Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, είναι διεθνής συμφωνία που θεσπίζει νομικό πλαίσιο για όλες τις θαλάσσιες δραστηριότητες. Από τον Ιούνιο του 2016, 167 χώρες και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι συμβαλλόμενα μέρη.

Η Σύμβαση προέκυψε από την τρίτη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS III), η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1973 και 1982. Αντικατέστησε τέσσερεις συνθήκες της Σύμβασης του 1958 για την Ανοικτή Θάλασσα. Ετέθη σε ισχύ το 1994, έναν χρόνο αφότου η Γουιάνα έγινε το 60ο έθνος που επικύρωσε τη συνθήκη. [1] Η Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών δεν έχει άμεσο επιχειρησιακό ρόλο στην εφαρμογή της Σύμβασης.

Η Συνθήκη αντικαθιστά την παλαιότερη έννοια «ελευθερίας των θαλασσών», που χρονολογείται από τον 17ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτήν την ιδέα, τα εθνικά δικαιώματα περιορίζονταν σε μια συγκεκριμένη ζώνη υδάτων που εκτείνεται από τις ακτές ενός έθνους, συνήθως 3 ναυτικά μίλια (5,6 χλμ.). Όλα τα ύδατα πέρα από τα εθνικά όρια θεωρούνταν διεθνή ύδατα: διαθέσιμα σε όλα τα έθνη, αλλά δεν ανήκαν σε κανένα από αυτά (η αρχή του mare liberum που του Ούγκο Γκρότιους).[2]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «The United Nations Convention on the Law of the Sea (A historical perspective)». United Nations Division for Ocean Affairs and the Law of the Sea. Ανακτήθηκε στις 30 Απριλίου 2009. 
  2. «The Freedom of the Seas (Latin and English version, Magoffin trans.) – Online Library of Liberty». oll.libertyfund.org. Ανακτήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2017.