου χρησιμοποιείται ένας ενισχυτής. Ο ενισχυτής λαμβάνει το ηλεκτρικό σήμα που παράγεται καθώς οι χορδές πάλλονται πάνω από τους μαγνήτες της κιθάρας και το ενισχύει αναλογικά ή ψηφιακά.

Σχετική βιβλιογραφία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Bacon, Tony (1997). The Ultimate Guitar BookΑπαιτείται δωρεάν εγγραφή. Alfred A. Knopf. ISBN 0375700900. 
  • Bacon, Tony (2012). History of the American Guitar: 1833 to the Present Day. Backbeat. ISBN 1617130338. 
  • Denyer, Ralph (1992). The Guitar Handbook. Special contributors Isaac Guillory and Alastair M. Crawford. London and Sydney: Pan Books. ISBN 0679742751. 
  • Farmer, Henry George (1930). Historical Facts for the Arabian Musical Influence. Ayer. ISBN 040508496X. 
  • French, Richard Mark (2012). Technology of the Guitar. Robert Fripp (foreword). New York; Heidelberg: Springer Verlag. ISBN 1461419204. 
  • Gioia, Joe (2013). The Guitar and the New World: A Fugitive History. State University of New York Press. ISBN 1438446179. 
  • Kasha, Michael (August 1968). «A New Look at The History of the Classic Guitar». Guitar Review 30. 
  • Strong, James (1890). The Exhaustive Concordance of the Bible. Cincinnati: Jennings & Graham. 
  • Summerfield, Maurice J. (2003). The Classical Guitar: Its Evolution, Players and Personalities Since 1800 (5th έκδοση). Blaydon on Tyne: Ashley Mark. ISBN 1872639461. 
  • Wade, Graham (2001). A Concise History of the Classic GuitarΑπαιτείται δωρεάν εγγραφή. Mel Bay. ISBN 078664978X. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]