Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τζόζεφ Σμιθ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Τζόζεφ Σμιθ
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Joseph Smith (Αγγλικά)
Γέννηση23  Δεκεμβρίου 1805[1][2][3]
Σαρόν[4]
Θάνατος27  Ιουνίου 1844[1][2][3]
Carthage[5]
Αιτία θανάτουτραύμα από πυροβολισμό
Συνθήκες θανάτουανθρωποκτονία[5]
Τόπος ταφήςSmith Family Cemetery
ΚατοικίαNewel K. Whitney Store (1832–1833)[6]
ΠαρατσούκλιJoe Smith και Brother Joseph
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένες Πολιτείες Αμερικής
ΘρησκείαΕκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών[4]
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΑγγλικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά[2][4][7]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταπροφήτης
πολιτικός
θεολόγος[8]
Αξιοσημείωτο έργοΤο Βιβλίο του Μόρμον
Διδαχή και Διαθήκες
Το Πολύτιμο Μαργαριτάρι
Επηρεάστηκε απόSidney Rigdon
Oliver Cowdery
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/Κίνημαανεξάρτητος/η πολιτικός και Council of Fifty
Οικογένεια
ΣύζυγοςΈμα Σμιθ
Eliza Maria Partridge Lyman (1843–άγνωστη τιμή)
Eliza Roxcy Snow
Zina D. H. Young
Emily Dow Partridge (1843–άγνωστη τιμή)
Lucinda Morgan Harrisová
Helen Mar Kimball
Sarah Ann Whitney (από 1842)[9][10][11]
Almera Woodward Johnson
Louisa Beeman (από 1841)
ΤέκναJulia Murdock Smith
Joseph Smith III
Alexander Hale Smith
David Hyrum Smith
ΓονείςJoseph Smith, Sr. και Lucy Mack Smith
ΑδέλφιαHyrum Smith
Samuel H. Smith
Alvin Smith
Don Carlos Smith
William Smith
Katharine Smith Salisbury
ΣυγγενείςJesse N. Smith (πρώτος ξάδερφος), Joseph F. Smith (ανιψιός) και Τάιλερ
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςαντιστράτηγος/Nauvoo Legion
Ιστότοπος
josephsmith.net
Υπογραφή
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Τζόζεφ Σμιθ (Joseph Smith, Jr, 23 Δεκεμβρίου 1805 - 27 Ιουνίου 1844) υπήρξε Αμερικανός θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης, ιδρυτής του Μορμονισμού και του κινήματος των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Δημοσιεύοντας το Βιβλίο του Μόρμον σε ηλικία μόλις 24 ετών, ο Σμιθ προσέλκυσε δεκάδες χιλιάδες πιστούς μέχρι τον θάνατό του, δεκατέσσερα χρόνια αργότερα. Το θρησκευτικό κίνημα που θεμελίωσε αριθμεί σήμερα εκατομμύρια ακολούθους σε ολόκληρο τον κόσμο και εκφράζεται μέσα από διάφορες εκκλησίες, εκ των οποίων η μεγαλύτερη είναι η Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.

Γεννημένος στο Σαρόν της αμερικάνικης πολιτείας του Βερμόντ, ο Σμιθ μετακινήθηκε με την οικογένειά του στη Δυτική Νέα Υόρκη, μετά από μια σειρά καταστροφικών αποτυχιών σοδειάς το 1816. Καθώς ζούσε σε μια περιοχή έντονου θρησκευτικού αναβρασμού κατά τη Δεύτερη Μεγάλη Αφύπνιση (Second Great Awakening), ο Σμιθ ισχυρίστηκε ότι βίωσε μια σειρά οραμάτων. Το πρώτο, το 1820, αφορούσε δύο «πρόσωπα» (τα οποία αργότερα περιέγραψε ως τον Θεό Πατέρα και τον Ιησού Χριστό). Το 1823, ανέφερε πως τον επισκέφθηκε άγγελος, ο οποίος τον καθοδήγησε σε ένα θαμμένο βιβλίο από χρυσές πλάκες, χαραγμένες με ιουδαιοχριστιανική ιστορία ενός αρχαίου αμερικανικού πολιτισμού. Το 1830, ο Σμιθ εξέδωσε το Βιβλίο του Μόρμον, το οποίο παρουσίασε ως αγγλική μετάφραση αυτών των πλακών. Την ίδια χρονιά οργάνωσε την Εκκλησία του Χριστού, την οποία θεωρούσε ως αποκατάσταση της πρώιμης Χριστιανικής Εκκλησίας. Τα μέλη της εκκλησίας αυτής ονομάστηκαν αργότερα Άγιοι των Τελευταίων Ημερών ή στην λαϊκή γλώσσα Μορμόνοι.

Το 1831, ο Σμιθ και οι οπαδοί του μετακινήθηκαν δυτικά, σχεδιάζοντας να οικοδομήσουν μια κοινοτική Σιών στην καρδιά της Αμερικής. Αρχικά συγκεντρώθηκαν στο Κίρτλαντ του Οχάιο και ίδρυσαν έναν σταθμό στην Ιντιπέντενς του Μιζούρι, την οποία προόριζαν ως κεντρικό τόπο της Σιών. Κατά τη δεκαετία του 1830, ο Σμιθ έστειλε ιεραποστόλους, δημοσίευσε αποκαλύψεις και επέβλεψε την ανέγερση του Ναού του Κίρτλαντ. Ο Σμιθ και οι οπαδοί του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Οχάιο και το Μιζούρι, έπειτα από την κατάρρευση της εκκλησιαστικής τράπεζας Kirtland Safety Society και τις βίαιες συγκρούσεις με μη Μορμόνους, που κορυφώθηκαν με την εντολή εξόντωσης των Μορμόνων (Mormon extermination order). Τελικά εγκαταστάθηκαν στο Ναβού (Nauvoo) του Ιλινόι, το οποίο εξελίχθηκε ταχύτατα στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας κατά τη δημαρχία του Σμιθ.

Το 1844, ο Σμιθ ξεκίνησε προεκλογική εκστρατεία για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, ο Σμιθ και το δημοτικό συμβούλιο του Ναβού διέταξαν την καταστροφή του τυπογραφείου της εφημερίδας Nauvoo Expositor, η οποία τον κατηγορούσε για κατάχρηση εξουσίας και τον κατάκρινε για την πρακτική της πολυγαμίας. Η ενέργεια αυτή όξυνε την αντίδραση εναντίον του Σμιθ και των οπαδών του. Ο Σμιθ παραδόθηκε στις αρχές του Ιλινόι, αλλά δολοφονήθηκε από ένοπλο όχλο που εισέβαλε στη φυλακή.

Κατά τη διάρκεια της διακονίας του, ο Σμιθ δημοσίευσε πολυάριθμα κείμενα και έγγραφα, τα οποία απέδιδε σε θεία έμπνευση και αποκάλυψη από τον Θεό. Τα περισσότερα τα υπαγόρευσε σε πρώτο πρόσωπο, υποστηρίζοντας ότι ήταν γραπτά αρχαίων προφητών ή ότι εξέφραζαν την ίδια τη φωνή του Θεού. Οι οπαδοί του αποδέχθηκαν τις διδασκαλίες του ως προφητικές και αποκαλυπτικές, και αρκετά από τα κείμενα αυτά εντάχθηκαν στον κανόνα των διαφόρων εκκλησιών του κινήματος των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, όπου εξακολουθούν να θεωρούνται ως ιερές γραφές. Οι διδασκαλίες του Σμιθ πραγματεύονται τη φύση του Θεού, την κοσμολογία, τις οικογενειακές δομές, την πολιτική οργάνωση, καθώς και την κοινοτική και εκκλησιαστική εξουσία. Οι Μορμόνοι γενικά τον θεωρούν προφήτη, ισάξιο με τον Μωυσή και τον Ηλία. Διάφορες θρησκευτικές ομολογίες αναγνωρίζουν τη δική τους ταυτότητα ως συνέχεια της εκκλησίας που οργάνωσε, συμπεριλαμβανομένων της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών και της Κοινότητας του Χριστού.

Στη Νέα Υόρκη, ο Σμιθ συν-ίδρυσε μια εκκλησία και εξέδωσε το Βιβλίο του Μόρμον.[12] Μετά τη μεταστροφή του κληρικού Σίντνεϊ Ρίγκντον και των οπαδών του, ο Σμιθ μετοίκησε στο Οχάιο για να ενωθεί μαζί τους.[13]

Ο Σμιθ προέτρεψε τους οπαδούς του να εγκατασταθούν στην Ιντιπέντενς του Μιζούρι, αλλά οι εχθρικοί κάτοικοι τους απέβαλαν. Οργάνωσε μια πολιτοφυλακή για να ανακαταλάβει την πόλη, την οποία όμως διέλυσε όταν η μικρή, και πληγωμένη από τη χολέρα δύναμή του βρέθηκε αντιμέτωπη με την υπεροχή των εχθρικών δυνάμεων.[14] Επιστρέφοντας στο Οχάιο, ο Σμιθ έκτισε έναν ναό καθώς το πλήθος των οπαδών του μεγάλωνε, αλλά η πρακτική πολυγαμίας που εφάρμοζε η Εκκλησία του Σμιθ και μια παράνομη τράπεζα προκάλεσαν καταγγελίες και ποινικές διώξεις.[15]

Ο Σμιθ μετέφερε την έδρα του στο Φαρ Ουέστ του Μιζούρι, έως ότου μια πολιτοφυλακή μορμόνων, προκληθείσα από παρανόμους εθελοντές (vigilantes), λεηλάτησε και έκαψε τρεις πόλεις.[16] Αφού οι οπαδοί του άνοιξαν πυρ εναντίον της κρατικής πολιτοφυλακής, ο κυβερνήτης διέταξε την εκτόπισή τους. Ο Σμιθ συνελήφθη για προδοσία, αλλά αργότερα δραπέτευσε.[17]

Στο Ιλινόι, ο Σμιθ ίδρυσε μια νέα πόλη και ναό, αλλά η μυστική του πολυγαμία οδήγησε ορισμένους στενούς συνεργάτες στο να τον καταγγείλουν. Όταν απόστοχοι εξέδωσαν μια εφημερίδα που τον εξωτέριζε, αυτός διέταξε την καταστροφή του τυπογραφείου τους.[18] Αντιμέτωπος με την απειλή της φυλάκισης, ο Σμιθ κήρυξε στρατιωτικό νόμο και επιστράτευσε την πολιτοφυλακή του, γεγονός που προκάλεσε την κινητοποίηση της κρατικής πολιτοφυλακής σε απάντηση.[19]

Ο Σμιθ διέφυγε στην πολιτεία της Άιοβα, αλλά σύντομα επέστρεψε, αποδεχόμενος τις διαβεβαιώσεις του κυβερνήτη του Ιλινόι ότι θα είχε ασφάλεια εάν παραδιδόταν.[20] Περιμένοντας να του δοθεί εγγύηση, ο Σμιθ πληροφορήθηκε ότι τον βάραιναν επίσης κατηγορίες για προδοσία λόγω της κήρυξης στρατιωτικού νόμου.[21] Όταν οι ντόπιοι, γνώστες του ιστορικού του Σμιθ με τις αποδράσεις, διαπίστωσαν ότι φυλασσόταν μόνο από λίγους άνδρες, εισέβαλαν στη φυλακή. Αρχικά πιστεύοντας ότι οι δικοί του άνδρες είχαν έρθει να τον απελευθερώσουν, ο Σμιθ υπερασπίστηκε τον εαυτό του έναντι του όχλου, χρησιμοποιώντας ένα κρυμμένο πιστόλι για να τραυματίσει τρεις ανθρώπους, πριν και ο ίδιος πέσει νεκρός από πυροβολισμό.[22] Οι δολοφόνοι του, φοβούμενοι την άφιξη των οπαδών του Σμιθ, τράπηκαν σε φυγή.[23]

Πρώιμη σταδιοδρομία (1805-1827)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζόζεφ Σμιθ γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1805 στην πολιτεία της Βερμόντ, στα σύνορα μεταξύ των χωριών Σάοθ Ρόγιαλτον (South Royalton) και Σαρόν (Sharon), από τη Λούσι Μακ Σμιθ και τον σύζυγό της Τζόζεφ Σμιθ τον πρεσβύτερο, έμπορο και γεωργό.[24] Είχε έντεκα αδέλφια. Σε ηλικία επτά ετών, ο Σμιθ υπέστη μόλυνση σε οστό και, μετά από χειρουργείο, χρειάστηκε να χρησιμοποιεί πατερίτσες για τρία χρόνια.[25] Μετά από μια άτυχη επιχειρηματική εγχείρηση και τρία συναπτά έτη αποτυχιών σοδειάς που κορυφώθηκαν με το Έτος χωρίς καλοκαίρι του 1816, η οικογένεια Σμιθ εγκατέλειψε το Βερμόντ και μετοίκησε στη Δυτική Νέα Υόρκη,[26] λαμβάνοντας υποθήκη για μια φάρμα 100 ακρών στις επαρχίες Παλμύρα και Μάντσεστερ.[27]

Η περιοχή υπήρξε λίκνο θρησκευτικού ενθουσιασμού κατά τη Δεύτερη Μεγάλη Αφύπνιση.[28][29] Μεταξύ των ετών 1817 και 1825 διεξήχθησαν αρκετές υπαίθριες συγκεντρώσεις και θρησκευτικές αναβιώσεις στην περιοχή της Παλμύρας που βρισκόταν στη δυτική μεριά της Πολιτείας της Νέας Υόρκης.[30] Οι γονείς του Σμιθ διαφωνούσαν ως προς τη θρησκεία, αλλά η οικογένεια ακολούθησε και αυτή αυτόν τον ενθουσιασμό.[31] Ο Σμιθ αργότερα ανέφερε ότι είχε ενδιαφερθεί για τη θρησκεία ήδη από την ηλικία των 12 ετών και, ως έφηβος, ίσως έδειχνε συμπάθεια προς τη Μεθοδιστική Εκκλησία.[32] Μαζί με άλλα μέλη της οικογένειας, ασχολήθηκε επίσης με θρησκευτική λαϊκή μαγεία, μια σχετικά συνηθισμένη πρακτική εκείνη την εποχή και περιοχή.[33] Τόσο οι γονείς του όσο και ο παππούς του από την μεριά της μάνας του ανέφεραν οράματα ή όνειρα που θεώρησαν ότι μετέδιδαν μηνύματα από τον Θεό.[34] Ο Σμιθ είπε ότι, παρότι είχε αρχίσει να ανησυχεί για τη σωτηρία της ψυχής του, είχε συγχύση εξαιτίας των διεκδικήσεων των αντιμαχόμενων θρησκευτικών δογμάτων.[35]

Χρόνια αργότερα, ο Σμιθ έγραψε ότι έλαβε ένα όραμα που έλυσε την θρησκευτική του σύγχυση.[36] Ισχυρίστηκε ότι το 1820, ενώ προσευχόταν σε ξέφωτο κοντά στο σπίτι του, εμφανίστηκαν σε αυτόν από κοινού ο Θεός Πατέρας και ο Ιησούς Χριστός, του είπαν ότι οι αμαρτίες του ήταν συγχωρεμένες και ότι όλες οι σύγχρονες εκκλησίες «είχαν παρεκκλίνει από το ευαγγέλιο».[37] Ο Σμιθ είπε ότι περιέγραψε την εμπειρία σε έναν μεθοδιστή κληρικό, ο οποίος απέκρουσε την αφήγηση «με μεγάλο περιφρόνηση».[38] Σύμφωνα με τον ιστορικό Στίβεν Χάρπερ, «Δεν υπάρχει τεκμήριο στο ιστορικό αρχείο ότι ο Τζόζεφ Σμιθ είπε σε οποιονδήποτε, πέραν του ιερέα, για το όραμά του για τουλάχιστον μια δεκαετία», και ίσως το κράτησε μυστικό λόγω του πόσο άβολη υπήρξε εκείνη η πρώτη απόρριψη.[39] Κατά τη δεκαετία του 1830, ο Σμιθ περιέγραφε προφορικά το όραμα σε μερικούς από τους οπαδούς του, αν και δεν δημοσιεύτηκε ευρέως μεταξύ των Μορμόνων έως τη δεκαετία του 1840.[40] Το όραμα αυτό αργότερα απέκτησε μεγάλη σημασία για τους οπαδούς του Σμιθ, οι οποίοι τελικά το θεώρησαν ως το πρώτο γεγονός στην αποκατάσταση της εκκλησίας του Χριστού επί της γης.[41] Ο ίδιος ο Σμιθ ίσως αρχικά το θεωρούσε προσωπική μεταστροφή.[42]

Ο Σμιθ είπε ότι έλαβε χρυσές πλάκες από έναν άγγελο ονόματι Μορόνι στο Λόφο Κιουμόρα.

Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες διηγήσεις του Σμιθ, ενώ προσευχόταν κάποια νύχτα το 1823, τον επισκέφθηκε άγγελος ονόματι Μορόνι. Ο Σμιθ ισχυρίστηκε ότι ο άγγελος αυτός αποκάλυψε την τοποθεσία ενός θαμμένου βιβλίου κατασκευασμένου από χρυσές πλάκες, καθώς και άλλων αντικειμένων, συμπεριλαμβανομένου ενός προστήθιου πανοπλίας και ενός συνόλου ερμηνευτών αποτελούμενων από δύο λίθους χαλαζίας σε πλαίσιο, που είχαν κρυφτεί σε έναν λόφο κοντά στο σπίτι του.[43] Ο Σμιθ είπε ότι προσπάθησε να αφαιρέσει τις πλάκες το επόμενο πρωί, αλλά δεν τα κατάφερε γιατί ο άγγελος επέστρεψε και τον εμπόδισε.[44] Ανέφερε ότι κατά τα επόμενα τέσσερα χρόνια έκανε ετήσιες επισκέψεις στο λόφο, αλλά, έως την τέταρτη και τελευταία επίσκεψη, κάθε φορά επέστρεφε χωρίς τις πλάκες.[45]

Εν τω μεταξύ, η οικογένεια του Σμιθ αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, εν μέρει λόγω του θανάτου του μεγαλύτερου αδελφού του, Άλβιν.[46] Τα μέλη της οικογένειας συμπλήρωναν το πενιχρό εισόδημα της φάρμας αναλαμβάνοντας περιστασιακές εργασίες και εργάζονταν ως κυνηγοί θησαυρών,[47] μια μορφή μαγικού υπερφυσισμού που ήταν κοινή την περίοδο εκείνη.[48] Είχαν αναφερθεί ότι ο Σμιθ διέθετε ικανότητα να εντοπίζει χαμένα αντικείμενα κοιτάζοντας μέσα σε μια πέτρα όρασης, την οποία επίσης χρησιμοποιούσε στο κυνήγι θησαυρών, συμπεριλαμβανομένων, από το 1825, αρκετών ανεπιτυχών προσπαθειών να βρει θαμμένο θησαυρό με χορηγό τον Τζόζια Στόουελ, έναν εύπορο γεωργό στην κομητεία Τσενάνγκο.[49] Το 1826, ο Σμιθ κλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της κομητείας Τσενάνγκο για «glass-looking», δηλαδή την προσποιητή οπτική εύρεση χαμένου θησαυρού· οι συγγενείς του Στόουελ κατηγόρησαν τον Σμιθ ότι εξαπάτησε τον Στόουελ και προσποιήθηκε πως είχε την ικανότητα αντίληψης κρυμμένων θησαυρών, αν και ο Στόουελ βεβαίωσε ότι πίστευε πως ο Σμιθ διέθετε τέτοιες ικανότητες.[50] Το αποτέλεσμα της δίκης παραμένει ασαφές, καθώς οι πρωτογενείς πηγές αναφέρουν αντιφατικά αποτελέσματα.[51]

Η Έμα Χέιλ Σμιθ, που παντρεύτηκε τον Τζόζεφ Σμιθ το 1827.

Όντας φιλοξενούμενος στο σπίτι των Χέιλ, στην επαρχία Χάρμονι (σημερινό Όκλαντ) στην Πενσυλβάνια, ο Σμιθ γνώρισε και εκτίναξε τη σχέση του με την Έμα Χέιλ. Όταν ζήτησε να την παντρευτεί, ο πατέρας της, Άισαακ Χέιλ, αντιτάχθηκε. Πίστευε ότι ο Σμιθ δεν είχε τα μέσα να συντηρήσει τη κόρη του.[52] Ο Χέιλ επίσης θεωρούσε τον Σμιθ ξένο που φαινόταν «ατημέλητος» και «όχι πολύ μορφωμένος».[53] Ο Σμιθ και η Έμα διέφυγαν και παντρεύτηκαν στις 18 Ιανουαρίου 1827, μετά το οποίο το ζευγάρι άρχισε να φιλοξενείται με τους γονείς του Σμιθ στο Μάντσεστερ. Αργότερα εκείνου του έτους, όταν ο Σμιθ υποσχέθηκε να εγκαταλείψει το κυνήγι θησαυρού, ο πεθερός του προσφέρθηκε να αφήσει το ζευγάρι να ζήσει στην περιουσία του στο Χάρμονι και να βοηθήσει τον Σμιθ να ξεκινήσει μια επιχείρηση.[54]

Ο Σμιθ έκανε την τελευταία του επίσκεψη στο λόφο λίγο μετά τα μεσάνυχτα στις 22 Σεπτεμβρίου 1827, παίρνοντας μαζί του την Έμα.[55] Αυτή τη φορά, είπε ότι κατάφερε να ανακτήσει τις πλάκες.[56] Ο Σμιθ ισχυρίστηκε ότι ο άγγελος τον διέταξε να μη δείξει τις πλάκες σε κανέναν άλλο,[d] αλλά να τις μεταφράσει και να δημοσιεύσει τη μετάφρασή τους. Είπε επίσης ότι οι πλάκες ήταν θρησκευτικό αρχείο των μεσανατολικών αυτόχθονων Αμερικανών και είχαν χαραχθεί σε άγνωστη γλώσσα, που ονόμασε «μεταρρυθμισμένη αιγυπτιακή».[57] Είπε στους συνεργάτες του ότι κατείχε την δυνατότητα να τις διαβάσει και να τις μεταφράσει.[58]

Οι πρώην σύντροφοι του Σμιθ στο κυνήγι θησαυρού πίστεψαν ότι τους είχε εξαπατήσει και ότι είχε πάρει τις χρυσές πλάκες για τον εαυτό του, ιδιοκτησία που θεωρούσαν ότι έπρεπε να μοιραστεί από κοινού. Μετά την έρευνα σε μέρη όπου πίστευαν ότι οι πλάκες μπορεί να είχαν κρυφτεί, ο Σμιθ αποφάσισε να φύγει από την Παλμύρα.[59][60]

Αρχή της Εκκλησίας (1827-1830)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Smith sitting on a wooden chair with his face in a hat
Ο Σμιθ υπαγόρευσε το μεγαλύτερο μέρος του Βιβλίου του Μόρμον κοιτάζοντας μέσα σε λίθο όρασης τοποθετημένο σε ένα καπέλο με κυλινδρικό τύλιγμα

Τον Οκτώβριο του 1827, ο Σμιθ και η Έμα μετέβησαν οριστικά στο Χάρμονι, με τη βοήθεια ενός σχετικά ευπορότερου γείτονα, του Μάρτιν Χάρις,[61] ο οποίος άρχισε να υπηρετεί ως γραφέας του Σμιθ τον Απρίλιο του 1828.[61][62] Παρ’ ότι ο ίδιος και η σύζυγός του, Λούσι, υπήρξαν αρχικοί υποστηρικτές του Σμιθ, τον Ιούνιο του 1828 άρχισαν να αμφιβάλλουν για την ύπαρξη των χρυσών πλακών. Ο Χάρις έπεισε τον Σμιθ να του παραχωρήσει 116 σελίδες χειρογράφου για να τις πάρει στην Παλμύρα και να τις δείξει σε μερικά μέλη της οικογένειάς του, συμπεριλαμβανομένης της γυναίκας του.[63] Ενώ ο Χάρις είχε στην κατοχή του το χειρόγραφο — για το οποίο δεν υπήρχε άλλο αντίγραφο — αυτό χάθηκε.[64] Ο Σμιθ απελπίστηκε από αυτή την απώλεια, ιδίως επειδή συνέπεσε με τον θάνατο του πρώτου του γιου, ο οποίος πέθανε σύντομα μετά τη γέννηση.[65] Ο Σμιθ ισχυρίστηκε ότι, ως τιμωρία για την απώλεια του χειρογράφου, ο άγγελος επέστρεψε, πήρε τις πλάκες και του αφαίρεσε τη δυνατότητα μετάφρασης.[66] Κατά την ίδια περίοδο, ο Σμιθ παρακολούθησε για μικρό διάστημα με την Έμα μεθοδιστικές συναθροίσεις, μέχρι που ένας ξάδερφος της Έμας αντέτεινε στην εγγραφή ενός «πρακτικού νεκρομάντη» στον κατάλογο τάξης των Μεθοδιστών.[67]

Ο Σμιθ είπε ότι ο άγγελος του επέστρεψε τις πλάκες τον Σεπτέμβριο του 1828,[68] και στη συνέχεια υπαγόρευσε μέρος του βιβλίου στη σύζυγό του Έμα.[69] Τον Απρίλιο του 1829 συναντήθηκε με τον Όλιβερ Κάουντερι, ο οποίος επίσης είχε ασχοληθεί με τη λαϊκή μαγεία.[69] Μεταξύ Απριλίου και αρχών Ιουνίου 1829, οι δύο εργάστηκαν πλήρους απασχόλησης στο χειρόγραφο και στη συνέχεια μετακόμισαν στο Φάγιετ της Νέας Υόρκης, όπου συνέχισαν το έργο στο σπίτι του φίλου του Κάουντερι, Πίτερ Ουίτμερ.[70]

Για τουλάχιστον μέρος της πρώιμης υπαγόρευσης, ο Σμιθ χρησιμοποιούσε λίθους όρασης που ισχυριζόταν ότι είχαν θαφτεί μαζί με τις πλάκες.[71] Αργότερα, χρησιμοποίησε έναν σοκολατί λίθο που είχε βρει το 1822 και που προηγουμένως χρησιμοποίησε για κυνήγι θησαυρού.[α]Ο Τζόζεφ Νάιτ περιέγραψε ότι ο Σμιθ έβλεπε τις λέξεις της μετάφρασης ενώ, αποκλείοντας όλο το φως, κοίταζε τον λίθο ή τους λίθους στον πάτο του καπέλου του, μια διαδικασία παρόμοια με τη διόραση της τοποθεσίας του θησαυρού.[72] Ορισμένες φορές ο Σμιθ έκρυβε τη διαδικασία ανυψώνοντας μια κουρτίνα ή υπαγορεύοντας από άλλο δωμάτιο· άλλες φορές υπαγόρευε ενώπιον μαρτύρων, ενώ οι πλάκες ήταν καλυμμένες πάνω στο τραπέζι ή κρυμμένες αλλού.[73] Όταν το αφήγημα περιέγραφε μια θεσμική εκκλησία και την απαίτηση για βάπτισμα, ο Σμιθ και ο Κάουντερι βαπτίστηκαν αμοιβαία.[74] Η υπαγόρευση ολοκληρώθηκε περίπου την 1η Ιουλίου 1829.[75]

Image
Σελίδα εξωφύλλου του Βιβλίου του Μόρμον, πρωτότυπη έκδοση από το 1830

Το ολοκληρωμένο έργο, με τίτλο Βιβλίο του Μόρμον, εκδόθηκε στην Παλμύρα από τον τυπογράφο Έγκμπερτ Μπρατ Γκράντιν[76] και διαφημίστηκε για πρώτη φορά προς πώληση στις 26 Μαρτίου 1830.[77] Λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα, στις 6 Απριλίου 1830, ο Σμιθ και οι οπαδοί του οργάνωσαν επισήμως την Εκκλησία του Χριστού, και ιδρύθηκαν μικροί κλάδοι στο Μάντσεστερ, το Φάγιετ και το Κόουλσβιλ της Νέας Υόρκης.[12] Το Βιβλίο του Μόρμον έφερε στον Σμιθ περιφερειακή φήμη και αναζωπύρωσε την εχθρότητα εκείνων που θυμόνταν τη δίκη στην κομητεία Τσενάνγκο το 1826.[78] Αφού ο Κάουντερι βάπτισε αρκετά νέα μέλη της εκκλησίας, οι οπαδοί του Σμιθ δέχθηκαν απειλές από όχλους. Πριν ο Σμιθ προλάβει να επιβεβαιώσει τους νεοβαπτισθέντες, συνελήφθη και κατηγορήθηκε ως «ατακτοποίητο πρόσωπο».[79] Αν και απαλλάχθηκε, συνελήφθη ξανά και μεταφέρθηκε στην κομητεία Μπρουμ, όπου και πάλι απαλλάχθηκε από τριμελές δικαστήριο. Ο ίδιος και ο Κάουντερι διέφυγαν από το Κόλσβιλ για να αποφύγουν έναν συσπειρούμενο όχλο.[80]

Η αυθεντία του Σμιθ υπονόμευσεταν όταν ο Κάουντερι, ο Χίραμ Πέιτζ και άλλα μέλη της εκκλησίας ισχυρίστηκαν επίσης ότι λάμβαναν αποκαλύψεις.[81] Ως απάντηση, ο Σμιθ υπαγόρευσε μια αποκάλυψη που διευκρίνιζε το αξίωμά του ως προφήτη και αποστόλου, δηλώνοντας ότι μόνο αυτός διέθετε την ικανότητα να διακηρύσσει δόγμα και γραφές για την εκκλησία.[82] Ο Σμιθ έπειτα απέστειλε τον Κάουντερι, τον Πίτερ Ουίτμερ και άλλους σε ιεραποστολή για να ευαγγελίσουν στους ιθαγενείς Αμερικανούς.[83] Ο Κάουντερι επίσης ανατέθηκε να εντοπίσει τον τόπο της Νέας Ιερουσαλήμ, που επρόκειτο να είναι «στα σύνορα» των Ηνωμένων Πολιτειών με τότε εγκεκριμένη Ινδιάνικη επικράτεια.[84]

Στο δρόμο για το Μιζούρι, το κόμμα του Κάουντερι πέρασε από το βορειοανατολικό Οχάιο, όπου ο Σίντνεϊ Ρίγκντον και πάνω από εκατό οπαδοί της παραλλαγής της αποκαταστασιαστικής διδασκαλίας του (Χριστιανοπρωτογονισμός του Κάμπελ, Campbellite Restorationism) προσχώρησαν στην Εκκλησία του Χριστού, διογκώνοντας δραματικά τις τάξεις του νέου οργανισμού.[85] Αφότου ο Ρίγκντον επισκέφθηκε τη Νέα Υόρκη, σύντομα έγινε ο κύριος συνεργάτης του Σμιθ.[86] Εν μέσω αυξανόμενης αντίθεσης στη Νέα Υόρκη, ο Σμιθ ανακοίνωσε μια αποκάλυψη ότι οι οπαδοί του θα έπρεπε να συγκεντρωθούν στο Κίρτλαντ του Οχάιο, να εγκατασταθούν ως κοινότητα και να αναμένουν νέα από την αποστολή του Κάουντερι.[13]

Ζωή στο Οχάιο (1831-1838)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη δεκαετία του 1830, η εκκλησία είχε ουσιαστικά τη βάση της στο Οχάιο.[87] Όταν ο Σμιθ εγκαταστάθηκε στο Κίρτλαντ τον Ιανουάριο του 1831, συνάντησε ένα θρησκευτικό κλίμα με έντονα εκδηλωσιακές μορφές πνευματικών χαρισμάτων, όπως λιποθυμίες και εκστάσεις, κυλίσματα στο έδαφος και γλωσσολαλιά.[88] Οι οπαδοί του Σίντνεϋ Ρίγκντον ασκούσαν μια μορφή κοινοκτημοσύνης. Ο Σμιθ υπήγαγε την εκκλησία του Κίρτλαντ στην εξουσία του και περιόρισε τα εκστατικά φαινόμενα.[89] Είχε υποσχεθεί στους πρεσβυτέρους της εκκλησίας ότι στο Κίρτλαντ θα λάμβαναν «ουράνιο χάρισμα». Στο γενικό συνέδριο του Ιουνίου 1831, εισήγαγε στην ιεραρχία το ανώτερο αξίωμα του Μελχισεδεκίου Ιερατείου.[90] Αργότερα έγραψε ότι αυτό το ιερατείο αποκαταστάθηκε μέσω επίσκεψης των αποστόλων Πέτρου, Ιακώβου και Ιωάννη.[91]

Ο ξάδερφος της Έμμα, Λέβι Λιούις, κατηγόρησε τον Σμιθ ότι προσπάθησε να αποπλανήσει τη νεαρή Ελίζα Γουίντερς, υποστηρίζοντας ότι είχε ακούσει τον Σμιθ και τον Χάρις να λένε ότι «η μοιχεία δεν είναι αμαρτία».[92] Το 1831, ο Σμιθ άρχισε ιδιωτικά να διδάσκει τον πολυμερή γάμο, σύμφωνα με διάφορες πηγές, ανάμεσά τους και οι απόστολοι Μπρίγκαμ Γιανγκ,[93] Όρσον Πρατ και Λάιμαν Τζόνσον. Την ίδια χρονιά είπε στη δωδεκάχρονη Μαίρη Ρόλινς ότι ο Θεός τον είχε διατάξει να την παντρευτεί· τελικά έγινε σύζυγός του τον Φεβρουάριο του 1842, σε ηλικία 23 ετών.[94][95][96]

Angry men surrounding Smith at night
Ένας όχλος επιτέθηκε τον Σμιθ και τον Ρίγκντον στις 24 Μαρτίου 1832. Ο Σμιθ ξυλοκοπήθηκε, δέθηκε, γυμνώθηκε, γρατζουνίστηκε, κάηκε, δηλητηριάστηκε και παραλίγο να ευνουχιστεί. Ο βρέφος γιος του πέθανε από ιλαρά λίγο αργότερα, γεγονός που οι Σμιθ απέδωσαν στην έκθεση στο κρύο κατά τη διάρκεια της επίθεσης.

Το 1831, η οικογένεια Τζόνσον από το Χάιραμ του Οχάιο βαπτίσθηκε στην εκκλησία του Σμιθ, περιλαμβανομένης της δεκαπεντάχρονης Μαρίνα.[97] Για επτά μήνες, ο Σμιθ και ο Ρίγκντον διέμεναν στο αγρόκτημα της οικογένειας.[97] Στις 24 Μαρτίου 1832, όχλος εισέβαλε τη νύχτα, τους έσυρε από τα κρεβάτια τους, τους ξυλοκόπησε άγρια και κατόπιν τους άλειψε με πίσσα και πούπουλα. Ο Σάιμοντς Ράιντερ, γράφοντας τη δεκαετία του 1860, υποστήριξε ότι η επίθεση προκλήθηκε επειδή οι πρόσφατοι προσήλυτοι πληροφορήθηκαν πως οι περιουσίες τους θα περνούσαν υπό τον έλεγχο της εκκλησίας·[98][χρειάζεται καλύτερη πηγή] κίνητρο το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον Σ. Φ. Γουίτνεϋ.[99]

Σε αντίθεση με τον Ρίγκντον, ο Σμιθ δέθηκε σε σανίδα και γυμνώθηκε ώστε ένας γιατρός να προχωρήσει σε ευνουχισμό. Όταν ο γιατρός αρνήθηκε να ολοκληρώσει τη διαδικασία, ο όχλος προσπάθησε να εξαναγκάσει τον Σμιθ να καταπιεί δηλητήριο, τσακίζοντας ένα δόντι του στη διαδικασία.[100] Τη δεκαετία του 1880, ο επικριτής του Σμιθ, Κλαρκ Μπράντεν, κατηγόρησε τον Σμιθ ότι ασκούσε πολυγαμία στο Κίρτλαντ και ότι ήταν «υπερβολικά οικείος» με τη Μαρίνα.[101] Ο Κόμπτον υποστηρίζει: «Η απόπειρα ευνουχισμού μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι ο όχλος πίστευε πως ο Τζόζεφ είχε διαπράξει σεξουαλική ανάρμοστη πράξη [...] είχαν προγραμματίσει την επιχείρηση εκ των προτέρων, καθώς έφεραν μαζί τους έναν γιατρό για να την εκτελέσει. Οι πρώτες αποκαλύψεις για την πολυγαμία είχαν ληφθεί το 1831 [...] Επίσης, ο Τζόζεφ Σμιθ τείνει να παντρεύεται γυναίκες που είχαν μείνει στο σπίτι του ή στο σπίτι των οποίων είχε φιλοξενηθεί.»[102] Το 1842, η Μαρίνα, τότε 26 ετών, έγινε μία από τις συζύγους του Σμιθ.[103]

Παρά την επίθεση, ο Σμιθ κήρυξε στην ενορία του την επόμενη μέρα και τέλεσε βαπτίσεις. Ο υιοθετημένος βρεφικός γιος του, Τζόζεφ Μέρντοκ, πέθανε από ιλαρά, το τέταρτο παιδί που έχασε η οικογένεια Σμιθ. Η οικογένεια συνέδεσε τον θάνατό του με την έκθεσή του στο κρύο κατά την επίθεση.[104]

Οι προσήλυτοι κατέφθαναν μαζικά στο Κίρτλαντ. Μέχρι το καλοκαίρι του 1835, υπήρχαν από χίλια πεντακόσια έως δύο χιλιάδες μέλη στην περιοχή,[87] πολλά από τα οποία περίμεναν από τον Σμιθ να τους οδηγήσει σύντομα στη Χιλιετή Βασιλεία.[105]

Τον Ιούλιο του 1831, ο Σμιθ επισκέφθηκε την Ιντιπέντενς, στην κομητεία Τζάκσον του Μιζούρι, και ανακοίνωσε μια αποκάλυψη ότι ο συνοριακός αυτός οικισμός ήταν το «κεντρικό σημείο» της Σιών.[106] Ο Σμιθ επισκέφθηκε ξανά το Μιζούρι στις αρχές του 1832 για να αποτρέψει εξέγερση επιφανών μελών της εκκλησίας που πίστευαν ότι η εκκλησία στο Μιζούρι παραμελούνταν.[107]

Στην κομητεία Τζάκσον, οι ήδη υπάρχοντες κάτοικοι του Μιζούρι δυσανασχετούσαν με τους νεοφερμένους Αγίους των Τελευταίων Ημερών τόσο για πολιτικούς όσο και για θρησκευτικούς λόγους.[108] Επιπλέον, η ταχεία τους ανάπτυξη προκάλεσε φόβους ότι σύντομα θα αποτελούσαν πλειοψηφία στις τοπικές εκλογές και έτσι θα «κυβερνούσαν την κομητεία».[109] Η ένταση αυξήθηκε έως τον Ιούλιο του 1833, όταν μη-Μορμόνοι εκδίωξαν βίαια τους Μορμόνους και κατέστρεψαν τις περιουσίες τους. Ο Σμιθ συμβούλευσε τους οπαδούς του να υπομείνουν υπομονετικά τη βία μέχρι να δεχθούν πολλαπλές επιθέσεις, οπότε και θα μπορούσαν να αντεπιτεθούν.[110] Ένοπλες ομάδες αντάλλαξαν πυρά, με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός Μορμόνου και δύο μη-Μορμόνων, έως ότου οι παλαιοί κάτοικοι εκδίωξαν βίαια τους Μορμόνους από την κομητεία.[111]

Αφού οι αναφορές στον κυβερνήτη του Μιζούρι απέβησαν άκαρπες,[112] τον Μάιο του 1834 ο Σμιθ οργάνωσε και ηγήθηκε μιας παραστρατιωτικής εκστρατείας 200 ανδρών, γνωστής ως «Στρατόπεδο της Σιών», για να ενισχύσει τα μέλη της εκκλησίας στην κομητεία Τζάκσον, Μιζούρι.[113] Ως στρατιωτική προσπάθεια, η εκστρατεία απέτυχε. Οι άνδρες ήταν ανοργάνωτοι, μια επιδημία χολέρας σκότωσε 14 άτομα και ήταν σοβαρά μειονεκτούντες αριθμητικά. Μέχρι τα τέλη Ιουνίου, ο Σμιθ αποκλιμάκωσε την αντιπαράθεση, αναζήτησε ειρήνη με τους κατοίκους της κομητείας Τζάκσον και διέλυσε το Στρατόπεδο της Σιών.[14] Παρ’ όλα αυτά, το Στρατόπεδο της Σιών (Camp Zion) μετέβαλε τη μελλοντική ηγεσία της Εκκλησίας των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, καθώς πολλοί μελλοντικοί ηγέτες προήλθαν από τους συμμετέχοντες.[114]

Αφού το Στρατόπεδο επέστρεψε στο Οχάιο, ο Σμιθ βασίστηκε σε πολλούς από τους συμμετέχοντες για να ιδρύσει διάφορα διοικητικά όργανα στην εκκλησία.[115] Έδωσε μια αποκάλυψη ανακοινώνοντας ότι, για να απολυτρώσουν τη Σιών, οι οπαδοί του θα έπρεπε να λάβουν μια δωρεά στο Ναό του Κίρτλαντ,[116] τον οποίο αυτός και οι οπαδοί του ανήγειραν. Τον Μάρτιο του 1836, κατά την αφιέρωση του ναού, πολλοί από όσους έλαβαν τη δωρεά ανέφεραν ότι είδαν οράματα αγγέλων και συμμετείχαν σε προφητείες και γλωσσολαλιά.[117]

Το 1836, ο Σμιθ ταξίδεψε στο Σάλεμ της Μασαχουσέτης για να αναζητήσει έναν θησαυρό νομισμάτων εκεί. Ο Σμιθ ανακοίνωσε πως είχε μια αποκάλυψη ότι ο Θεός είχε «πολύ θησαυρό σε αυτή την πόλη».[118] Έπειτα από έναν μήνα, αυτός και οι συνοδοί του επέστρεψαν στο Κίρτλαντ με άδεια χέρια.[119]

Το 1837, μια σειρά εσωτερικών διαφωνιών οδήγησε στην κατάρρευση της κοινότητας του Κίρτλαντ.[120] Τον Ιανουάριο του 1837, ο Σμιθ και άλλοι ηγέτες της εκκλησίας δημιούργησαν μια ανώνυμη εταιρεία μετοχών, την «Kirtland Safety Society», για να λειτουργήσει ως υποκατάστημα τράπεζας. Η εταιρεία εξέδωσε τραπεζογραμμάτια μερικώς καλυμμένα από ακίνητη περιουσία. Ο Σμιθ ενθάρρυνε τους οπαδούς του να αγοράσουν τα τραπεζογραμμάτια, στα οποία είχε επενδύσει και ο ίδιος σημαντικά. Η τράπεζα χρεοκόπησε μέσα σε ένα μήνα, εν μέρει λόγω μιας εθνικής χρηματοοικονομικής κρίσης.[121] Ως αποτέλεσμα, οι Μορμόνοι στο Κίρτλαντ υπέστησαν ακραίες οικονομικές διακυμάνσεις και ασφυκτική πίεση από εισπράκτορες χρεών. Ο Σμιθ θεωρήθηκε υπεύθυνος για την αποτυχία, και υπήρξαν μαζικές αποχωρήσεις από την εκκλησία, συμπεριλαμβανομένων πολλών από τους πιο κοντινούς του συμβούλους.[122] Η κατασκευή του Ναού του Κίρτλαντ είχε μόνο αυξήσει το χρέος της εκκλησίας, και ο Σμιθ καταδιωκόταν από τους πιστωτές.[123] Ο Σμιθ και ο Ρίγκντον κατηγορήθηκαν για παράνομη λειτουργία τράπεζας· και οι δύο κρίθηκαν ένοχοι και τους επιβλήθηκαν πρόστιμα.[124]

Τον Ιούνιο του 1837, ο Σμιθ συνελήφθη με την κατηγορία ότι συνωμότησε να δολοφονήσει τον επικριτή του, Γκράντισον Νιούελ. Οι Σόλομον Ντέντον και Όρσον Χάιντ κατέθεσαν υπέρ της κατηγορίας. Ο Σμιθ αθωώθηκε.[125]

Επίσης, το 1837, ο Όλιβερ Κάουντερυ, που ήταν τότε βοηθός πρόεδρος της εκκλησίας, κατηγόρησε τον Σμιθ ότι είχε σεξουαλική σχέση με μια νεαρή υπηρέτρια στο σπίτι του, τη Φάνι Άλγκερ.[126] Ο Σμιθ, που ήταν παντρεμένος με την Έμμα εκείνη την περίοδο, είπε λίγα για τη σχέση, αλλά αρνήθηκε ρητά ότι είχε διαπράξει μοιχεία. Πραγματικά, οι σύγχρονοι του Σμιθ συμφωνούν ότι πιθανόν είχε παντρευτεί την Άλγκερ ως πολυγαμική σύζυγο.[127] Ο Κάουντερυ υπέστη διαδικασίες εξοστρακισμού για «την απόπειρα καταστροφής του χαρακτήρα του Προέδρου Τζόζεφ Σμιθ, Τζούνιορ, με ψευδείς υπαινιγμούς ότι ήταν ένοχος μοιχείας»,[128][129] αλλά το 2014 η εκκλησία των Λατέρ Ντέι Σαιντ παραδέχθηκε ότι ο Σμιθ είχε πραγματικά συζυγική σχέση με την Άλγκερ.[130]

Μέχρι το 1838, ο Σμιθ αντιμετώπιζε εκτεταμένη ανυπακοή από υψηλόβαθμους ηγέτες της εκκλησίας που τον κατηγόρησαν ότι είχε «πέσει» από τον προφητικό του ρόλο, καθώς και σωρεία αγωγών. Στις 12 Ιανουαρίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για τον Σμιθ με την κατηγορία απάτης τραπεζών. Εκείνη τη νύχτα, αυτός και ο Σίντνεϊ Ρίγκντον διέφυγαν από το Κίρτλαντ για να ενωθούν με τους Μορμόνους στο Φαρ Γουέστ, Μιζούρι.[15] Οι επικριτές του Σμιθ στο Κίρτλαντ πήραν τον έλεγχο του ναού, αλλά πολλοί Μορμόνοι του Κίρτλαντ τελικά ακολούθησαν τον Σμιθ στο Μιζούρι.[131]

Ζωή στο Φαρ Γουέστ του Μιζούρι (1838-1839)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έως το 1838, ο Σμιθ είχε εγκαταλείψει τα σχέδια για την αποκατάσταση της Σιών στην κομητεία Τζάκσον και αντίθετα ανακήρυξε την πόλη Φαρ Γουέστ, στην κομητεία Κάλντουελ του Μιζούρι, ως τη νέα «Σιών».[132] Στο Μιζούρι, η εκκλησία υιοθέτησε επίσης το όνομα «Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών», και ξεκίνησε η κατασκευή ενός νέου ναού.[133] Τις εβδομάδες και μήνες μετά την άφιξη του Σμιθ και του Ρίγκντον στο Φαρ Γουέστ, χιλιάδες Άγιοι των Τελευταίων Ημερών ακολούθησαν από την Κίρτλαντ.[134] Ο Σμιθ ενθάρρυνε την αποίκιση γης εκτός της κομητείας Κάλντουελ, ιδρύοντας μια αποικία στο Άνταμ-οντι-Άχμαν, στην κομητεία Ντέιβιες.[135]

Από το 1830, οι ισχυρισμοί του Σμιθ για τις χρυσές πλάκες είχαν επιβεβαιωθεί από τις μαρτυρίες των Τριών Μαρτύρων: Όλιβερ Κάουντρι, Μάρτιν Χάρις και Ντέιβιντ Γουίτμερ. Τον Μάρτιο του 1838, ο Χάρις αρνήθηκε δημόσια ότι είχε δει ποτέ πραγματικά τις χρυσές πλάκες, ενώ οι Γουίτμερ και Κάουντρι εκδιώχθηκαν από την εκκλησία για διαφωνία τον Απρίλιο. Τον Ιούνιο του 1838 σχηματίστηκε μια μυστική ομάδα, οι Δαϊνίτες, για να αντιμετωπίσει τους διαφωνούντες που είχαν αποσκιρτήσει από τον Σμιθ.[136] Ένα γράμμα απευθυνόταν ειδικά στους κύριους διαφωνούντες: Όλιβερ Κάουντρι, Ντέιβιντ Γουίτμερ, Τζον Γουίτμερ, Ουίλιαμ Γουάινς Φελπς και Λάιμαν Ε. Τζόνσον. Το γράμμα απαίτησε από τους διαφωνούντες να εγκαταλείψουν την κομητεία, προειδοποιώντας: «αναχωρήστε, αλλιώς θα σας βρει μια ακόμη πιο μοιραία συμφορά». Το γράμμα — που αργότερα έγινε γνωστό ως «Μανιφέστο των Δαϊνιτών» — φέρει τις υπογραφές ογδόντα τριών Μορμόνων, συμπεριλαμβανομένου του αδελφού του Σμιθ και μέλους της Πρώτης Προεδρίας, Χάιρουμ, αλλά όχι του ίδιου του Σμιθ ή του Ρίγκντον.[136] Το γράμμα πέτυχε τον στόχο του, και οι λίγοι αναφερόμενοι διαφωνούντες εγκατέλειψαν γρήγορα την κομητεία. Τον Ιούλιο, ο Σμιθ σημείωσε στο ημερολόγιό του ότι οι Δαϊνίτες αποτελούσαν δύναμη «για να διορθώσουν ό,τι δεν είναι σωστό και να καθαρίσουν την Εκκλησία από κάθε μεγάλο κακό».[137][138]

Από το 1838, ο Σμιθ έλεγε στους οπαδούς του ότι ως έφηβος τον είχαν επισκεφτεί «δύο πρόσωπα» που ταύτισε με τον Θεό και τον Ιησού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του 1838, ο νεαρός Σμιθ ρώτησε τα πρόσωπα ποια εκκλησία ήταν σωστή, και του απάντησαν ότι όλες ήταν λάθος.[139]

Οι πολιτικές και θρησκευτικές διαφορές μεταξύ των παλαιών κατοίκων του Μιζούρι και των νεοφερμένων Μορμόνων δημιούργησαν ένταση μεταξύ των δύο ομάδων, όπως είχε συμβεί και στην κομητεία Τζάκσον. Έχοντας βιώσει βία από όχλο προηγουμένως, ο Σμιθ πίστευε πλέον ότι η επιβίωση της πίστης του απαιτούσε μεγαλύτερη στρατιωτική ετοιμότητα κατά των αντιμορμόνων.[140] Οι εντάσεις κλιμακώθηκαν γρήγορα έως ότου, στις 6 Αυγούστου 1838, μη Μορμόνοι στο Γκάλατιν του Μιζούρι προσπάθησαν να εμποδίσουν τους Μορμόνους από το να ψηφίσουν, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει συμπλοκή.[141] Οι συγκρούσεις της ημέρας των εκλογών ξεκίνησαν τον Πόλεμο των Μορμόνων του 1838. Μη Μορμόνοι επιδρομείς λεηλάτησαν και έκαψαν αγροκτήματα Μορμόνων, ενώ οι Δαϊνίτες και άλλοι Μορμόνοι λεηλάτησαν πόλεις μη Μορμόνων.[16]

Στη Μάχη του Κρουκεντ Ρίβερ, ομάδα Μορμόνων επιτέθηκε στην πολιτειακή στρατονομία του Μιζούρι, μπερδεύοντάς τους με αντιμορμονικούς επιδρομείς. Ο κυβερνήτης Λίλμπερν Μπογκς διέταξε τότε την «εξόντωση ή την εκδίωξη των Μορμόνων από την πολιτεία».[142] Στις 30 Οκτωβρίου, ομάδα Μιζουριανών αιφνιδίασε και σκότωσε δεκαεπτά Μορμόνους στη σφαγή του Χάουνς Μιλ.[143]

Men are shuffled into a small brick building
Ο Σμιθ συλλήφθηκε και έμεινε 4 μήνες στην φυλακή Λίμπερτι

Την επόμενη ημέρα, οι Μορμόνοι παραδόθηκαν σε 2.500 στρατεύματα της πολιτείας, συμφωνώντας να παραδώσουν την περιουσία τους και να εγκαταλείψουν την πολιτεία.[144] Ο Σμιθ οδηγήθηκε αμέσως σε στρατιωτικό δικαστήριο, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε εκτέλεση το πρωί της επόμενης μέρας, αλλά ο Αλεξάντερ Ντόνιπαν, πρώην δικηγόρος του Σμιθ και ταγματάρχης της πολιτειακής πολιτοφυλακής, αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή.[145] Ο Σμιθ στάλθηκε σε πολιτειακό δικαστήριο για προκαταρκτική ακρόαση, όπου πολλοί πρώην σύμμαχοί του κατέθεσαν εναντίον του.[146] Ο Σμιθ και πέντε άλλοι, μεταξύ των οποίων ο Ρίγκντον, κατηγορήθηκαν για προδοσία και μεταφέρθηκαν στη φυλακή Liberty του Μιζούρι για να περιμένουν τη δίκη.[147]

Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο Σμιθ έγραψε προσωπική υπεράσπιση και συγγνώμη για τις ενέργειες των οπαδών του.[148] Αν και συνέστησε στους πιστούς να συγκεντρώσουν και να δημοσιεύσουν τις διηγήσεις τους για την καταπίεση που υπέστησαν, τους προέτρεψε επίσης να μετριάσουν τον αντιμορμονικό τους θυμό.[149] Στις 6 Απριλίου 1839, μετά από ακρόαση μεγάλης ένορκης επιτροπής στην κομητεία Ντέιβις, ο Σμιθ και οι σύντροφοί του διέφυγαν, σχεδόν βέβαια με τη συνωμοτική βοήθεια του σερίφη και των φρουρών.[17]

Ζωή στο Ναβού του Ιλινόι (1839-1844)

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλές αμερικανικές εφημερίδες καταδίκασαν το Μιζούρι για τη σφαγή στον μύλο του Χον (Haun's Mill Massacre) και για την εκδίωξη των Μορμόνων από την πολιτεία.[150] Στη συνέχεια, το Ιλινόι δέχθηκε τους Μορμόνους πρόσφυγες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στις όχθες του ποταμού Μισισιπή,[151] όπου ο Σμιθ αγόρασε σε υψηλή τιμή βαλτώδη δασική γη, στον οικισμό Κόμερς.[152] Προσπάθησε να παρουσιάσει τους Μορμόνους ως καταπιεσμένη μειονότητα και απευθύνθηκε ανεπιτυχώς στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση ζητώντας αποζημιώσεις.[153]

On horseback, Smith leads soldiers bearing flags
Απεικόνηση του Σμιθ ως ηγέτης της Λεγεώνας του Ναβού

Ο Σμιθ προσέλκυσε επίσης μερικούς εύπορους και επιφανείς συμμάχους, μεταξύ των οποίων τον Τζον Σ. Μπένετ, γενικό επιτελάρχη του Ιλινόι.[154] Ο Μπένετ αξιοποίησε τις διασυνδέσεις του στη νομοθετική συνέλευση του Ιλινόι ώστε να εξασφαλίσει για τη νέα πόλη έναν εξαιρετικά φιλελεύθερο χάρτη, την οποία ο Σμιθ μετονόμασε σε «Ναβού».[155] Ο χάρτης παρείχε στην πόλη σχεδόν πλήρη αυτονομία, προέβλεπε ίδρυση πανεπιστημίου και παραχώρησε στο Ναβού εξουσία habeas corpus — που επέτρεπε στον Σμιθ να αποτρέπει την έκδοσή του στο Μιζούρι. Αν και οι εκκλησιαστικές αρχές των Αγίων των Τελευταίων Ημερών έλεγχαν την πολιτική διοίκηση του Ναβού, η πόλη εγγυόταν θρησκευτική ελευθερία στους κατοίκους της.[156] Ο χάρτης προέβλεπε επίσης τη συγκρότηση της Λεγεώνας του Ναβού, μιας πολιτοφυλακής της οποίας οι ενέργειες περιορίζονταν μόνο από τα συντάγματα της πολιτείας και της ομοσπονδίας. Ο Μπένετ και ο Σμιθ ανέλαβαν οι ίδιοι τη διοίκηση, με τους τίτλους του Υποστρατήγου και του Αντιστρατήγου αντίστοιχα, ελέγχοντας έτσι το μακράν μεγαλύτερο ένοπλο σώμα στο Ιλινόι.[157] Ο Σμιθ διόρισε τον Μπένετ Βοηθό Πρόεδρο της Εκκλησίας, ενώ εκείνος εκλέχθηκε και ως πρώτος δήμαρχος του Ναβού.[158]

People enter and leave the ornate Nauvoo Temple
Ο Σμιθ οργάνωσε την κατασκευή του Ναού του Ναβού, ο οποίος τελείωσε μετά τον θάνατο.

Τα πρώτα χρόνια στο Ναβού υπήρξαν περίοδος δογματικών καινοτομιών. Ο Σμιθ εισήγαγε το βάπτισμα για τους νεκρούς το 1840 και το 1841 άρχισε η ανέγερση του Ναού του Ναβού, ως τόπου ανάκτησης χαμένων αρχαίων γνώσεων.[159] Μια αποκάλυψη του 1841 υποσχέθηκε την αποκατάσταση του «πληρώματος της ιεροσύνης»· και τον Μάιο του 1842 ο Σμιθ εισήγαγε μια αναθεωρημένη τελετή ενδυνάμωσης ή «πρώτης χρίσης».[160] Η τελετή θύμιζε τις μασονικές τελετουργίες που ο Σμιθ είχε παρακολουθήσει δύο μήνες νωρίτερα, όταν έγινε δεκτός «κατ’ όψιν» στη μασονική στοά του Ναβού.[161] Αρχικά, η ενδυνάμωση ήταν ανοικτή μόνο στους άνδρες, οι οποίοι εισέρχονταν σε μια ειδική ομάδα που ονομαζόταν «Χρισμένοι». Για τις γυναίκες, ο Σμιθ ίδρυσε την Εταιρεία Ανακουφίσεως, μια αδελφότητα και λέσχη υπηρεσίας, μέσα στην οποία προφήτευσε ότι οι γυναίκες θα λάβουν «τα κλειδιά της βασιλείας».[162] Ο Σμιθ επεξέτεινε επίσης το όραμά του για μια Χιλιετή Βασιλεία: δεν φανταζόταν πλέον την ανέγερση της Σιών αποκλειστικά στο Ναβού, αλλά έβλεπε τη Σιών να περιλαμβάνει ολόκληρη τη Βόρεια και Νότια Αμερική, με τους Μορμονικούς οικισμούς να αποτελούν «πάσσαλους» της μεταφορικής σκηνής της Σιών.[163] Η Σιών δεν παρουσιαζόταν πλέον τόσο ως καταφύγιο από επερχόμενη θλίψη, αλλά ως ένα μεγαλεπήβολο οικοδομικό έργο.[164] Το καλοκαίρι του 1842, ο Σμιθ αποκάλυψε ένα σχέδιο για την εγκαθίδρυση της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού, που τελικά θα ασκούσε θεοκρατική κυριαρχία σε ολόκληρη τη Γη.[165]

Στο Ναβού, ο Σμιθ ασκούσε μυστικά πολυμερή γάμο.[β][167] Εισήγαγε τη διδασκαλία αυτή σε μερικούς από τους στενότερους συνεργάτες του, μεταξύ των οποίων και στον Μπένετ.[168] Όταν διαδόθηκαν φήμες για πολυμερείς γάμους (τους οποίους ο Μπένετ αποκαλούσε «πνευματική συζυγία»), ο Σμιθ τον ανάγκασε να παραιτηθεί από τη δημαρχία. Σε αντίποινα, ο Μπένετ εγκατέλειψε το Ναβού και άρχισε να δημοσιεύει σκανδαλώδεις κατηγορίες εναντίον του Σμιθ και των οπαδών του.[169]

Καθώς περνούσε το 1842, η κοινή γνώμη στο Ιλινόι στράφηκε σταδιακά εναντίον των Μορμόνων. Τον Μάιο του 1842, μετά τον πυροβολισμό και τον τραυματισμό του πρώην κυβερνήτη του Μιζούρι, Λίλμπερν Μπογκς, από άγνωστο δράστη, κυκλοφόρησαν φήμες από τους αντι-Μορμόνους ότι ο σωματοφύλακας του Σμιθ, Πόρτερ Ρόκγουελ, ήταν ο εκτελεστής.[170] Τον Ιούλιο, ο νεο-αφορισμένος Τζον Σ. Μπένετ δημοσίευσε επιστολή όπου ισχυριζόταν ότι ο Σμιθ είχε ομολογήσει πως έστειλε τον Ρόκγουελ να «εκπληρώσει προφητεία» σκοτώνοντας τον Μπογκς. Οι ισχυρισμοί του Μπένετ θεωρήθηκαν ευρέως ως απόπειρα εκδίκησης για τον πρόσφατο αφορισμό του, με τον ίδιο τον κυβερνήτη Φορντ να γράφει αργότερα ότι ο Μπένετ «παντού παρουσιαζόταν ως ο ίδιος διεφθαρμένος, ανήθικος και ακόλαστος χαρακτήρας».[171][172] Παρά το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν έμμεσα, ο νέος κυβερνήτης του Μιζούρι ζήτησε την έκδοση του Σμιθ, και ο κυβερνήτης του Ιλινόι, Τόμας Κάρλιν, εξέδωσε ένταλμα σύλληψης. Βέβαιος ότι θα σκοτωνόταν αν επέστρεφε ποτέ στο Μιζούρι, ο Σμιθ κρύφτηκε δύο φορές μέσα στους επόμενους πέντε μήνες, μέχρις ότου ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας του Ιλινόι αποφάνθηκε ότι η έκδοσή του θα ήταν αντισυνταγματική.[173] Ο Ρόκγουελ αργότερα αφέθηκε ελεύθερος, καθώς ένα σώμα ενόρκων στο Μιζούρι αρνήθηκε να τον κατηγορήσει για την απόπειρα δολοφονίας.

Τον Μάιο του 1843, ο Σμιθ νυμφεύθηκε την δεκατετράχρονη Έλεν Μαίρ Κίμπαλ, κόρη του αποστόλου Χίμπερ Σ. Κίμπαλ, ο οποίος εκείνη την εποχή είχε ήδη δύο συζύγους και είχε ενθαρρύνει την κόρη του να αποδεχθεί τον γάμο.[174]

Τον Ιούνιο του 1843, ο κυβερνήτης του Ιλινόι, Τόμας Φορντ, εξέδωσε ένταλμα για την έκδοση του Σμιθ στο Μιζούρι με την εκκρεμή κατηγορία εσχάτης προδοσίας. Δύο αξιωματικοί τον συνέλαβαν, αλλά αναχαιτίστηκαν από ομάδα Μορμόνων πριν καταφέρουν να τον μεταφέρουν. Ο Σμιθ απελευθερώθηκε αργότερα με απόφαση habeas corpus του δημοτικού δικαστηρίου του Ναβού.[175] Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν σημαντικές πολιτικές αντιδράσεις στο Ιλινόι.[176]

A daguerreotype of a man
Σύμφωνα με τους ερευνητές Ρόναλντ Ρόμιγκ και Λάχλαν ΜακΚέι, ο Σμιθ φωτογραφήθηκε σε νταγκεροτυπία από τον Λούσιαν Ρ. Φόστερ κάπου το 1844· η φωτογραφία δημοσιεύθηκε το 2022 στο John Whitmer Historical Association Journal.[177][178]

Στις 12 Ιουλίου 1843, ο Τζόζεφ Σμιθ υπαγόρευσε αποκάλυψη περί πολυμερούς γάμου· ο Χάιραμ την ανέγνωσε στο Ανώτατο Συμβούλιο στις 12 Αυγούστου, διχάζοντας την ιεραρχία σε υποστηρικτές και αντιπάλους της πρακτικής.[179] Την 1η Αυγούστου, ο Σμιθ επιτέθηκε στον εκτιμητή της κομητείας Γουόλτερ Μπάγκμπι· δήλωσε ένοχος, του επιβλήθηκε πρόστιμο, και αυτό καταβλήθηκε.[180] Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, κατηγορήθηκε για επίθεση και βιαιοπραγία κατά κατοίκου της Βαρσοβίας ονόματι Μπένετ [όχι ο Τζον Σ. Μπένετ]. Ο κλητήρας Τζέιμς Τσαρλς έφθασε στο Ναβού με ένταλμα σύλληψης, αλλά πληροφορήθηκε ότι ο Σμιθ είχε ήδη δικαστεί και αθωωθεί από το δημοτικό δικαστήριο του Ναβού.[181][182][183]

Στις 5 Νοεμβρίου 1843, ο Σμιθ αρρώστησε και υποπτεύθηκε ότι είχε δηλητηριαστεί, ίσως από την ίδια του τη σύζυγο, Έμμα.[184] Τον Δεκέμβριο του 1843, υπέβαλε αίτημα στο Κογκρέσο για να αναγνωρισθεί το Ναβού ως ανεξάρτητη επικράτεια με δικαίωμα να καλεί ομοσπονδιακά στρατεύματα προς υπεράσπισή του.[185] Στη συνέχεια, απέστειλε επιστολές στους κορυφαίους υποψηφίους για την προεδρία, ρωτώντας τι προτίθεντο να πράξουν για την προστασία των Μορμόνων. Καθώς έλαβε αόριστες ή αρνητικές απαντήσεις, ανακοίνωσε την ανεξάρτητη υποψηφιότητά του για Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ανέστειλε τη συνηθισμένη ιεραποστολή και έστειλε το Κολέγιο των Δώδεκα Αποστόλων και εκατοντάδες άλλους ως «πολιτικούς ιεραποστόλους».[186]

Το 1844, ο Σμιθ εγκαινίασε επίσημα την προεδρική του εκστρατεία, με πρόγραμμα που προέβλεπε τη σταδιακή κατάργηση της δουλείας, την προστασία των ελευθεριών των Αγίων των Τελευταίων Ημερών και άλλων μειονοτήτων, τη μείωση του μεγέθους του Κογκρέσου, την επανίδρυση εθνικής τράπεζας, τη μεταρρύθμιση των φυλακών και την προσάρτηση των πολιτειών του Τέξας, της Καλιφόρνιας και του Όρεγκον.

Σύλληψη και θανάτωση από την επίθεση οχλού

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 1844, ξέσπασε ρήξη ανάμεσα στον Σμιθ και σε μισή ντουζίνα από τους πιο στενούς του συνεργάτες.[187] Ο Ρόμπερτ Ντ. Φόστερ, γιατρός και στρατηγός της Λεγεώνας του Ναβού, επέστρεψε σπίτι και βρήκε τον Σμιθ με τη σύζυγό του, Σάρα· εκείνη αργότερα παραδέχθηκε ότι ο Σμιθ είχε κηρύξει τον πολυμερή γάμο και προσπάθησε να τη δελεάσει. Όταν ο Σμιθ έκανε παρόμοιες προτάσεις και στη σύζυγο του Γουίλιαμ Λο, Τζέιν,[188] ο Λο τον απείλησε ότι θα τον εκθέσει εάν δεν παρουσιαζόταν ενώπιον του Ανώτατου Συμβουλίου για να ομολογήσει και να μετανοήσει.[188] Στις 8 Ιανουαρίου 1844, ο Σμιθ αφαίρεσε τον Λο από την Πρώτη Προεδρία.[189][190]

Τον Μάρτιο του 1844, ο Σμιθ οργάνωσε κρυφά το Συμβούλιο των Πενήντα και το ανέθεσε να αποφασίζει ποιοι εθνικοί ή πολιτειακοί νόμοι θα έπρεπε να τηρούν οι Μορμόνοι, να συγκροτήσει δική του κυβέρνηση και να βρει τόπο όπου θα μπορούσαν να ζήσουν υπό θεοκρατικό δίκαιο, πέρα από τον έλεγχο άλλων κυβερνήσεων — πιθανώς των πολιτειών του Τέξας, του-- Όρεγκον ή στην μεξικανοκρατούμενη Καλιφόρνια.[191] Στις 9 Μαρτίου, ο Σμιθ εκφώνησε κήρυγμα περί της πολλαπλότητας των θεών, δόγμα που οι διαφωνούντες θεώρησαν ειδωλολατρική βλασφημία.[192] Στις 18 Απριλίου, το Συμβούλιο τον εξέλεξε ομόφωνα ως «Προφήτη, Ιερέα και Βασιλέα» — προσωνύμια που συνήθως αποδίδονταν στον Ιησού Χριστό.[193][194]

Την ίδια ημέρα (18 Απριλίου) ο Σμιθ αφόρισε τους διαφωνούντες από την Εκκλη

«Τι πράγμα είναι για έναν άνθρωπο να κατηγορείται ότι διέπραξε μοιχεία και ότι έχει επτά γυναίκες, όταν δεν μπορώ να βρω ούτε μία πέρα από τη σύζυγό μου. Είμαι ο ίδιος άνθρωπος, τόσο αθώος όσο πριν δεκατέσσερα χρόνια· και μπορώ να αποδείξω πως όλοι τους είναι ψευδομάρτυρες.»

Τζόζεφ Σμιθ
26 Μαΐου, 1844..

σία, κατηγορώντας τους ότι συνωμοτούσαν για τη δολοφονία του.[192] Σε απάντηση, ο Λο και άλλοι ίδρυσαν την Αληθινή Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, διδάσκοντας ότι ο Σμιθ υπήρξε κάποτε αληθινός προφήτης, αλλά είχε πλέον πέσει σε αμαρτία. Στις 23 Μαΐου, ο Λο και ο Φόστερ κατέθεσαν ενώπιον σώματος ενόρκων στην Καρθαγένη, το οποίο απήγγειλε κατηγορίες εναντίον του Σμιθ για «μοιχεία, πορνεία και ψευδορκία». Στις 26 Μαΐου, ο Σμιθ απάντησε με νέα δημόσια διάψευση.[195]

Στις 7 Ιουνίου, οι αποστάτες κυκλοφόρησαν το πρώτο φύλλο της εφημερίδας Nauvoo Expositor, τετρασέλιδο έντυπο που «αποκάλυπτε» την κρυφή πρακτική του πολυμερούς γάμου από τον Σμιθ και την πρόθεσή του να εγκαθιδρύσει θεοκρατία.[18] Υποστήριζε επίσης ότι η νέα διδασκαλία περί «πολλών Θεών» ήταν βλάσφημη.[196][197] Θεωρώντας ότι το φύλλο θα προκαλούσε νέο κύκλο βίας κατά των Μορμόνων, το δημοτικό συμβούλιο του Ναβού το χαρακτήρισε δημόσιο κίνδυνο, και ο Σμιθ διέταξε τη Λεγεώνα του Ναβού να συνδράμει την αστυνομία στην καταστροφή του τυπογραφείου.[198] Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων του συμβουλίου, ο Σμιθ υποκίνησε σθεναρά το συμβούλιο να διατάξει την καταστροφή της εφημερίδας, χωρίς να καταλάβει πως η καταστροφή της εφημερίδας θα δημιουργούσε μεγαλύτερες πιθανότητες να υποκινηθεί επίθεση ενάντια τους μορμόνους, δημιουργόντας πιο πολύ κίνδυνο από κάθε κατηγορία που θα μπορούσε να εκτοξεύσει η εφημερίδα.[199] Στις 11 Ιουνίου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του Σμιθ με την κατηγορία υποκίνησης ταραχών.[199] Η καταστροφή της εφημερίδας πυροδότησε έντονη έκκληση για ένοπλη αντίδραση από τον Τόμας Σαρπ, εκδότη της εφημερίδας Warsaw Signal και μακροχρόνιο επικριτή του Σμιθ.[200]

Ο αντιστράτηγος Τζόζεφ Σμιθ έκανε την τελευταία του δημόσια ανακοίνωση στις 18 Ιουνίου, απευθυνόμενος στην Λεγεώνα του Ναβού.

Στις 12 Ιουνίου, ο αστυνόμος Ντέιβιντ Μπέτισγουορθ έφθασε στο Ναβού για να συλλάβει τον Τζόζεφ Σμιθ και να τον μεταφέρει στην Καρθαγένη, αλλά ο Σμιθ αφέθηκε και πάλι ελεύθερος από το δημοτικό δικαστήριο. Ο Μπέτισγουορθ έφυγε αλλά υποσχέθηκε ότι θα επέστρεφε.[199] Φοβούμενος περαιτέρω προσπάθειες σύλληψης και τη βία του όχλου, ο Σμιθ κινητοποίησε τη Λεγεώνα του Ναβού στις 18 Ιουνίου και κήρυξε στρατιωτικό νόμο.[19]

Οι αρχές στην Καρθαγένη (Carthage) κινητοποίησαν απόσπασμα της πολιτειακής πολιτοφυλακής, και ο κυβερνήτης Φορντ απείλησε με μεγαλύτερη δύναμη αν ο Σμιθ και το δημοτικό συμβούλιο δεν παραδίδονταν.[201] Ο Σμιθ αρχικά διέφυγε πέρα από τον ποταμό Μισισιπή, αλλά σύντομα επέστρεψε και παραδόθηκε στον Φορντ, αφού έλαβε διαβεβαιώση για την ασφάλειά του.[20] Στις 25 Ιουνίου, ο Σμιθ και ο αδελφός του Χάιραμ έφθασαν στην Καρθαγένη για να δικαστούν για υποκίνηση ταραχών.[202] Όταν φυλακίστηκαν, οι κατηγορίες μετατράπηκαν σε εσχάτη προδοσία, πράγμα που απέκλειε την αποφυλάκιση με εγγύηση.[21] Μαζί τους φυλακίστηκαν ο Τζον Τέιλορ και ο Γουίλαρντ Ρίτσαρντς.[203] Δύο φίλοι, ο Τζον Φούλμερ και ο Σάιρους Γουίλοκ, επισκέφθηκαν τους κρατούμενους και κατάφεραν να τους περάσουν λαθραία δύο περίστροφα.[204]

Ένα έργο του 19ου αιώνα που απεικονίζει την επίθεση του όχλου στην φυλακή της Καρθαγένης

Στις 27 Ιουνίου 1844, ο Σμιθ και οι άλλοι κρατούμενοι βρίσκονταν στην κρεβατοκάμαρα του δεσμοφύλακα, η οποία δεν είχε σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα.[204] Αν και ο Σμιθ δεχόταν απειλές θανάτου και είχε ιστορικό επιτυχημένων αποδράσεων, εκείνος και οι άλλοι κρατούμενοι φυλάσσονταν από μόλις έξι άνδρες.[205][206][207] Όταν έγινε γνωστό ότι ο Σμιθ είχε ανεπαρκή φρουρά, ένας ένοπλος όχλος με μασκαρεμένα πρόσωπα εισέβαλε στη φυλακή. Ο Σμιθ, νομίζοντας αρχικά ότι ήταν η Λεγεώνα του Ναβού, είπε στον δεσμοφύλακα: «Μην ανησυχείς [...] έχουν έρθει να με σώσουν.»[22][208] Οι φρουροί, σύμφωνα με αναφορές, προσποιήθηκαν ότι υπερασπίζονταν τη φυλακή πυροβολώντας ή ρίχνοντας άσφαιρα πάνω από τα κεφάλια των επιτιθεμένων, και μερικοί από τους "Γκρέις" φέρεται να ενώθηκαν με τον όχλο, που όρμησε πάνω στις σκάλες. Ο όχλος προσπάθησε πρώτα να σπρώξει την πόρτα για να πυροβολήσει μέσα στο δωμάτιο, αλλά ο Σμιθ και οι άλλοι κρατούμενοι αντιστάθηκαν και τους εμπόδισαν.

Ο Σμιθ πυροβολήθηκε πολλαπλές φορές, μετά και αφού έπεσε κάτω από το παράθυρο.[209]

Ο Χάιραμ, που προσπαθούσε να ασφαλίσει την πόρτα, σκοτώθηκε ακαριαία από πυροβολισμό στο πρόσωπο. Ο Σμιθ πυροβόλησε τρεις φορές με το λαθραίο περίστροφο τύπου "pepper-box", τραυματίζοντας τρεις άνδρες,[210] πριν τρέξει προς το παράθυρο.[204] Δέχθηκε πολλαπλούς πυροβολισμούς προτού πέσει από το παράθυρο, φωνάζοντας: «Ω Κύριε Θεέ μου!» Πέθανε λίγο μετά την πτώση στο έδαφος, αλλά πυροβολήθηκε ξανά αρκετές φορές από έναν πρόχειρο εκτελεστικό απόσπασμα πριν διαλυθεί ο όχλος.[23] Ο Σμιθ ήταν ο πρώτος υποψήφιος για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών που δολοφονήθηκε.[211]

Άμεσο επακόλουθο και ταφή

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέσως μετά τον θάνατο του Σμιθ, οι εφημερίδες εκτός αυτές των Μορμόνων σχεδόν ομόφωνα τον παρουσίασαν ως θρησκευτικό φανατικό.[212] Αντίθετα, μέσα στην κοινότητα των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, ο Σμιθ θεωρήθηκε μαρτυρικός προφήτης.[213]

Οι μάσκες θανάτου του Τζόζεφ Σμιθ (αριστερά) και του Άιραμ Σμιθ (δεξιά)

Μετά από δημόσια κηδεία και θέαση των σωμάτων των δύο αδελφών, η χήρα του Σμιθ—που φοβόταν ότι οι εχθρικοί μη-Μορμόνοι θα προσπαθούσαν να βεβηλώσουν τα λείψανα—φρόντισε να τα θάψει νύχτα σε μυστική τοποθεσία, με κενές σαρκοφάγους γεμισμένες με σακιά άμμου να τοποθετούνται στον δημόσιο τάφο.[214][215] Αργότερα τα σώματα μετακινήθηκαν και ετάφησαν εκ νέου κάτω από ένα βοηθητικό κτίσμα στην ιδιοκτησία των Σμιθ, κοντά στον ποταμό Μισισιπή.[216]

Μέλη της Αναδιοργανωμένης Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών (RLDS Church), υπό την καθοδήγηση του τότε προέδρου της RLDS, Φρέντερικ Μ. Σμιθ (εγγονού του Τζόζεφ Σμιθ), αναζήτησαν, εντόπισαν και ξέθαψαν τα λείψανα των αδελφών Σμιθ το 1928 και τα επανέθαψαν, μαζί με τη σύζυγο του Σμιθ, στο Οικογενειακό Κοιμητήριο των Σμιθ (Smith Family Cemetery) στο Ναβού.[214][216]

Τάφος του Τζόζεφ, της Έμμα και του Χάιρουμ Σμιθ, στο Ναβού της αμερικάνικης πολιτείας του Ιλινόι

Σύγχρονοι βιογράφοι και μελετητές συμφωνούν ότι ο Σμιθ υπήρξε μία από τις πιο επιδραστικές, χαρισματικές και καινοτόμες μορφές στην αμερικανική θρησκευτική ιστορία.[217] Σε μια συλλογή του 2015 με τους 100 Σημαντικότερους Αμερικανούς Όλων των Εποχών, το Smithsonian κατέταξε τον Σμιθ πρώτο στην κατηγορία των θρησκευτικών προσωπικοτήτων.[218] Στη λαϊκή αντίληψη, οι μη-Μορμόνοι στις Η.Π.Α. γενικά θεωρούν τον Σμιθ «τσαρλατάνο, παλιάνθρωπο και αιρετικό», ενώ εκτός Η.Π.Α. παραμένει «αμυδρά γνωστός».[219]

Μέσα στο κίνημα των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, η κληρονομιά του Σμιθ διαφέρει μεταξύ των δογμάτων:[220] Η Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών και τα μέλη της θεωρούν τον Σμιθ ιδρυτή-προφήτη της εκκλησίας τους,[221] ισάξιο με τους βιβλικούς προφήτες Μωυσή και Ηλία.[222] Εν τω μεταξύ, η φήμη του Σμιθ είναι αμφίθυμη στην Κοινότητα του Χριστού (Community of Christ), η οποία συνεχίζει να «τιμά τον ρόλο του» στην ιδρυτική ιστορία της εκκλησίας, αλλά υποβαθμίζει την ανθρώπινη ηγεσία του.[223] Αντίθετα, ο Μορμονικός Φονταμενταλισμός τύπου Γούλεϊ (Woolleyite) έχει θεοποιήσει τον Σμιθ μέσα σε μια κοσμολογία πολλών θεών.[224]

Μνημεία για τον Σμιθ περιλαμβάνουν το Joseph Smith Memorial Building στο Σολτ Λέικ Σίτι,[225] το πρώην κτίριο Joseph Smith Memorial στην πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου Μπρίγκα Γιάνγκ καθώς και το Κτίριο Τζόζεφ Σμιθ (Joseph Smith Building) π

Κτίρια που φέρουν το όνομα του Σμιθ
Το Μνημονευτικό Κτίριο του Τζόζεφ Σμιθ (Joseph Smith Memorial Building) στη Σολτ Λέικ Σίτι
Το κτίριο Τζόζεφ Σμιθ στην πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου Μπρίγκαμ Γιανγκ

ου βρίσκεται εκεί,[226] έναν γρανιτένιο οβελίσκο που σηματοδοτεί τον τόπο γέννησης του Σμιθ,[227] και ένα δεκαπεντάποδο χάλκινο άγαλμα του Σμιθ στον Θόλο Ειρήνης του Κόσμου (World Peace Dome) στην Πούνε της Ινδίας.[228]

Διάδοχοι και δόγματα

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θάνατος του Σμιθ προκάλεσε μια κρίση διαδοχής μέσα στο κίνημα των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.[229] Ο ίδιος είχε προτείνει διάφορους τρόπους για την επιλογή διαδόχου, αλλά ποτέ δεν ξεκαθάρισε την προτίμησή του.[230] Οι δύο ισχυρότεροι υποψήφιοι διάδοχοι ήταν ο Μπρίγκαμ Γιάνγκ, ανώτατο μέλος και πρόεδρος της Απαρτίας των Δώδεκα Αποστόλων, και ο Ρίγκντον, το ανώτερο εναπομείναν μέλος της Πρώτης Προεδρίας. Σε μια πανεκκλησιαστική συνέλευση στις 8 Αυγούστου, οι περισσότεροι από τους παρόντες Αγίους των Τελευταίων Ημερών εξέλεξαν τον Γιάνγκ. Τελικά εγκατέλειψαν το Ναβού και εγκαταστάθηκαν στην Κοιλάδα της Μεγάλης Αλμυρής Λίμνης, στην Επικράτεια της Γιούτα.[231]

Η ονομαστική συμμετοχή στο δόγμα του Γιάνγκ, το οποίο εξελίχθηκε στην Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, ξεπέρασε τα 17 εκατομμύρια το 2023.[232] Μικρότερες ομάδες ακολούθησαν τον Ρίγκντον και τον Τζέιμς Τζ. Στρανγκ, ο οποίος βάσισε την αξίωσή του σε μια επιστολή διορισμού, υποτίθεται γραμμένη από τον Σμιθ, την οποία όμως μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι ήταν πλαστή.[233] Μερικές εκατοντάδες ακολούθησαν τον Λάιμαν Γουάιτ για να ιδρύσουν μια κοινότητα στο Τέξας.[234] Άλλοι ακολούθησαν τον Άλφιους Κάτλερ.[235] Πολλά μέλη αυτών των μικρότερων ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων μελών της οικογένειας του Σμιθ,[236] τελικά συσπειρώθηκαν το 1860[237] υπό την ηγεσία του Τζόζεφ Σμιθ Γ΄ και σχημάτισαν την Αναδιοργανωμένη Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών (σημερινή Κοινότητα του Χριστού), η οποία αριθμεί περίπου 250.000 μέλη.[238]

Οικογένεια και απόγονοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη σύζυγος του Σμιθ, Έμμα Χέιλ, γέννησε εννέα παιδιά κατά τη διάρκεια του γάμου τους, πέντε από τα οποία πέθαναν πριν την ηλικία των δύο ετών.[239] Ο πρωτότοκος, Άλβιν (γεν. 1828), πέθανε μέσα σε λίγες ώρες από τη γέννησή του, όπως και τα δίδυμα Θαντέους και Λουίζα (γεν. 1831).[240] Όταν τα δίδυμα πέθαναν, οι Σμιθ υιοθέτησαν άλλο ένα ζεύγος διδύμων, την Τζούλια και τον Τζόζεφ Μέρντοκ, των οποίων η μητέρα είχε πεθάνει πρόσφατα στη γέννα· το υιοθετημένο παιδί Σμιθ πέθανε από ιλαρά το 1832.[241] Το 1841, ο Ντον Κάρλος, που είχε γεννηθεί έναν χρόνο νωρίτερα, πέθανε από ελονοσία, και πέντε μήνες αργότερα, το 1842, η Έμμα γέννησε ένα θνησιγενή παιδί.[242]

Ο Τζόζεφ και η Έμμα απέκτησαν πέντε παιδιά που έζησαν ως την ενηλικίωση: την υιοθετημένη Τζούλια Μέρντοκ, τον Τζόζεφ Σμιθ Γ΄, τον Ντέιβιντ Χάιραμ Σμιθ, τον Φρέντερικ Γκρέιντζερ Ουίλιαμς Σμιθ και τον Αλεξάντερ Χέιλ Σμιθ.[243] Μερικοί ιστορικοί έχουν εικάσει—βασισμένοι σε ημερολόγια και οικογενειακές αφηγήσεις—ότι ο Σμιθ απέκτησε παιδιά με τις πολυγαμικές του συζύγους. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπου ήταν δυνατή η εξέταση DNA πιθανών απογόνων του Σμιθ από πολυγαμικές συζύγους, τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά.[γ]

Μετά τον θάνατο του Σμιθ, η Έμμα αποξενώθηκε γρήγορα από τον Γιάνγκ και την ηγεσία της LDS.[246] Η Έμμα φοβόταν και περιφρονούσε τον Γιάνγκ, ο οποίος με τη σειρά του ήταν καχύποπτος για την επιθυμία της να διατηρήσει τα οικογενειακά περιουσιακά στοιχεία εκτός της περιουσίας της εκκλησίας. Επίσης, δεν του άρεσε η ανοιχτή αντίθεσή της στον πολυμερή γάμο. Ο Γιάνγκ απέκλεισε την Έμμα από εκκλησιαστικές συνεδριάσεις και κοινωνικές συγκεντρώσεις.[247] Όταν οι περισσότεροι Μορμόνοι μετακινήθηκαν δυτικά, η Έμμα έμεινε στο Ναβού και παντρεύτηκε έναν μη-Μορμόνο, τον ταγματάρχη Λιούις Σ. Μπιντάμον.[248] Αποσύρθηκε από τη θρησκεία μέχρι το 1860, όταν συνδέθηκε με την RLDS Church υπό την ηγεσία του γιου της, Τζόζεφ Γ΄. Η Έμμα διατήρησε την πεποίθηση ότι ο Σμιθ ήταν προφήτης και ποτέ δεν απαρνήθηκε την πίστη της στην αυθεντικότητα του Βιβλίου του Μόρμον.[249]

Οι διδασκαλίες του Σμιθ για την πολυγαμία, τον λεγομένο, από την Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών, πολυμερή γάμο, υπήρξαν πηγή διχόνοιας με οπαδούς όπως ο Όλιβερ Κάουντρι, ο Τζον Σ. Μπένετ και ο Ουίλιαμ Λο.

Φέρεται να άρχισε να διδάσκει τη διδασκαλία του πολυμερή γάμου ήδη από το 1831.[250] Αν και η εκκλησία είχε δημοσίως αποκηρύξει τον πολυμερή γάμο, το 1837 προέκυψε ρήγμα ανάμεσα στον Σμιθ και τον Κάουντρι για το ζήτημα.[251] Ο Κάουντρι υποπτευόταν ότι ο Σμιθ είχε συνάψει σχέση με την έφηβη Φάννι Άλτζερ, η οποία εργαζόταν στο σπίτι των Σμιθ ως υπηρέτρια.[252] Ο Σμιθ επέμενε ότι ποτέ δεν είχε διαπράξει μοιχεία, «προφανώς», όπως υποστηρίζει ο ιστορικός Μπουσμαν, «επειδή είχε νυμφευθεί την Άλτζερ» ως πολυγαμική σύζυγο.[253]

Τον Απρίλιο του 1841, ο Σμιθ παντρεύτηκε κρυφά την Λουίζα Μπίμαν,[254] και κατά τη διάρκεια των επόμενων δυόμισι ετών νυμφεύτηκε κρυφά ή «σφραγίστηκε» με περίπου τριάντα ή σαράντα επιπλέον γυναίκες.[δ] Δέκα από τις πολυμερής συζύγους του ήταν ηλικίας μεταξύ δεκατεσσάρων και είκοσι ετών· άλλες ήταν άνω των πενήντα.[257] Δέκα ήταν ήδη παντρεμένες με άλλους άνδρες, αν και ορισμένοι από αυτούς τους πολυανδρικούς γάμους συνάφθηκαν με τη συγκατάθεση των πρώτων συζύγων.[258][255]

Τα στοιχεία σχετικά με το αν και σε ποιον βαθμό οι πολυμερείς γάμοι του Σμιθ περιλάμβαναν σεξουαλικές σχέσεις είναι αμφίσημα και διαφέρουν από γάμο σε γάμο.[259] Ορισμένοι πολυμερείς γάμοι μπορεί να θεωρούνταν αποκλειστικά θρησκευτικοί γάμοι που θα ίσχυαν μόνο μετά τον θάνατο.[260] Σε κάθε περίπτωση, κατά τη διάρκεια της ζωής του Σμιθ, η πρακτική του πολυμερή γάμου κρατήθηκε μυστική τόσο από τους μη Μορμόνους όσο και από τους περισσότερους από τα μέλη της εκκλησίας.[261]

Ο πολυμερής γάμος προκάλεσε ρήξη ανάμεσα στον Σμιθ και την πρώτη του σύζυγο, Έμμα,[262] η ιστορικός Λόρελ Θάτσερ Ούλριχ συνοψίζει λέγοντας ότι «η Έμμα ταλαντευόταν στην υποστήριξή της για τον πολυμερή γάμο, άλλοτε αποδεχόμενη τις σφραγίσεις του Τζόζεφ, άλλοτε αντιστεκόμενη».[263]

Απόψεις και διδασκαλίες

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι διδασκαλίες του Σμιθ έχουν ρίζα από τον «αποκαταστασιακό διασπενσεϊσιοναλισμό» (dispensational restorationism).[264] Δίδασκε ότι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού είχε χαθεί μετά από μια Μεγάλη Αποστασία αλλά αποκαταστάθηκε μέσω του Βιβλίου του Μόρμον.[265] Ο Σμιθ προώθησε τη θεωρία του «Εβραίου Ινδιάνου» σύμφωνα με την οποία ορισμένοι ιθαγενείς Αμερικανοί είναι απόγονοι των αρχαίων Ισραηλιτών.[266]

  1. Ο Quinn (1998, pp. 171–73) αναφέρει ότι μάρτυρες υποστήριξαν πως ο Σμιθ εγκατέλειψε τη χρήση του Ουρίμ και Θουμμίμ και στράφηκε σε μία καστανή λίθο μαντείας, μετά την απώλεια των πρώτων 116 χειρογράφων σελίδων. Ο Bushman (2005, pp. 70, 578n46) σημειώνει ότι «η Λούσι Σμιθ είπε πως ο Ιωσήφ έλαβε ξανά τους διερμηνείς στις 22 Σεπτεμβρίου 1828», αλλά προσθέτει: «αν και ο ισχυρισμός αυτός συγκρούεται με άλλες αφηγήσεις, ο Ντέιβιντ Γουίτμερ υποστήριξε πως ο Μορόνι δεν επέστρεψε τον Ουρίμ και Θουμμίμ… Αντιθέτως, ο Ιωσήφ χρησιμοποίησε λίθο μαντείας για το υπόλοιπο της μετάφρασης». Ο Jortner (2022, p. 42) ακολουθεί την εκδοχή της Λούσι Σμιθ και κάνει λόγο για «την αφαίρεση και την επακόλουθη αποκατάσταση του Ουρίμ και Θουμμίμ από έναν άγγελο».
  2. Ο όρος «πολυμερής γάμος», είναι ο όρος που χρησιμοποιεί η Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών για την πολυγαμία που ασκούταν στα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας.[166]
  3. Η σύνοψη του Perego σχετικά με τα φερόμενα παιδιά του Σμιθ από πολυμερείς συζύγους απαριθμεί δεκατέσσερα.[244][245] Το κεφάλαιό του εξετάζει λεπτομερώς έξι περιπτώσεις ανάλυσης DNA. Οι επιτυχείς αναλύσεις απέκλεισαν την πατρότητα από τον Σμιθ. Ωστόσο, ο Perego σημειώνει ότι για άλλες καταγγελλόμενες περιπτώσεις, ζητήματα όπως ανεπαρκή δεδομένα και «γενεαλογικός θόρυβος» καθιστούν αδύνατο να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Για περισσότερα σχετικά με την έρευνα DNA και την υποτιθέμενη πατρότητα από τον Σμιθ παιδιών γυναικών άλλων εκτός της Έμμα Σμιθ, βλ. επίσης: «Research focuses on Smith family». Deseret News. 28 Μαΐου 2005. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Ιουνίου 2006.; «DNA tests rule out 2 as Smith descendants: Scientific advances prove no genetic link». Deseret News. 10 Νοεμβρίου 2007. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Νοεμβρίου 2007.; Perego, Ugo A.; Myers, Natalie M.; Woodward, Scott R. (Summer 2005). «Reconstructing the Y-Chromosome of Joseph Smith, Jr.: Genealogical Applications». Journal of Mormon History 32 (2). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2006-07-25. https://web.archive.org/web/20060725191602/http://mha.wservers.com/pubs/TOC/05_July_Journal_TOC.pdf. Ανακτήθηκε στις 2025-10-05.
  4. Οι εκτιμήσεις ποικίλλουν, αλλά οι περισσότεροι ιστορικοί γενικά τοποθετούν τον αριθμό των πολυγαμικών συζύγων του Σμιθ μεταξύ 30 και 40.[255]:105[256] Για παράδειγμα: Ο Smith (1994, p. 14) μετρά 42· Ο Quinn (1994, pp. 587–88) μετρά 46· Ο Compton (1997, p. 11) μετρά τουλάχιστον 33· Ο Bushman (2005, pp. 437, 644) μετρά 32· Ο Davenport (2022, p. 139) μετρά 37.
  1. 1 2 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: «Gemeinsame Normdatei» (Γερμανικά) Ανακτήθηκε στις 9  Απριλίου 2014.
  2. 1 2 3 Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας: (Γαλλικά) καθιερωμένοι όροι της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. 11984773m. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. 1 2 (Αγγλικά) SNAC. w61c1xz1. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 1 2 3 Latter-day Saint Literature database. joseph-smith-jr.
  5. 1 2 «Nauvoo, Illinois». Ανακτήθηκε στις 19  Οκτωβρίου 2020.
  6. National Archives Catalog. 71989621.
  7. CONOR.SI. 113357155.
  8. Ανακτήθηκε στις 14  Ιουνίου 2019.
  9. Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου: (Αγγλικά) Library of Congress Name Authority File. nr2002005511. Ανακτήθηκε στις 4  Δεκεμβρίου 2021.
  10. Τζόζεφ Σμιθ: «The Joseph Smith Papers». (Αγγλικά) The Joseph Smith Papers. 2008. Ανακτήθηκε στις 4  Δεκεμβρίου 2021.
  11. FamilySearch Family Tree. KWV9-HFC. Ανακτήθηκε στις 4  Δεκεμβρίου 2021.
  12. 1 2 For the April 6 establishment of a church organization, see Shipps (1985, p. 154); for Fayette and Manchester (and some ambiguity over a Palmyra presence), see Hill (1989, pp. 27, 201n84); for the Colesville congregation, see Jortner (2022, p. 57);
  13. 1 2 Bushman (2005, pp. 124–25); Howe (2007, p. 315)
  14. 1 2 Hill (1989, pp. 44–46) (for Smith deescalating and disbanding the camp); Bushman (2005, pp. 235–46) (for the numerical limitations, social tension, and cholera outbreak in the camp).
  15. 1 2 Brodie 1971, σελ. 207; Remini (2002, p. 125); Bushman (2005, pp. 339–40); Hill (1977, p. 216)
  16. 1 2 Remini (2002, p. 134); Quinn (1994, pp. 96–99, 101); Bushman (2005, p. 363)
  17. 1 2 Bushman (2005, p. 375); Brodie (1971, pp. 253–255); Bushman (2005, pp. 382, 635–36); Bentley, Joseph I. (1992). «Smith, Joseph: Legal Trials of Joseph Smith». Στο: Ludlow, Daniel H., επιμ. Encyclopedia of Mormonism. New York: Macmillan Publishing, σσ. 1346–1348. ISBN 0-02-879602-0. OCLC 24502140. http://contentdm.lib.byu.edu/cdm/ref/collection/EoM/id/4208. Ανακτήθηκε στις May 5, 2023.
  18. 1 2 Bushman (2005, p. 539); Brodie (1971, pp. 374); Quinn (1994, p. 138)
  19. 1 2 Park (2020, pp. 231–232); McBride (2021, pp. 186–187)
  20. 1 2 Bushman (2005, p. 546); Park (2020, p. 233)
  21. 1 2 Bentley, Joseph I. (1992). «Smith, Joseph: Legal Trials of Joseph Smith». Στο: Ludlow, Daniel H., επιμ. Encyclopedia of Mormonism. New York: Macmillan Publishing, σσ. 1346–1348. ISBN 0-02-879602-0. OCLC 24502140. http://contentdm.lib.byu.edu/cdm/ref/collection/EoM/id/4208. Ανακτήθηκε στις May 5, 2023.; Oaks & Hill (1975, p. 18); Park (2020, p. 234)
  22. 1 2 Dr. Quinn, D. Michael (1992). «On Being a Mormon Historian (And Its Aftermath)». Στο: Smith, George D., επιμ. Faithful History: Essays on Writing Mormon History. Salt Lake City: Signature Books. σελ. 141. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Μαΐου 2010. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουνίου 2009.
  23. 1 2 Brodie (1971, pp. 393–94); Bushman (2005, pp. 549–50)
  24. Bushman (2005, pp. 9, 30); Smith (1832, p. 1)
  25. Bushman (2005, p. 21)
  26. Bushman (2005, pp. 27–32)
  27. «Smith Family Log Home, Palmyra, New York». Ensign Peak Foundation. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Οκτωβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2022.
  28. Martin, John H. (2005). «An Overview of the Burned-Over District». Saints, Sinners and Reformers: The Burned-Over District Re-Visited, published in the Crooked Lake Review. No. 137. Fall 2005.
  29. Bowman, Matthew (3 Μαρτίου 2016). Butler, Jon, επιμ. «Mormonism». Oxford Research Encyclopedia of American History. Oxford University Press. doi:10.1093/acrefore/9780199329175.013.326. ISBN 978-0-19-932917-5.
  30. Bushman (2005, pp. 36–37); Quinn (1998, p. 136)
  31. Vogel (2004, p. xx); Hill (1989, pp. 10–11); Brooke (1994, p. 129)
  32. Vogel (2004, pp. 26–7); D. Michael Quinn (12 Ιουλίου 2006). «Joseph Smith's Experience of a Methodist 'Camp-Meeting' in 1820» (PDF). Dialogue Paperless. σελ. 3. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Σεπτεμβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2022.
  33. Quinn (1998, pp. 30–31); Bushman (2005, p. 51); Shipps (1985, pp. 7–8); Remini (2002, pp. 16, 33); Hill (1977, p. 53)
  34. Quinn (1998, pp. 14–16, 137); Bushman (2005, pp. 26, 36); Brooke (1994, pp. 150–51); Mack (1811, p. 25); Smith (1853, pp. 54–59, 70–74)
  35. Bushman (2005, pp. 38–9); Vogel (2004, p. 30); Quinn (1998, p. 136); Remini (2002, p. 37)
  36. Bushman (2005, p. 39); Vogel (2004, p. 30); Quinn (1998, p. 136)
  37. Remini (2002, pp. 37–38); Bushman (2005, p. 39); Vogel (2004, p. 30)
  38. Vogel (2004, p. 30); Remini (2002, p. 40); Harper (2019, p. 9)
  39. Harper (2019, pp. 10–12)
  40. Harper (2019, pp. 1, 51–55)
  41. Allen, James B. (Autumn 1966). «The Significance of Joseph Smith's "First Vision" in Mormon Thought». Dialogue: A Journal of Mormon Thought 1 (3): 29–46. doi:10.2307/45223817. ISSN 0012-2157. https://scholarlypublishingcollective.org/uip/dial/article/1/3/28/247772/THE-SIGNIFICANCE-OF-JOSEPH-SMITH-S-FIRST-VISION-IN.
  42. Bushman (2005, p. 39); Vogel (2004, p. 30); Remini (2002, p. 39)
  43. Quinn (1998, pp. 136–38); Bushman (2005, p. 43); Shipps (1985, pp. 151–152)
  44. Bushman (2005, p. 50); Jortner (2022, p. 38)
  45. Quinn (1998, pp. 163–64); Bushman (2005, p. 54)
  46. Bushman (2005, p. 42)
  47. Bushman (2008, p. 21); Bushman (2005, pp. 33,48)
  48. Taylor, Alan (Spring 1986). «The Early Republic's Supernatural Economy: Treasure Seeking in the American Northeast, 1780–1830». American Quarterly 38 (1): 6–34. doi:10.2307/2712591. https://archive.org/details/sim_american-quarterly_spring-1986_38_1/page/6.
  49. Newell & Avery (1994, pp. 17); Brooke (1994, pp. 152–53); Quinn (1998, pp. 43–44, 54–57); Persuitte (2000, pp. 33–53); Bushman (2005, pp. 45–53); Jortner (2022, p. 29)
  50. Jortner (2022, pp. 29–31)
  51. Jortner (2022, p. 33); Vogel, Dan. «Rethinking the 1826 Judicial Decision». Mormon Scripture Studies: An e-Journal of Critical Thought. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2011-06-09. https://web.archive.org/web/20110609204410/http://mormonscripturestudies.com/ch/dv/1826.asp. Ανακτήθηκε στις 2025-09-26.; «Introduction to State of New York v. JS–A». The Joseph Smith Papers. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Δεκεμβρίου 2022. Ανακτήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2022,
  52. Bushman (2005, p. 53); Vogel (2004, p. 89); Quinn (1998, p. 164)
  53. Newell & Avery (1994, pp. 17–18)
  54. Bushman (2005, pp. 53–54)
  55. Shipps (1985, p. 12); Quinn (1998, pp. 163–64); Bushman (2005, pp. 54, 59); Easton-Flake & Cope (2020, p. 126)
  56. Bushman (2005, pp. 59–60); Shipps (1985, p. 153)
  57. Shipps (1985, p. 9); Bushman (2005, p. 54); Howe (2007, pp. 313–314); Jortner (2022, p. 41)
  58. Bushman (2004, pp. 238–242); Howe (2007, p. 313)
  59. Bushman (2005, p. 61); Howe (2007, p. 315); Jortner (2022, pp. 36–38)
  60. Shipps (1985, p. 12); Remini (2002, p. 55); Bushman (2005, pp. 60–61)
  61. 1 2 Remini (2002, pp. 55–56); Newell & Avery (1994, p. 2); Bushman (2005, pp. 62–63)
  62. Easton-Flake & Cope (2020, p. 129)
  63. Shipps (1985, pp. 15–16); Easton-Flake & Cope (2020, pp. 117–119); Smith (1853, pp. 117–18)
  64. Shipps (1985, p. 16);Easton-Flake & Cope (2020, pp. 117–118)
  65. Bushman (2005, pp. 67–68)
  66. Shipps (1985, p. 17)
  67. Bushman (2005, pp. 68–70)
  68. Shipps (1985, p. 18); Bushman (2005, pp. 70, 578n46); Phelps (1833, sec. 2:4–5); Smith (1853, p. 126)
  69. 1 2 Bushman (2005, p. 70)
  70. Bushman (2005, pp. 70–74)
  71. Remini (2002, p. 57); Bushman (2005, p. 66); Quinn (1998, pp. 169–70)
  72. Bushman (2005, pp. 71–72); Marquardt & Walters (1994, pp. 103–04); Van Wagoner & Walker (1982, pp. 52–53)
  73. Remini (2002, p. 62); Van Wagoner & Walker (1982, p. 53); Bushman (2005, pp. 71–72); Marquardt & Walters (1994, pp. 103–04)
  74. Quinn (1994, pp. 5–6,15–20); Bushman (2005, pp. 74–75)
  75. Bushman (2005, p. 78)
  76. Jortner (2022, p. 43)
  77. Shipps (1985, p. 154)
  78. Bushman (2005, p. 117); Vogel (2004, pp. 484–486; 510–512)
  79. Hill (1989, p. 28); Bushman (2005, pp. 116–18)
  80. Bushman (2005, p. 117)
  81. Hill (1989, p. 27); Bushman (2005, p. 120)
  82. Hill (1989, pp. 27–28); Bushman (2005, p. 121); Phelps (1833, p. 67)
  83. Hill (1989, p. 28); Bushman (2005, p. 112); Jortner (2022, pp. 59–60, 93, 95)
  84. Phelps (1833, p. 68); Bushman (2005, p. 122)
  85. Parley Pratt said that the Mormon mission baptized 127 within two or three weeks "and this number soon increased to one thousand". See McKiernan, F. Mark (Summer 1970). «The Conversion of Sidney Rigdon to Mormonism». Dialogue: A Journal of Mormon Thought 5 (2): 71–78. doi:10.2307/45224203. https://archive.org/details/sim_dialogue-a-journal-of-mormon-thought_summer-1970_5_2/page/71none; Bushman (2005, p. 124); Jortner (2022, pp. 60–61)
  86. McKiernan, F. Mark (Summer 1970). «The Conversion of Sidney Rigdon to Mormonism». Dialogue: A Journal of Mormon Thought 5 (2): 71–78. doi:10.2307/45224203none
    Bushman (2005, p. 124)
  87. 1 2 Arrington & Bitton (1979, p. 21)
  88. Bushman (2005, pp. 150–52); Remini (2002, p. 95)
  89. Bushman (2005, pp. 154–55); Hill (1977, p. 131)
  90. Quinn (1994, pp. 31–32); Bushman (2005, pp. 125, 156–60)
  91. Quinn (1994, pp. 24–26); Bushman (2005, p. 118)
  92. Richard S. Van Wagoner, Mormon Polygamy: A History (Salt Lake City, UT: Signature Books, 1989), 4, 13
  93. Journal History, August 26, 1857; cited by Hyrum Leslie Andrus, Doctrines of the Kingdom (Salt Lake City: Desert Book., 1999), 489n436 (Andrus 1973)
  94. Compton 1997, Smith 1994, σελίδες 13–15, and Brodie 1971.
  95. Newell 1994, σελίδες 65, link.
  96. Mary Elizabeth Rollins Lightner to Emmeline B. Wells, Summer 1905, LDS Church Archives.
  97. 1 2 Todd Compton, In Sacred Lonliness: The Plural Wives of Joseph Smith (Salt Lake City, UT: Signature Books, 1997), 230–232
  98. Simonds Ryder, Letter to A. S. Hayden. 1 Feb. 1868
  99. «Arthur Deming's "Naked Truths About Mormonism" - 1888». www.truthandgrace.com. Ανακτήθηκε στις 10 Αυγούστου 2025. They were angry because their father was urged by Jo and Rigdon to let them have his property.
  100. Bushman (2005, pp. 178–80)
  101. «Clark Braden alleges JSoseph was tarred and feathered in 1832 for being "too intimate" with Marinda Nancy Johnson. | B. H. Roberts».
  102. «Todd M. Compton discusses Joseph's tar and feathering incident of 1832. | B. H. Roberts».
  103. «Hyde, Marinda Nancy Johnson». www.josephsmithpapers.org. Ανακτήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2025.
  104. Bushman (2005, p. 180)
  105. Shipps (1985, p. 81)
  106. Bushman (2005, pp. 162–163); Smith και άλλοι (1835, p. 154)
  107. Bushman (2005, pp. 180–182)
  108. See Remini (2002, pp. 113–15); Arrington & Bitton (1979, p. 61))
  109. Bushman (2005, p. 222)
  110. Bushman (2005, pp. 181–83,235); Quinn (1994, pp. 82–83)
  111. Quinn (1994, pp. 83–84); Bushman (2005, pp. 222–27)
  112. Bushman (2005, pp. 227–8); Bruce A. Van Orden, "Importuning The Government" in We'll Sing and We'll Shout: The Life and Times of W. W. Phelps (Religious Studies Center, Brigham Young University; Salt Lake City: Deseret Book, 2018), 123–134.
  113. Remini (2002, p. 115)
  114. Bushman (2005, pp. 246–247); Quinn (1994, p. 85)
  115. Bushman (2005, p. 247); see also Remini (2002, pp. 100–104) for a timeline of Smith introducing the new organizational entities.
  116. Brodie (1971, pp. 156–57); Smith και άλλοι (1835, p. 233); Prince (1995, p. 32 & n.104).
  117. Bushman (2005, pp. 310–19)
  118. Quinn (1998, pp. 261–64); Bushman (2005, p. 328)
  119. Bushman (2005, pp. 328–329)
  120. Brooke (1994, p. 221)
  121. Remini (2002, pp. 122–123); Bushman (2005, pp. 328–334)
  122. Remini (2002, pp. 123–4); Bushman (2005, pp. 331–32, 336–39)
  123. Bushman (2005, pp. 217, 329)
  124. Brodie 1971, σελ. 198
  125. Bushman (2005, p. 337)
  126. Bushman (2005, p. 322); Compton1997, pp. 25–42)
  127. Bushman (2005, p. 325)
  128. «Oliver Cowdery — His Life, Character and Testimony».
  129. Bushman (2005, p. 324)
  130. Sanders, Sam (11 Νοεμβρίου 2014). «Mormon Church Admits Founder Joseph Smith Had up to 40 Wives». NPR.
  131. Remini (2002, p. 125)
  132. Hill (1977, pp. 181–82); Bushman (2005, pp. 345, 384)
  133. Brodie (1971, pp. 210, 222–23); Quinn (1994, p. 628); Remini (2002, p. 131)
  134. Remini (2002, p. 125); Bushman (2005, pp. 341–46)
  135. Walker, Jeffrey N. (2008). «Mormon Land Rights in Caldwell and Daviess Counties and the Mormon Conflict of 1838: New Findings and New Understandings». BYU Studies 47 (1): 4–55none; LeSueur, Stephen C. (Fall 2005). «Missouri's Failed Compromise: The Creation of Caldwell County for the Mormons». Journal of Mormon History 31 (2): 113–144none
  136. 1 2 Quinn 1994, σελ. 94
  137. Joseph Smith diary, 27 July 1838, in Faulring, An American Prophet’s Record, 35; Jessee, Papers of Joseph Smith, 2: 262
  138. «The Culture of Violence in Joseph Smith's Mormonism-Part II». 20 Οκτωβρίου 2011.
  139. https://www.churchofjesuschrist.org/study/scriptures/pgp/js-h/1?lang=eng
  140. Quinn (1994, p. 92); Brodie (1971, p. 213); Bushman (2005, p. 355)
  141. Bushman (2005, p. 357)
  142. Bushman (2005, pp. 364–65); Quinn (1994, p. 100)
  143. Bushman (2005, pp. 365–66); Quinn (1994, p. 97)
  144. Bushman (2005, pp. 366–67); Brodie (1971, p. 239)
  145. Bushman (2005, pp. 242, 344, 367); Brodie (1971, p. 241)
  146. Bushman (2005, p. 369); Brodie (1971, pp. 225–26, 243–45)
  147. Bushman (2005, pp. 369–70)
  148. Remini (2002, pp. 136–37); Brodie (1971, pp. 245–46);Quinn (1998, pp. 101–102)
  149. Bushman (2005, pp. 377–378)
  150. Brodie (1971, pp. 246–247, 259); Bushman (2005, p. 398)
  151. Bushman (2005, p. 381)
  152. Bushman (2005, pp. 383–384)
  153. Bushman (2005, pp. 392–94,398–99); Brodie (1971, pp. 259–60)
  154. Bushman (2005, pp. 410–11)
  155. Brodie (1971, pp. 267–68); Bushman (2005, p. 412,415)
  156. Quinn (1998, pp. 106–08)
  157. Brodie (1971, p. 271)
  158. Bushman (2005, pp. 410–411)
  159. Bushman (2005, pp. 448–49); Park (2020, pp. 57–61)
  160. Quinn (1994, p. 113)
  161. Bushman (2005, pp. 449); Quinn (1994, pp. 114–15)
  162. Quinn (1994, p. 634)
  163. Bushman (2005, p. 384,404)
  164. Bushman (2005, p. 415)
  165. Quinn (1994, pp. 111–12)
  166. https://www.churchofjesuschrist.org/study/manual/doctrine-and-covenants-stories-2025/44-plural-marriage?lang=ell
  167. Bushman (2005, pp. 427–28)
  168. Bushman (2005, p. 460)Brodie (1971, pp. 311–12)
  169. Ostling & Ostling (1999, p. 12); Bushman (2005, pp. 461–62); Brodie (1971, p. 314)
  170. Bushman (2005, p. 468); Brodie (1971, p. 323); Quinn (1994, p. 113)
  171. Bushman (2005, p. 468)
  172. Ford, History of Illinois, 263
  173. Bushman (2005, pp. 468–75)
  174. Brodie (1971, pp. 479–480)
  175. Bushman (2005, pp. 504–08)
  176. Bushman (2005, p. 508)
  177. Romig, Ronald; Mackay, Lachlan (Spring–Summer 2022). «Hidden Things Shall Come to Light: The Visual Image of Joseph Smith Jr.». John Whitmer Historical Association Journal 42 (1): 28–60. ISSN 0739-7852.
  178. There is disagreement among historians about the identification and provenance of this daguerrotype; for an overview of arguments and positions for and against, see Stack, Peggy Fletcher (29 Ιουλίου 2022). «'The Whole Affect Feels Off to Me' — Why Some Historians Doubt That's a Photo of Joseph Smith». The Salt Lake Tribune.
  179. Brodie (1971, pp. 340–341); Bushman (2005, pp. 495–496);
  180. Bushman (2005, pp. 511);
  181. “The Last Case At Nauvoo,” Warsaw Message (Warsaw, IL), 27 September 1843
  182. History of the Church, 5: 34; Joseph Smith diary, 17 September 1843, in Faulring, An American Prophet’s Record, 414, specified “under officers”; see Note 26, last sentence.
  183. Quinn "Culture of Violence in Joseph Smith's Mormonism"
  184. Bushman (2005, pp. 498)
  185. Brodie (1971, p. 356); Quinn (1994, pp. 115–116)
  186. Quinn (1994, pp. 118–119); Bushman (2005, pp. 514–515); Brodie (1971, pp. 362–364)
  187. Bushman (2005, pp. 527–28)
  188. 1 2 Brodie (1971, pp. 368–71)
  189. Brodie (1971, pp. 368–71); Quinn (1994, p. 528)
  190. Ostling & Ostling (1999, p. 14);Van Wagoner (1992, p. 39); Bushman (2005, pp. 660–61)
  191. Bushman (2005, p. 517,519); Quinn (1994, pp. 120–22)
  192. 1 2 «Chapter 23: Discourse of the Prophet—The Godhead—The Mob Uprising—Arrest of President Smith, et al. over the "Expositor" Affair—Trial before Esquire Wells». History of the Church. 6 (1991 Reprint έκδοση). Deseret Book. 1 Ιουλίου 1991. σελίδες 474, 476. ISBN 0-87579-486-6 μέσω Brigham Young University. I will preach on the plurality of Gods. [...] If Jesus Christ was the Son of God, and John discovered that God the Father of Jesus Christ had a Father, you may suppose that He had a Father also.
  193. Turner, p. 351
  194. «How Joseph Smith and the Early Mormons Challenged American Democracy» (στα αγγλικά). The New Yorker. March 20, 2020. https://www.newyorker.com/magazine/2020/03/30/how-joseph-smith-and-the-early-mormons-challenged-american-democracy. Ανακτήθηκε στις April 18, 2023.
  195. Brodie (1971, pp. 373–374); Bushman (2005, pp. 531, 538); Park (2020, p. 227)
  196. Bushman (2005, p. 539); Brodie (1971, pp. 375); Marquardt (1999, p. 312); Ulrich (2017, pp. 113–114)
  197. Oaks & Hill (1975, p. 14); Davenport (2022, pp. 147–148). The text of the Nauvoo Expositor is available on Wikisource.
  198. Park (2020, pp. 228–230); Marquardt (1999, p. 312)
  199. 1 2 3 Bushman (2005, p. 541)
  200. Ulrich (2017, p. 114); Park (2020, p. 230)
  201. Ostling & Ostling (1999, p. 16)
  202. Ostling & Ostling (1999, p. 17); Park (2020, p. 234); McBride (2021, p. 191)
  203. McBride (2021, p. 192)
  204. 1 2 3 Bushman (2005, p. 549)
  205. Schindler, Benita N. Orrin Porter Rockwell: Man of God Son of Thunder (p. 66, 133). University of Utah Press. 1993
  206. Bennett, R. E., Black, S. E., & Cannon, D. Q. (2010). The Nauvoo Legion in Illinois: A history of the Mormon Militia, 1841-1846. Arthur H. Clark Co./University of Oklahoma Press. pgs 106, 204-208, 247
  207. Prince, Stephen L. Hosea Stout: Lawman, Legislator, Mormon Defender. Utah State University Press. 2016 pgs 90-110
  208. Quinn, "Mormon Hierarchy: Origins Power," p. 141
  209. Brodie (1971, p. 394)
  210. Oaks & Hill (1975, p. 52); Brodie (1971, p. 393)
  211. «The First Mormon Presidential Candidate». ABC News. 6 Δεκεμβρίου 2007.
  212. Bushman (2005, pp. 332, 557–59)
  213. Bushman (2005, p. 558); Brodie (1971, pp. 396–97)
  214. 1 2 Wiles, Lee (Summer 2013). «Monogamy Underground: The Burial of Mormon Plural Marriage in the Graves of Joseph and Emma Smith». Journal of Mormon History 39 (3): vi–59. doi:10.2307/24243852none
  215. Bernauer, Barbara Hands (1991). «Still 'Side by Side'—The Final Burial of Joseph and Hyrum Smith». John Whitmer Historical Association Journal 11: 17–33none
  216. 1 2 Mackay, Lachlan (Fall 2002). «A Brief History of the Smith Family Nauvoo Cemetery». Mormon Historical Studies 3 (2): 240–252. https://ensignpeakfoundation.org/wp-content/uploads/2013/05/MHS3.2Fall2002SmithFamilyNauvooCemetery.pdf.
  217. Bloom (1992, pp. 96–99); Persuitte (2000, p. 1); Remini (2002, p. ix)
  218. Lloyd, R. Scott (9 Ιανουαρίου 2015). «Joseph Smith, Brigham Young Rank First and Third in Magazine's List of Significant Religious Figures». Church News.
  219. Turner, John G. (May 6, 2022). «Why Joseph Smith Matters». Marginalia Review. https://themarginaliareview.com/why-does-joseph-smith-matter/.
  220. Launius, Roger D. (Winter 2006). «Is Joseph Smith Relevant to the Community of Christ?». Dialogue: A Journal of Mormon Thought 39 (4): 58–67. doi:10.2307/45227214. https://archive.org/details/sim_dialogue-a-journal-of-mormon-thought_winter-2006_39_4/page/58none
  221. Oaks, Dallin H. (2005). «Joseph Smith in a Personal World». Brigham Young University Studies 44 (4): 153–172none
  222. Brodie (1971, p. vii); Shipps (1985, p. 37); Bushman (2005, p. xx); Widmer (2000, p. 97)
  223. Moore, Richard G. (Spring 2014). «LDS Misconceptions about the Community of Christ». Mormon Historical Studies 15 (1): 1–23. https://ensignpeakfoundation.org/wp-content/uploads/2014/10/LDS-Misconceptions.pdf.
  224. Rosetti, Cristina (Fall 2021). «Praise to the Man: The Development of Joseph Smith Deification in Woolleyite Mormonism, 1929–1977». Dialogue: A Journal of Mormon Thought 54 (3): 41–65. doi:10.5406/dialjmormthou.54.3.0041. https://scholarlypublishingcollective.org/uip/dial/article/54/3/41/291779/Praise-to-the-Man-The-Development-of-Joseph-Smithnone
  225. Rockwell, Ken· Neatrour, Anna· Muir-Jones, James (2018). «Repurposing Secular Buildings». Religious Diversity in Salt Lake City. University of Utah.
  226. Cook, Emily (18 Ιουνίου 2018). «Joseph Smith Memorial Building (JSB)». Intermountain Histories (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2022.
  227. Erekson, Keith A. (Summer–Fall 2005). «The Joseph Smith Memorial Monument and Royalton's 'Mormon Affair': Religion, Community, Memory, and Politics in Progressive Vermont». Vermont History 73: 118–151. https://vermonthistory.org/journal/73/04_Erekson.pdf.
  228. Stack, Peggy Fletcher (26 Νοεμβρίου 2022). «What's a Giant Statue of Mormonism's Joseph Smith Doing in India?». Salt Lake Tribune.
  229. Quinn (1994, p. 143); Brodie (1971, p. 398)
  230. Shipps (1985, pp. 83–84); Quinn (1994, p. 143); Davenport (2022, p. 159)
  231. Bushman (2005, pp. 556–557); Davenport (2022, p. 163)
  232. Walch, Tad (6 Απριλίου 2024). «Latter-day Saint membership passed 17.25 million in 2023, according to new church statistical report». Deseret News.
  233. Bushman (2005, pp. 555–557)
  234. McBride (2021, p. 205)
  235. Quinn (1994, pp. 198–09)
  236. Peter, Karin· Mackay, Lachlan· Chvala-Smith, Tony (14 Οκτωβρίου 2022). «Theo-History: Plano Period». Cuppa Joe (Podcast). Project Zion Podcast. Συμβαίνει στα 1:52 and 9:47.
  237. Howlett, David J. (11 Δεκεμβρίου 2022). «Community of Christ». World Religions and Spirituality Project. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Ιανουαρίου 2023
  238. «Community of Christ». Encyclopædia Britannica. 15 Απριλίου 2004. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Ιανουαρίου 2023
  239. Posterity tree in Newell & Avery (1994, pp. 12–13)
  240. Newell & Avery (1994, pp. 27, 39)
  241. Newell & Avery (1994, pp. 39, 43); Jortner (2022, p. 88); «Smith, Joseph Murdock». The Joseph Smith Papers. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Μαΐου 2022. Ανακτήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2022.
  242. Newell & Avery (1994, pp. 102–103); Rappleye, Christine (19 Μαρτίου 2021). «Remembering Emma Hale Smith, the First President of the Relief Society». Church Newsroom. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Ιανουαρίου 2023
  243. Bushman (2005, pp. 554)
  244. Perego, Ugo. «Joseph Smith, the Question of Polygamous Offspring, and DNA Analysis». Persistence of Polygamy.
  245. Bringhurst & Foster (2010, pp. 233–256)
  246. Bushman (2005, p. 554); Avery & Newell (1980, p. 82)
  247. Bushman (2005, p. 554)
  248. Newell, Linda King (Fall–Winter 2011). «Emma's Legacy: Life After Joseph». John Whitmer Historical Association Journal 31 (2): 1–22.; Bushman (2005, pp. 554–55)
  249. Bushman (2005, p. 555)
  250. Hill (1977, p. 340); Compton (1997, p. 27); Bushman (2005, pp. 323, 326); Ulrich (2017, pp. 16, 404n48); Davenport (2022, p. 138)
  251. Bushman (2005, pp. 323–25); Hill (1977, p. 188)
  252. Ulrich (2017, p. 404n48); Compton (1997, p. 26); Bushman (2005, pp. 323–326); Smith (2008, pp. 38–39 n.81)
  253. Bushman (2005, pp. 323–25). See also Bradley, Don. «Mormon Polygamy Before Nauvoo? The Relationship of Joseph Smith and Fanny Alger». Persistence of Polygamy., Bringhurst & Foster (2010, pp. 14–58) and Park (2020, pp. 62–63) for other perspectives on the Smith-Alger relationship.
  254. Park (2020, pp. 61–62)
  255. 1 2 Hales, Brian C. (2024-04-01). «Joseph Smith's 'Polyandry': Expanding the Narrative». Journal of Mormon History (Champaign, Illinois: University of Illinois Press) 50 (2): 105–136. doi:10.5406/24736031.50.2.06. ISSN 0094-7342. https://scholarlypublishingcollective.org/jmh/article/50/2/105/386867/Joseph-Smith-s-Polyandry-Expanding-the-Narrative.
  256. Remini (2002, p. 153)
  257. Compton (1997, p. 11); Remini (2002, p. 154); Brodie (1971, pp. 334–43); Bushman (2005, pp. 492–498)
  258. Bushman (2005, p. 439)
  259. Van Wagoner (1992, p. 73n3); Bushman (2005, pp. 418–419); Park (2020, pp. 67, 104–105)
  260. Foster (1981, p. 159); Compton (1997, pp. 171–179, 558); Hales, Brian C. «Joseph Smith and the Puzzlement of 'Polyandry'». Persistence of Polygamy. σελίδες 129–130, in Bringhurst & Foster (2010, pp. 99–152) as well as Hales (2013, pp. 1:418–425, 2:282); Park (2020, p. 67)
  261. Bushman (2005, p. 491); Park (2020, pp. 61, 67); Davenport (2022, pp. 131, 136–137)
  262. Bushman (2005, pp. 494–495)
  263. Ulrich (2017, p. 89); see Park (2020, pp. 193–194) for a concurring assessment.
  264. Brooke (1994, p. 33)
  265. Remini (2002, p. 84)
  266. Fenton, Elizabeth. "Nephites and Israelites: The Book of Mormon and the Hebraic Indian Theory", in Elizabeth Fenton, and Jared Hickman (eds), Americanist Approaches to The Book of Mormon (New York, 2019; online edn, Oxford Academic, 22 Aug. 2019)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]