Χουνγκ Σιου-κουάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χουνγκ Σιου-κουάν
Hong Xiuquan.jpg
Γέννηση
Επαρχία Χουαντού
Θάνατος
Ναντσίνγκ
Υπηκοότητα Δυναστεία Τσινγκ και Ουράνιο βασίλειο των Ταϊπίνγκ
Ιδιότητα πολιτικός και δάσκαλος
Τέκνα Χουνγκ Τιεν-κουϊφού

Ο Χουνγκ Σιου-κουάν (1 Ιανουαρίου 1814 – 1 Ιουνίου 1864), ήταν ο ηγέτης και πνευματικός αρχηγός της εξέγερσης των Ταϊπίνγκ που συγκλόνισε την αυτοκρατορική Κίνα της μαντζουριανής προέλευσης δυναστείας των Τσινγκ, αποτελώντας τον αιματηρότερο εμφύλιο πόλεμο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Υπήρξε ιδρυτής του Ουράνιου Βασιλείου των επαναστατών, το οποίο στην ακμή του ήλεγχε μεγάλες εκτάσεις της νότιας κυρίως Κίνας.

Πρώτα χρόνια και εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χουνγκ Σιου-κουάν γεννήθηκε σε μια φτωχή, σκληρά εργαζόμενη οικογένεια στο χωριό Φουγιουανσουί στην κομητεία Χουά της επαρχίας Κουανγκτούνγκ, με πατέρα τον Χουνγκ Τσινγκ-γιανγκ και μητέρα τη μαντάμ Ουάνγκ. Η οικογένειά του ανήκε στους Χάκκα, μια μειονοτική φυλή της νότιας Κίνας με ιδιαίτερα έθιμα και γλώσσα, που τους διαχώριζαν από την πλειονότητα της κινεζικής κοινωνίας των Χαν. Ο Σιου-κουάν ήταν ο τέταρτος γιος της οικογένειας και είχε έφεση προς το διάβασμα. Μετά από σκληρές θυσίες των γονέων του, μορφώθηκε αρκετά και πέρασε ως πρώτος τις αρχικές τοπικές εξετάσεις που θα τού επέτρεπαν να πάρει μέρος στις επόμενες (επαρχιακές), οι οποίες θα καθόριζαν αν θα κατάφερνε να πάρει μια θέση στην κατώτερη αριστοκρατία των μορφωμένων και να τεθεί στην υπηρεσία του κινεζικού αυτοκρατορικού μηχανισμού. Αποτυγχάνοντας όμως δύο συνεχείς φορές, εγκατέλειψε ταπεινωμένος την οικία του πηγαίνοντας στην Καντόνα, όπου και εξακολούθησε τη μελέτη του και προετοιμασία για νέες εξετάσεις. Στην Καντόνα ήρθε σε επαφή με Προτεστάντες ιεραποστόλους και διάβασε κάποια εδάφια της Βίβλου μεταφρασμένα στα κινεζικά.

Η Κίνα την εποχή εκείνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κίνα της δυναστείας των Τσινγκ στα μέσα του 19ου αιώνα, υπέφερε από μια σειρά από φυσικές καταστροφές, οικονομικά προβλήματα, και ήττες από τις δυτικές αποικιοκρατικές δυνάμεις, συγκεκριμένα την ταπεινωτική ήττα από το Ηνωμένο Βασίλειο στον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου. Η κυβέρνηση των Τσινγκ, η οποία ήταν στελεχωμένη με μέλη της φυλής των Μαντσού, θεωρείτο από μεγάλο μέρος του κινεζικού -κυρίως Κινέζοι Χαν- πληθυσμού, ως ένα αναποτελεσματικό και διεφθαρμένο καθεστώς. Η αίσθηση αυτή κυριαρχούσε κυρίως στον Νότο, ανάμεσα στις εργαζόμενες ομάδες, τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις και τους μη προνομιούχους.

Νέες αποτυχίες και οράματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτυγχάνοντας στις τρίτες κατά σειρά εξετάσεις, ο Χουνγκ Σιου-κουάν βυθίστηκε σε νευρική κατάθλιψη, συνοδευόμενη από οπτασίες και παραληρήματα. Στα όνειρά του αυτά, έβλεπε τον εαυτό του συνομιλών με έναν μεγαλύτερο άντρα, με χρυσά μαλλιά και γένεια, και έναν μικρότερο, που τον αποκαλούσε Πρεσβύτερο Αδελφό. Στα όνειρά του, ο νεαρός αυτός άνδρας τού έδωσε ένα ξίφος και τον διέταξε να σφάζει δαίμονες. Στην αρχή, δεν φαινόταν να συνδέει τα οράματά του με τις χριστιανικές δοξασίες με τις οποίες είχε έρθει σε επαφή και πιθανόν είχαν επηρεάσει το υποσυνείδητό του, έτσι, αφού συνήλθε, άρχισε να εργάζεται ως δάσκαλος σε χωριό, προετοιμαζόμενος παράλληλα για συμμετοχή σε νέες εξετάσεις.

Το 1843 όμως, απέτυχε ξανά, για τέταρτη διαδοχική και τελευταία φορά. Η οριστική αποτυχία του και η έκπτωση του μεγάλου ονείρου του για καριέρα στην αυτοκρατορική διοίκηση τον βύθισε σε βαθιά μελαγχολία και κατάθλιψη, σε βαθμό να παραμείνει κατατονικός στο κρεβάτι του επί έναν μήνα. Τη μόνη στιγμή που έβγαινε από τη νάρκη του φώναζε Σκοτώστε τους δαίμονες. Αφού συνήλθε πάλι από την κατάθλιψη, μελέτησε ξανά τα χριστιανικά φυλλάδια που είχε απορρίψει παλαιότερα στην Καντόνα, και σε μία αιφνίδια αποκάλυψη, αποφάσισε ότι οι δύο άνδρες στα οράματά του ήταν ο Θεός και ο Ιησούς. Εφόσον αποκαλούσε δε τον Ιησού σε αυτά Πρεσβύτερο Αδελφό, ισχυρίστηκε ότι και ο ίδιος πρέπει να είναι γιος του Θεού. Σιγά σιγά άρχισε να πείθεται ότι είχε σταλεί στον κόσμο για κάποιο σκοπό, αρχίζοντας να κηρύττει τη δική του εκδοχή για το Χριστιανισμό και την απέχθεια για τον Κομφουκιανισμό που κυριαρχούσε στην κινεζική κοινωνία. Η διδασκαλία του όμως και οι γενικότερες ενέργειές του (καταστροφή των βωμών του Κομφούκιου), έστρεψαν την οργή των ντόπιων εναντίον του και τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το χωριό και να μεταβεί στην επαρχία Κουανγκσί, όπου παραδόξως οι αρχές τον άφησαν να συνεχίσει να διδάσκει σε σχολεία ως δημοδιδάσκαλος.

Η βάση της εξέγερσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1847 επέστρεψε στην Καντόνα όπου και μελέτησε καλύτερα τη Βίβλο κοντά σε έναν Βαπτιστή ιεραπόστολο από τις Νότιες Πολιτείες της Αμερικής, τον Άιζακερ Ρόμπερτς. Παρέμεινε στην Καντόνα για λίγο χρονικό διάστημα, μετά το οποίο μετέβηκε σε μια φτωχική περιοχή με την ονομασία Το Βουνό με τα Αγκάθια, στο ανατολικό τμήμα της επαρχίας Κουανγκσί, όπου συνέχισε τα κηρύγματά του.

Σιγά σιγά στην απομονωμένη αυτή περιοχή άρχισε να προσελκύει οπαδούς, πολλοί εκ των οποίων ήταν από τη φυλή Χάκκα, και άλλοι από τις ορεσίβιες φυλές Γιάο και Τσουάνγκ. Οπαδοί του έγιναν επίσης πολλά μέλη των οργανώσεων των Τριάδων. Οι Τριάδες είχαν πρωτοϊδρυθεί ως μυστικές εταιρείες στη νότια Κίνα για να πολεμήσουν τη δυναστεία των Τσινγκ, την οποία μισούσαν λόγω της ξενικής καταγωγής της, ελπίζοντας να επανεγκαταστήσουν μια μέρα στο θρόνο της Κίνας τη δοξασμένη κινεζική δυναστεία Μινγκ. Με τον καιρό, μην επιτυγχάνοντας στον αρχικό τους σκοπό, οι Τριάδες είχαν εκφυλιστεί σε εγκληματικές οργανώσεις που ασχολούνταν με τις ληστείες και την κοινή πειρατεία, διατηρώντας όμως το μίσος τους για τους Τσινγκ. Κάτω από την επιρροή των οργανώσεων αυτών, το δόγμα του Χουνγκ Σιου-κουάν άρχισε να συνδυάζει το Χριστιανισμό με μια ισχυρή θέληση να διαλύσει τη δυναστεία Τσινγκ. Για τον Χουνγκ Σιου-κουάν, η δυναστεία αυτή ήταν αντιπρόσωπος κακών δαιμόνων που αντιμάχονταν τον Θεό-Πατέρα, ο οποίος είχε στείλει αυτόν για να απαλλάξει την Κίνα από τους δαίμονες και να την επαναφέρει στο δρόμο της αρετής και ευημερίας.

Μέχρι το 1851, ο Χουνγκ Σιου-κουάν είχε συγκεντρώσει περισσότερους από 20.000 πιστούς, που έγιναν γνωστοί ως Ταϊπίνγκ (Λάτρεις του Θεού). Ο πιο χαρισματικός οπαδός του Χουνγκ ήταν ο αμόρφωτος πρώην λαθρέμπορος οπίου, και έμπορος ξυλείας και κάρβουνου, Γιανγκ Σιου-τσινγκ, που εξελίχθηκε στη στρατιωτική ιδιοφυΐα του κινήματος. Πολύ γρήγορα, η οργάνωση του Χουνγκ απέκτησε πολιτική και στρατιωτική δύναμη, όμως το κίνημα των Ταϊπίνγκ ήταν πολύ περισσότερα πράγματα, εξού και απέκτησε πληθώρα υποστηρικτών. Ειδικότερα, ενείχε πολλά στοιχεία πρωτοτυπίας όπως την κοινοκτημοσύνη, μια μορφή πρωτογονικού ασιατικού σοσιαλισμού, και σπέρματα αποκατάστασης της κοινωνικής αδικίας με τις ληστείες και την αναδιανομή του πλούτου. Η πολεμική κραυγή των Τριάδων: Ληστεύετε τους πλουσίους για να βοηθάτε τους φτωχούς, έγινε το επίσημο σύνθημα των Ταϊπίνγκ.

Την ίδια χρονιά, 1851, ο Χουνγκ βάφτισε το κίνημά του "Ταϊπίνγκ Τιενκουό" (Ουράνιο Βασίλειο της Μεγάλης Ειρήνης) και ονόμασε τον εαυτό του Βασιλέα του Ουρανού, θέλοντας να τονίσει την ανωτερότητά του από τον αυτοκράτορα των Τσινγκ που είχε την προσωνυμία Υιός του Ουρανού.

Επέκταση του κινήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αυτοκράτορας των Τσινγκ διέταξε τον διοικητή της επαρχίας Κουανγκσί, Τσεν Τσου-τσεν, να εξοντώσει τους στασιαστές. Ο Τσεν ήταν ηλικίας 67 ετών, πιστός Βουδιστής, με κρυφή συμπάθεια για τους Ταϊπίνγκ, τους οποίους δεν πείραζε, εκτός από τα μέλη των Τριάδων, τα οποία αποκεφάλιζε ως κοινούς ληστές. Εξοργισμένος όμως από την ήπια στάση του Τσεν, ο Αυτοκράτορας τον απέλυσε και ανέθεσε τη δουλειά στον αξιωματούχο Λιν Τσε-σου, τον οποίο είχε ανακαλέσει από την αποστρατεία, μετά την τιμωρία του για την αποτυχία του ως διοικητή της Καντόνας στον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου με τη Μεγάλη Βρετανία (1839-1842). Ο Λιν όμως, απεβίωσε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του προς την επαρχία Κουανγκσί, σε ηλικία 67 ετών.

Τον Ιανουάριο του 1851, 10.000 στασιαστές Ταϊπίνγκ, οπλισμένοι μόνο με δόρατα και αλαβάρδες (είδος μεσαιωνικού όπλου που είναι ταυτόχρονα τσεκούρι και κοντάρι), απέκρουσαν την επίθεση κυβερνητικών στρατευμάτων στο Βουνό με τα Αγκάθια. Μαζί με τους άνδρες στασιαστές πολεμούσαν και οι γυναίκες τους, δίδοντας μια πρώτη γεύση της δομής των μετέπειτα μαοϊκών στρατευμάτων.

Μέχρι το φθινόπωρο, οι δυνάμεις των Ταϊπίνγκ είχαν φτάσει το 1.000.000 εκπαιδευμένων στρατιωτών, με αποτέλεσμα να αποκρούσουν αρκετές επιθέσεις των αυτοκρατορικών στρατευμάτων στο Βουνό με τα Αγκάθια. Λόγω δε της εκτεταμένης χρήσης οπίου στον αυτοκρατορικό στρατό (90% των στρατιωτών), και της αποχής αντίθετα των στασιαστών από τη χρήση του, οι στρατιωτικές επιτυχίες των Ταϊπίνγκ ήταν σημαντικές. Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1825, οι δυνάμεις του Χουνγκ βάδισαν εναντίον του Γιουνγκάν, 95 χλμ. βορειοδυτικά της βάσης των Ταϊπίνγκ, όπου και πολιόρκησαν την πόλη, η οποία παραδόθηκε χωρίς μάχη. Μετά από πορεία 2.410 περίπου χλμ., οι στασιαστές έφτασαν στο Ουτσάνγκ, στις 12 Ιανουαρίου 1853. Εκεί, ανατίναξαν τις πύλες της πόλης και κατέσφαξαν όλους τους στρατιώτες Μαντσού (επίλεκτο σώμα των Τσινγκ, ίδιας εθνικότητας με τη δυναστεία). Επέβαλαν επίσης την ποινή του θανάτου στους διεφθαρμένους γραφειοκράτες και τους τοκογλύφους, γεγονός που κέρδισε προς όφελός τους την ευαρέσκεια των απλών χωρικών και γενικότερα των κατώτερων ταλαιπωρημένων τάξεων.

Άλωση της Ναντζίνγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσοχή των στασιαστών στράφηκε μετά στη σημαντική πόλη Ναντζίνγκ, την οποία υπεράσπιζαν 7.000 στρατιώτες Μαντσού και 6.000 τακτικός στρατός. Ο στρατός των Ταϊπίνγκ, 80.000 άνδρες και γυναίκες, άρχισε την πολιορκία της πόλης στις 28 Φεβρουαρίου 1853, καταφέρνοντας δύο εβδομάδες αργότερα να εισέλθει στην πόλη, ανατινάσσοντας μέρος των τειχών της. Θανατώθηκαν κι εκεί οι διεφθαρμένοι κυβερνητικοί υπάλληλοι, τοκογλύφοι, οι Μαντσού (πολίτες και στρατιώτες μαντζουριανής προέλευσης), καθώς και οι επιδεικτικά πλούσιοι, των οποίων προγράφηκαν επίσης οι γυναίκες και τα τέκνα τους. Κατά αγέλες κλείνονταν σε κτήρια, όπου οι στασιαστές έβαζαν φωτιά. Ειδικά η αναγνώριση των Μαντσού ήταν εύκολη, από τα χαρακτηριστικά πεπλατυσμένα κρανία τους, μια τελετουργική παραμόρφωση κατά την παιδική τους ηλικία. Στη Ναντζίνγκ εσφάγησαν συνολικά 26.000 άνθρωποι τα δεκατρία χρόνια που διήρκεσε η εξέγερση, και τα πτώματά τους ρίχθηκαν στον ποταμό Γιανγκτσέ. Ο Χουνγκ Σιου-κουάν εισήλθε στην πόλη στις 30 Μαρτίου 1853, ορίζοντάς την ως νέα του πρωτεύουσα. Εισήλθε πάνω σε φορείο, συνοδεία 36 έφιππων γυναικών εξαιρετικής ομορφιάς, γεγονός που αποτελούσε συγκλονιστικό θέαμα για την Κίνα όπου οι γυναίκες γενικώς τηρούσαν σεμνότερη συμπεριφορά.

Στη Ναντζίνγκ με τον πλούτο και την άνεση που τη χαρακτήριζε, ο Χουνγκ και οι στρατηγοί του είχαν μαλακώσει από την τρυφηλή πλέον ζωή που διήγαν. Ο Χουνγκ αποσύρθηκε στο Ανάκτορο του Αντιβασιλέα (του πρώην κυβερνήτη της Ναντζίνγκ), το οποίο και δεν εγκατάλειψε ποτέ τα δέκα χρόνια που η πόλη αποτέλεσε την πρωτεύουσά του. Εκεί φαίνεται ότι βυθίστηκε πάλι σε κατάθλιψη, συνοδευόμενη από σεξομανία, σταμάτησε δε να ξυρίζεται και αφέθηκε στη φροντίδα 800 γυναικών.

Επίθεση στο Πεκίνο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρότι επισήμως οι ηγέτες των Ταϊπίνγκ διακήρυσσαν τον αρχικό τους σκοπό και την επιθυμία ανατροπής των Τσινγκ, η ανία που τους χαρακτήριζε πλέον οδηγούσε στην απραξία, με αποτέλεσμα να σταλεί στο Πεκίνο, πρωτεύουσα των Τσινγκ και έδρα του αυτοκράτορα, ένα μόνο μικρό μέρος του στρατού των στασιαστών για να την καταλάβει. Ακόμα κι έτσι, στην πόλη προκλήθηκε πανικός και ο αυτοκράτορας ήταν έτοιμος να διαφύγει, ενώ πολλοί στρατηγοί του το είχαν βάλει στα πόδια. Τον Οκτώβριο του 1853 οι στασιαστές βρίσκονταν 160 χλμ. από το Πεκίνο, όταν αίφνης, ο αυτοκράτορας εξαπέλυσε εναντίον τους το μυστικό του όπλο, τις δυνάμεις ιππικού, που δεν διέθεταν οι Ταϊπίνγκ.

Ο στρατός των στασιαστών είχε μόνο πεζικό και πυροβολικό, αλλά καθόλου ιππικό. Ο Αυτοκράτορας προσέλαβε Μογγόλους μισθοφόρους, αιμοβόρους και τρομερούς στην όψη, υπό τις διαταγές του Σενγκγκελιντσίν, απόφαση επικίνδυνη, δεδομένου ότι οι Μογγόλοι είχαν πάντοτε βλέψεις για το θρόνο της Κίνας, τον οποίο είχαν κατακτήσει άλλοτε (δυναστεία Γιουάν, περίοδος 1271–1368). Το πεζικό των στασιαστών δεν αποτελούσε εμπόδιο για τους εξαιρετικούς Μογγόλους ιππείς, που κινούνταν ταχύτατα, και ήταν επίσης εξαιρετικοί τοξότες και λογχοφόροι. Ο στρατός των Ταϊπίνγκ διαλύθηκε από τους Μογγόλους πριν απειλήσει σοβαρά το Πεκίνο, οπότε και οι δυνάμεις τους επιδόθηκαν σε ανταρτοπόλεμο, που κράτησε μέχρι τις 7 Μαρτίου 1855, όταν ο αρχηγός τους, Λιν Φενγκ-σιανγκ, αιχμαλωτίστηκε με όλο το στρατό του, που είχε συρρικνωθεί στους 500 μόνο άνδρες. Όλοι οι αιχμάλωτοι της άτυχης αυτής εκστρατείας, εστάλησαν στο Πεκίνο, όπου αποκεφαλίστηκαν.

Μακροχρόνια πολιορκία και πτώση της Ναντζίνγκ - τέλος της εξέγερσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως αντίβαρο στους επικίνδυνους Μογγόλους, ο Αυτοκράτορας κάλεσε τον Τσενγκ Κουό-φαν, έναν εγνωσμένης αξίας αποτραβηγμένο στρατηγό και επιστήμονα, κινεζικής εθνικότητας, από την επαρχία Χουνάν. Τον βρήκαν να οργώνει τους αγρούς του και τον κάλεσαν να αναλάβει τη διοίκηση του αυτοκρατορικού στρατού. Ο Τσενγκ απέρριψε τα κατά τη γνώμη του ανίκανα και άχρηστα, εθισμένα στο όπιο, αυτοκρατορικά στρατεύματα, συγκεντρώνοντας στρατιωτική δύναμη από την επαρχία του, αποτελούμενη από στρατιώτες ανέγγιχτους από το όπιο και εμποτισμένους με τα ιδανικά του Κομφουκιανισμού, ενώ επάνδρωσε το επιτελείο του μόνο με μορφωμένους άνδρες.

Μέχρι τον Οκτώβριο του 1854, ο στρατηγός Τσενγκ Κουό-φαν είχε ανακαταλάβει το Ουτσάνγκ, εξαπολύοντας από εκεί επίθεση στη Ναντζίνγκ, την οποία και άρχισε να πολιορκεί. Παρά όμως τη συντριπτική υπεροχή των στρατευμάτων του, που αριθμούσαν πλέον 110.000 άνδρες, η πολιορκία κράτησε 10 ολόκληρα χρόνια, μέχρι την κατάληψη της πόλης τον Ιούλιο του 1864. Η μοίρα του Χουνγκ Σιου-κουάν και των οπαδών του παρέμεινε ασαφής. Ο Τσενγκ ισχυρίστηκε ότι ο ηγέτης των Ταϊπίνγκ αυτοκτόνησε μαζί με τους 120.000 οπαδούς του, αλλά κάποιοι ιστορικοί θεωρούν ότι ο στρατηγός στην πραγματικότητα τούς εξόντωσε.

Η εξέγερση κόστισε 20.000.000 - 30.000.000 ζωές. Η Αυτοκρατορία των Τσινγκ δεν συνήλθε ποτέ από αυτή, οδήγησε δε, μισό αιώνα μετά, μαζί με άλλες αιτίες, στην πτώση της και την κήρυξη της Επανάστασης του 1911.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jonathan Spence, God's Chinese Son: The Taiping Heavenly Kingdom of Hong Xiuquan (1996) ISBN 0-393-03844-0
  • Jonathan D. Spence The Search for Modern China. New York: Norton (1999). Standard textbook.
  • Jack Gray, Rebellions and Revolutions: China from the 1800s to the 1980s (1990), ISBN 0-19-821576-2
  • Ian Heath. The Taiping Rebellion, 1851–1866. London ; Long Island City: Osprey, Osprey Military Men-at-Arms Series, 1994. ISBN 1-85532-346-X (pbk.)
  • Immanuel C. Y. Hsu, The Rise of Modern China (1999), ISBN 0-19-512504-5.
  • Youwen Jian, The Taiping Revolutionary Movement (New Haven: Yale University Press, 1973).
  • Philip A. Kuhn, Rebellion and Its Enemies in Late Imperial China; Militarization and Social Structure, 1796–1864 (Cambridge, Mass.,: Harvard University Press, 1970).
  • Philip A. Kuhn, "The Taiping Rebellion," in John K. Fairbank, ed., Cambridge History of China Vol Ten Pt One (Cambridge: Cambridge Univ Press, 1970): 264–350.
  • Tobie S. Meyer-Fong. What Remains: Coming to Terms with Civil War in 19th Century China. (Stanford, CA: Stanford University Press, 2013). ISBN 9780804754255.
  • Stephen R. Platt. Autumn in the Heavenly Kingdom: China, the West, and the Epic Story of the Taiping Civil War. New York: Knopf, 2012. ISBN 978-0-307-27173-0.
  • Thomas H. Reilly, The Taiping Heavenly Kingdom: Rebellion and the Blasphemy of Empire (2004) ISBN 0-295-98430-9.
  • Caleb Carr, The Devil Soldier: The Story of Frederick Townsend Ward (1994) ISBN 0679411143.
  • Rudolf G. Wagner. Reenacting the Heavenly Vision: The Role of Religion in the Taiping Rebellion. (Berkeley: Institute of East Asian Studies, University of California, Berkeley, China Research Monograph 25, 1982). ISBN 0912966602.
  • Mary Clabaugh Wright. The Last Stand of Chinese Conservatism: The T'ung-Chih Restoration, 1862–1874. Stanford: Stanford University Press, 1957; rpr. 1974 ISBN 0804704767.
  • W. Τravis Hanes III & Frank Sanello, Οι Πόλεμοι του Οπίου, εκδόσεις Γκοβόστη