Χάνσελ και Γκρέτελ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χαίνσελ και Γκρέτελ
Hansel-and-gretel-rackham.jpg
Συγγραφέας Αδελφοί Γκριμ
Τίτλος Hänsel und Gretel
Γλώσσα Γερμανικά
Είδος παιδική λογοτεχνία
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το Χάνσελ και Γκρέτελ (γερμανικά: Hänsel und Gretel‎) είναι ένα δημοφιλές παραμύθι γερμανικής προέλευσης, που δημοσιεύτηκε αρχικά από τους αδελφούς Γκριμ το 1812. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ είναι δύο αδέλφια, που γίνονται αντικείμενο απαγωγής από μια κανίβαλη μάγισσα που ζει στο δάσος, σε ένα σπίτι κατασκευασμένο από τούρτα, γλυκίσματα και πολλές άλλες λιχουδιές που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Τα δύο παιδιά δραπετεύουν λόγω του ότι υπερέχουν σε εξυπνάδα. Το παραμύθι έχει αναπαρασταθεί σε διάφορα μέσα, με πιο γνωστή την όπερα Hänsel und Gretel (1893) του Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ. Στο σύστημα κατάταξης παραμυθιών Άαρνε-Τόμσον, το "Χάνσελ και Γκρέτελ" κατατάχθηκε στη Θέση 327.

Πλοκή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση του Άρθουρ Ράκμαν

Η ιστορία λαμβάνει χώρα στη μεσαιωνική Γερμανία. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ είναι τα παιδιά ενός φτωχού ξυλοκόπου. Με το ξέσπασμα ενός λιμού, η γυναίκα του ξυλοκόπου αποφασίζει να πάει τα παιδιά στο δάσος και να τα εγκαταλείψει, για να φροντίσουν μόνα τους τον εαυτό τους, ούτως ώστε εκείνη και ο σύζυγός της να μην πεθάνουν της πείνας. Ο ξυλοκόπος αρχικά αντιτίθεται, αλλά εν τέλει συναινεί διστακτικά στο σχέδιο της συζύγου του. Δε γνώριζαν όμως ότι στην κρεβατοκάμαρα των παιδιών, ο Χάνσελ και η Γκρέτελ τους άκουσαν. Όταν οι γονείς πέφτουν για ύπνο, ο Χάνσελ ξεγλιστρά έξω στο σπίτι και συγκεντρώνει όσα περισσότερα λευκά βότσαλα μπορεί, έπειτα επιστρέφει στο δωμάτιό του, καθησυχάζοντας την Γκρέτελ ότι ο Θεός δε θα τους εγκαταλείψει.

Την επόμενη μέρα, η οικογένεια κάνει βόλτα μέσα στο δάσος και ο Χάνσελ φτιάχνει ένα μονοπάτι από λευκά βότσαλα. Αφού οι γονείς τους τους παρατήσουν, ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ακολουθούν το μονοπάτι για να γυρίσουν στο σπίτι. Όταν η μητέρα τους τους βλέπει, εξαγριώνεται και τους κλειδώνει στο σπίτι. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ δεν μπορούν να δραπετεύσουν.

Το επόμενο πρωί η οικογένεια ταξιδεύει στο δάσος. Ο Χάνσελ παίρνει μια φέτα ψωμί και αφήνει ένα μονοπάτι ψίχουλα, για να επιστρέψουν σπίτι. Πάντως, αφού τους παρατήσουν οι γονείς τους άλλη μία φορά, τα παιδιά διαπιστώνουν ότι τα πουλιά έφαγαν τα ψίχουλα κι έτσι χάθηκαν μέσα στο δάσος. Μετά από μέρες περιπλάνησης, ακολουθούν ένα όμορφο λευκό πουλί σε ένα ξέφωτο, και ανακαλύπτουν ένα μεγάλο εξοχικό σπίτι χτισμένο από μελόψωμο, τούρτες, γλυκά και παράθυρα από ζάχαρη. Πεινασμένα και κουρασμένα, τα παιδιά ξεκινούν να τρώνε τη σκεπή του σπιτιού, όταν ανοίγει η πόρτα και ξεπροβάλλει μια αποκρουστική παλιόγρια και δελεάζει τα παιδιά να μπουν μέσα στο σπίτι, με την υπόσχεση ότι θα τους προσφέρει μαλακά κρεβάτια, γευστικό φαγητό και καυτό μπάνιο. Μπαίνουν μέσα, χωρίς να έχουν επίγνωση ότι η οικοδέσποινά τους είναι μια αιμοδιψής μάγισσα που παρασύρει παιδιά, για να τα μαγειρέψει και να τα φάει.

Το επόμενο πρωί, η μάγισσα καθαρίζει το κελί στην αυλή από το προηγούμενο θύμα της. Έπειτα ρίχνει το Χάνσελ μέσα στο κελάρι και αναγκάζει την Γκρέτελ να γίνει η σκλάβα της. Η μάγισσα ταΐζει συνεχώς το Χάνσελ για να παχύνει. Ο Χάνσελ το συνειδητοποιεί και χρησιμοποιεί την τάση της μάγισσας προς όφελός του. Κάθε φορά που η μάγισσα ελέγχει το πόσο πάχυνε ο Χάνσελ, πιάνοντας το δάχτυλό του, εκείνος της βγάζει ένα κόκκαλο που βρήκε στο κελάρι. Λόγω της τυφλότητας της μάγισσας, ξεγελιέται σκεπτόμενη ότι ο Χάνσελ είναι πολύ αδύνατος για να φαγωθεί. Μετά από εβδομάδες με το ίδιο αποτέλεσμα, η μάγισσα γίνεται όλο και πιο ανυπόμονη και αποφασίζει να φάει τον Χάνσελ ούτως η άλλως.

Την επόμενη μέρα, η μάγισσα προετοιμάζει το φούρνο για το Χάνσελ, αλλά αποφασίζει ότι είναι αρκετά πεινασμένη για να φάει και τη Γκρέτελ. Πείθει την Γκρέτελ να σκύψει μπροστά στον ανοιχτό φούρνο, για να δει αν η φωτιά είναι αρκετά καυτή. Η Γκρέτελ, αισθανόμενη την πρόθεση της μάγισσας, παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει τι εννοεί. Εξοργισμένη, η μάγισσα της δείχνει τί ακριβώς θέλει να κάνει, και η Γκρέτελ τη σπρώχνει μέσα στο φούρνο. Αμπαρώνει την πόρτα, αφήνοντας "το ανίερο πλάσμα να καεί στις στάχτες", ουρλιάζοντας από τον πόνο μέχρις ότου πεθαίνει. Η Γκρέτελ ελευθερώνει το Χάνσελ από το κλουβί και οι δυο τους ανακαλύπτουν ένα βάζο γεμάτο θησαυρούς και πολύτιμους λίθους. Βάζουν τα πετράδια μέσα στα ρούχα τους και παίρνουν το δρόμο του γυρισμού.

Μια πάπια μεταφέρει τα δύο παιδιά απέναντι, από μια έκταση νερού, και φτάνοντας πίσω στο σπίτι τους βρίσκουν μόνο τον πατέρα τους που τους αποκαλύπτει ότι η μητέρα τους πέθανε από άγνωστα αίτια. Ο πατέρας τους περνούσε όλες του τις μέρες θρηνώντας για την απώλεια των παιδιών του και χαίρεται όταν τα βλέπει σώα και αβλαβή. Με τον πλούτο της μάγισσας, ζουν όλοι μαζί ευτυχισμένοι.

Ιστορικό και Ανάλυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση από τον Τέοντορ Χόζεμαν

Οι Γιάκομπ και Βίλχελμ Γκριμ άκουσαν το "Χάνσελ και Γκρέτελ" από τη φίλη του Βίλχελμ (και μέλλουσα σύζυγος) Ντόρτσεν Βιλτ[1] και το δημοσίευσαν στο βιβλίο τους το 1812.[2] Στην εκδοχή των Γκριμ, η σύζυγος του ξυλοκόπου είναι η βιολογική μητέρα των παιδιών και η υπαιτιότητα για την εγκατάλειψή τους μοιράζεται εξίσου και σε εκείνη και στον ξυλοκόπο. Σε επόμενες εκδοχές, έγιναν κάποιες μικρές αλλαγές: η σύζυγος έγινε η μητριά των παιδιών, ο ξυλοκόπος είναι αυτός που προτείνει το σχέδιο να παρατήσουν τα παιδιά και γίνονται θρησκευτικές αναφορές. Η σειρά όπου ο κύκνος τα βοηθάει να διασχίσουν το ποτάμι αποτελεί ακόμη μια προσθήκη στις επόμενες εκδοχές. Άλλη αλλαγή ήταν ότι κάποιες εκδοχές ισχυρίστηκαν ότι η μητέρα πέθανε από άγνωστα αίτια, εγκατέλειψε την οικογένεια, ή έμεινε με το σύζυγό της μέχρι το τέλος της ιστορίας.[3]

Το παραμύθι ενδεχομένως να προέρχεται από τη μεσαιωνική περίοδο του Μεγάλου Λιμού (1315-1321),[4] που προκάλεσε απελπισμένους ανθρώπους να παρατήσουν τα παιδιά τους, για να φροντίσουν τον εαυτό τους, ή ακόμη να βρουν καταφύγιο στον κανιβαλισμό.

Οι λαογράφοι Αϊόνα και Πίτερ Όπι υποδεικνύουν στο βιβλίο The Classic Fairy Tales (1974) ότι το "Χάνσελ και Γκρέτελ" ανήκει σε μία ομάδα ευρωπαϊκών παραμυθιών, κυρίως γνωστά στα Βαλκάνια, όπου παιδιά ξεγελούν αγριάνθρωπους μέσα στην ίδια τους την παγίδα. Το παραμύθι φέρει ομοιότητες στο πρώτο μισό του Σαρλ Περώ Ο Κοντορεβιθούλης (1697) και της Μαντάμ Ντολνόι Finette Cendron (1721). Η σημείωση των Όπι είναι ότι και στα δύο παραμύθια εγκαταλείπονται παιδιά, για να βρουν το δρόμο της επιστροφής ακολουθώντας ένα φτιαχτό μονοπάτι. Στο Finette Cendron, οι Όπι παρατηρούν ότι η ηρωίδα καίει ένα γίγαντα βάζοντάς τον στο φούρνο, με παρόμοιο τρόπο όπως την εξουδετέρωση της μάγισσας από την Γκρέτελ, και τονίζουν ότι το κόλπο του Χάνσελ με το κόκκαλο παρουσιάζεται και σε ένα σουηδικό παραμύθι, αλλά αντί για κόκκαλο είναι κλαδί. Ένα σπίτι φτιαγμένο από γλυκίσματα βρέθηκε σε ένα χειρόγραφο του 14ου αιώνα.[1]

Το γεγονός ότι η μητέρα ή μητριά πεθαίνει όταν τα παιδιά σκότωσαν τη μάγισσα, έκανε να θεωρήσουν πολλοί σχολιαστές ότι η μητέρα ή μητριά και η μάγισσα είναι μεταφορικά η ίδια γυναίκα.[5]

Στο ρωσικό παραμύθι Η όμορφη Βασιλική, η μητριά παρομοίως στέλνει τη μισητή της θετή κόρη μέσα στο δάσος, για να δανειστεί έναν αναπτήρα από την αδελφή της, που αποδεικνύεται ότι είναι η Μπάμπα Γιαγκά, επίσης κανίβαλη μάγισσα. Εκτός από την επισήμανση της απειλής των παιδιών (όπως επίσης και της εξυπνάδας τους), τα παραμύθια έχουν κοινή ενασχόληση με το φαγητό και με το βλάψιμο των παιδιών: η μητέρα ή μητριά θέλει να αποφύγει την πείνα, ενώ η μάγισσα δελεάζει τα παιδιά να φάνε το σπίτι της από γλυκά, για να τα φάει μετά εκείνη.[6] Άλλο ένα παραμύθι αυτού του τύπου είναι το γαλλικό The Lost Children.[7] Οι Αδελφοί Γκριμ αναγνώρισαν τα Finette Cendron και Ο Κοντορεβιθούλης ως παράλληλες ιστορίες.[8]

Πολιτιστική σημασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Haensel und Gretel 1822-Michelides.jpg

Το μονοπάτι από ψίχουλα (breadcrumbs) του Χάνσελ και της Γκρέτελ ενέπνευσε το εργαλείο πλοήγησης "breadcrumbs" που επιτρέπει στους χρήστες να διατηρήσουν τα ίχνη της τοποθεσίας τους μέσα από προγράμματα και ντοκουμέντα.[9] Η όπερα Hänsel und Gretel του Ένγκελμπερτ Χούμπερντινκ είναι μία από τις καταξιωμένες όπερες, και θεωρείται μία από τις πιο σημαντικές γερμανικές όπερες.[10]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Opie & Opie 1974, σελ. 237
  2. Tatar (2002), σελ. 44
  3. Tatar (2002), σελ. 45
  4. Raedisch (2013), σελ. 180
  5. Lüthi 1970, σελ. 64
  6. Tatar 2002, σελ. 54
  7. Delarue 1956, σελ. 365
  8. Tatar 2002, σελ. 72
  9. Mark Levene (18 October 2010). An Introduction to Search Engines and Web Navigation (2nd έκδοση). Wiley, σελ. 221. ISBN 978-0470526842. https://books.google.com.pk/books?id=mDI72_9-bw0C&pg=PA221. Ανακτήθηκε στις June 24, 2016. 
  10. Upton, George Putnam (1897) (Google book). The Standard Operas (12th έκδοση). Chicago: McClurg, σελ. 125–129. ISBN 1-60303-367-X. https://books.google.com/books?jtp=125&id=uabcxCxcQf8C. Ανακτήθηκε στις 15 October 2007. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]