Σφαγή του Πεδίου του Άρεως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Λα Φαγιέτ διατάζει την Εθνοφρουρά να ανοίξει πυρ.

Η σφαγή του Πεδίου του Άρεως (Γαλλικά: Fusillade du Champ-de-Mars) είναι μια από τις ιστορικές ημέρες της Γαλλικής Επανάστασης. Έλαβε χώρα την Κυριακή 17 Ιουλίου 1791 στο Παρίσι στο Πεδίον του Άρεως ενάντια σε πλήθος δημοκρατικών διαδηλωτών.

Δύο ημέρες πριν, η Συντακτική Εθνοσυνέλευση είχε εκδώσει διάταγμα με το οποίο ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΣΤ' θα διατηρούσε το θρόνο του υπό συνταγματική μοναρχία. Αυτή η απόφαση ελήφθη μετά την αποτυχημένη προσπάθεια φυγής της βασιλικής οικογένειας, τον προηγούμενο μήνα. Την ημέρα των αιματηρών γεγονότων, ηγέτες των δημοκρατικών στη Γαλλία διαδήλωσαν ενάντια σε αυτήν την απόφαση, οδηγώντας τελικά τον στρατηγό Λα Φαγιέτ να διατάξει τη σφαγή για να διαλύσει τη συγκέντρωση.[1]

Η κατάσταση (21-6 έως 16-7-1791)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η φυγή του βασιλιά στις 20 Ιουνίου 1791 θεωρήθηκε στη Γαλλία ως προοίμιο πολέμου με το εξωτερικό, αν ο βασιλιάς κατάφερνε να ενωθεί με τα αδέλφια του, που βρίσκονταν στο εξωτερικό, εμιγκρέ, τον κόμη της Προβηγκίας και τον δούκα του Αρτουά και τη στρατιά των Εμιγκρέδων. Στις 21 Ιουνίου το πρωί, η Εθνοσυνέλευση διέταξε το κλείσιμο των συνόρων, την κινητοποίηση της Εθνοφρουράς, επιστράτευση 100.000 εθελοντών, κήρυξη των ανατολικών περιοχών σε κατάσταση άμυνας κ.λ. Ο πόλεμος αποφεύχθηκε μετά τη σύλληψη του Λουδοβίκου, γιατί το ζήτησε ο ίδιος στον Λεοπόλδο Β΄, κυρίως από φόβο για τη σωματική του ακεραιότητα. [2]

Αρχικά ο βασιλιάς τέθηκε υπό περιορισμό. [3]Η κοινή γνώμη θεωρούσε πλέον τον Λουδοβίκο ΙΣΤ' ως προδότη, ψεύτη, λιποτάκτη και τον κατηγορούσε για συμπαιγνία με ξένες χώρες. Η λέξη «βασιλιάς» διαγράφηκε από τις σημαίες ορισμένων τμημάτων της Εθνοφρουράς στην περιοχή του Παρισιού, τα σύμβολα της μοναρχίας καταστράφηκαν και αφαιρέθηκαν. Ο λαός του Παρισιού, ξεσηκωμένος από τους Κορδελιέρους και άλλες λέσχες γκρέμισε τα αγάλματα βασιλιάδων και έσβησε από τις επιγραφές και τις πινακίδες των δρόμων τη λέξη βασιλικός. Από την επαρχία έρχονταν πολυάριθμα ψηφίσματα που ζητούσαν την τιμωρία και άμεση αντικατάσταση του εξωμότη, ακόμη και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας. [2]

Από την πλευρά τους, οι βουλευτές της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης, φοβούμενοι ότι η Επανάσταση θα βυθιστεί σε αναρχία και ότι η πτώση του Λουδοβίκου θα έφερνε τη Γαλλία σε πόλεμο ενάντια στις άλλες ευρωπαϊκές μοναρχίες, προσπάθησαν να δικαιολογήσουν αυτή τη φυγή, παρουσιάζοντάς την ως «απαγωγή», [3]και να διατηρήσουν το σχέδιό τους για εγκαθίδρυση συνταγματικής μοναρχίας. Σε αυτά τα τεταμένα πλαίσια, η λέξη «δημοκρατία» ήταν απαγορευμένη στις συζητήσεις στη Συνέλευση. Επίσης η Συντακτική απέρριψε προτάσεις για εκθρόνιση του βασιλιά και αντιβασιλεία του Λουδοβίκου Φίλιππου Β΄ της Ορλεάνης ή του γιου του, μελλοντικού Λουδοβίκου Φιλίππου, που η υποψηφιότητά τους εμφανίζονταν στις εφημερίδες, επειδή φοβήθηκαν ταραχές εκ μέρους των οπαδών των αδελφών του βασιλιά που είχαν την υποστήριξη του Αυστριακού αυτοκράτορα.

Οι Ιακωβίνοι, με επικεφαλής τον Ροβεσπιέρο, ζήτησαν τη δίκη του βασιλιά, αλλά καθώς αποτελούσαν μειοψηφία στη Συνέλευση αποφασίστηκε τελικά να ανασταλούν οι εξουσίες του βασιλιά μέχρι αυτός να αποδεχτεί το Σύνταγμα. Η ιδέα της κατάργησης της μοναρχίας και της ίδρυσης μιας δημοκρατίας αναδύθηκε αυτή τη στιγμή, αλλά έξω από την Εθνοσυνέλευση.

Στις 15 Ιουλίου 1791, ο σύλλογος των Κορδελιέρων έστειλε ψήφισμα προς την Εθνοσυνέλευση ζητώντας την ίδρυση της δημοκρατίας. Η Συνέλευση αρνήθηκε να εξετάσει το ζήτημα και ψήφισε το απόγευμα της 16ης ένα διάταγμα που απάλλασσε τον βασιλιά, η υπόθεση της φυγής έκλεισε και ο βασιλιάς επανήλθε στις εξουσίες του.

Ένα νέο ψήφισμα που αντιτάσσονταν στην αποκατάσταση του Λουδοβίκου στα συνταγματικά του δικαιώματα συντάχθηκε, και ο λαός κλήθηκε να το υπογράψει στο βωμό της πατρίδας του Πεδίου του Άρεως στις 17 Ιουλίου.[4]Ανάμεσα στους συντάκτες ήταν ο εκδότης της εφημερίδας Ο Γάλλος Πατριώτης Ζακ Πιερ Μπρισό και ο συγγραφέας Πιερ Σοντερλό ντε Λακλό, με την υποστήριξη του Δαντών και του Μαρά.

Ημέρα της 17ης Ιουλίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ημέρα της 17ης Ιουλίου 1791

Το πρωί της 17ης Ιουλίου, η Κομμούνα του Παρισιού απαγόρευσε όλες τις συγκεντρώσεις. Για να επιβάλει την απόφασή της, ο δήμαρχος Ζαν-Σιλβαίν Μπαγί διέταξε την Εθνοφρουρά να διαλύσει όλες τις διαδηλώσεις.

Ωστόσο, οι διαδηλωτές συγκεντρώνονταν: από 300 περίπου στις 11 π.μ., μέχρι το τέλος του απογεύματος είχαν συγκεντρωθεί έως 20.000 και το ψήφισμα είχε υπογραφεί από 6.000 άτομα, σε ατμόσφαιρα εορταστική με χορούς γύρω από βωμό της πατρίδας.[5]Ωστόσο, δύο ύποπτοι άνθρωποι είχαν βρεθεί κρυμμένοι στο Πεδίο του Άρεως νωρίτερα εκείνη την ημέρα, πιθανώς χωρίς καμία σχέση με τη διαδήλωση. Τους κρέμασαν αυτοί που τους βρήκαν και ο δήμαρχος του Παρισιού Ζαν-Σιλβαίν Μπαγί χρησιμοποίησε αυτό το περιστατικό ως αφορμή για να κηρύξει στρατιωτικό νόμο και διέταξε τον στρατηγό Λα Φαγιέτ να διαλύσει τη συγκέντρωση.

Οι διαδηλωτές υποδέχθηκαν τους Εθνοφρουρούς με πέτρες και μετά από κάποια προειδοποιητικά πυρά ο Λα Φαγιέτ διέταξε πυρ απευθείας στο πλήθος. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών και τραυματιών είναι άγνωστος, οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 12 έως 50 νεκρούς και υπήρξαν αρκετές δεκάδες τραυματίες.

Καταστολή και αμνηστία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακολούθησαν εκατοντάδες συλλήψεις και φυλακίσεις των αρχηγών των λαϊκών συλλόγων και οι εφημερίδες τους έκλεισαν. Εκείνο το ίδιο βράδυ, η λέσχη των Κορδελιέρων έκλεισε και κανόνια τοποθετήθηκαν μπροστά στην είσοδο. Ο Δαντών και ο Μαρά, για να αποφύγουν τη σύλληψη, έφυγαν στην Αγγλία.

Η Εθνική Φρουρά δέχθηκε συγχαρητήρια από τη Συντακτική Εθνοσυνέλευση και την Κομμούνα του Παρισιού.

Τα κατασταλτικά μέτρα δεν κράτησαν πολύ. Η Συντακτική Εθνοσυνέλευση πριν κλείσει στις 30 Σεπτεμβρίου 1791, ψήφισε, κατόπιν πρότασης του βασιλιά, αμνηστία σε όλα τα πολιτικά αδικήματα.

Οι δύο μεγάλοι πολιτικοί ηττημένοι ήταν ο Λα Φαγιέτ, που έπαψε να είναι πλέον δημοφιλής, και ο δήμαρχος του Παρισιού, Μπαγί, που, αργότερα, την εποχή της Τρομοκρατίας, η πράξη του θεωρήθηκε έγκλημα εναντίον του λαού, καταδικάστηκε σε θάνατο και καρατομήθηκε στην γκιλοτίνα.

Διάσπαση της λέσχης των Ιακωβίνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη λέσχη των Ιακωβίνων, που μέχρι εκείνη την εποχή αποτελούνταν τόσο από συντηρητικούς όσο και από ριζοσπάστες επαναστάτες, ξέσπασαν οι αντιθέσεις. Ο Ροβεσπιέρος ενέκρινε το ψήφισμα των Κορδελιέρων αλλά ακολουθήθηκε από ελάχιστα μέλη της λέσχης. Φοβισμένοι από το χάος στο οποίο θα οδηγούσε η κατάργηση της μοναρχίας, η πλειοψηφία των μελών ήταν υπέρμαχοι της συνταγματικής μοναρχίας και ενέκριναν την καταστολή της διαδήλωσης.

Από τις 16 Ιουλίου 1791, υπό την καθοδήγηση του Λα Φαγιέτ, οι διαφωνούντες με τον Ροβεσπιέρο εγκατέλειψαν τη λέσχη των Ιακωβίνων και ίδρυσαν τη λέσχη των Φεγιαντίνων, που πήρε το όνομά της από τον τόπο συνεδριάσεων στην εκκλησία της Μονής των Φεγιαντίνων, κοντά στην αίθουσα του Ιπποδρόμου του Κεραμεικού, όπου έδρευε η Εθνοσυνέλευση.

Τα κύρια μέλη των Φεγιαντίνων ήταν ο Λα Φαγιέτ, ο δήμαρχος Ζαν-Σιλβαίν Μπαγί, ο Αντριάν Ντυπόρ, οι αδελφοί Λαμέτ, ο αβάς Σιεγές, Αντουάν Μπαρνάβ.[6]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. . «laculturegenerale.com/17-juillet-1791-fusillade-du-champ-de-mars/». 
  2. 2,0 2,1 Αλμπέρ Ματιέ, Ιστορία της Γαλλικής επανάστασης, εκδόσεις Γκοβόστης, τομ. Α', σελ. 133
  3. 3,0 3,1 . «histoire-en-questions.fr/revolution-1789/roi-constitution-champ-de-mars». 
  4. . «larousse.fr/encyclopedie/divers/fusillade_du_Champ-de-Mars». 
  5. Sophie Wahnich, « Des mécanismes de dépacification du jeu politique », Révolution française.net
  6. . «herodote.net/17_juillet_1791-evenement».