Συκιά Χαλκιδικής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°2′20″N 23°56′27″E / 40.03889°N 23.94083°E / 40.03889; 23.94083

Ελλάδα
Συκιά



Χώρα Ελλάδα
Γεωγρ. διαμέρισμα Μακεδονία
Περιφέρεια Κεντρική Μακεδονία
Νομός Χαλκιδικής
Δήμος Σιθωνίας
Αρ. δημ. διαμερισμάτων 2
Πληθυσμός δήμου 4.036
Πληθυσμός πόλης 2.353
Υψόμετρο 40 m
Ταχ. κωδικός 63072
Τηλ. κωδικός 23750

Η Συκιά είναι κωμόπολη με 2.353 κατοίκους το 2001 και έδρα του πρώην Δήμου Τορώνης και νυν Δήμου Σιθωνίας του νομού Χαλκιδικής.

Αποτελεί Δημοτικό διαμέρισμα με ίδια ονομασία . Είναι το νοτιότερο και πιο απομονωμένο χωριό της Σιθωνίας, σε απόσταση 160 χιλιομέτρων από τη Θεσσαλονίκη.

Ασχολίες των κατοίκων είναι η αλιεία, η γεωργία, η μελισσοκομία και ο τουρισμός. Τα σπίτια διατηρούν το παραδοσιακό τους χρώμα σε ό,τι αφορά την αγιορείτικη αρχιτεκτονική.

Στον οικισμό υπάρχουν ΚΕΠ, ιατρείο, ΚΑΠΗ, 2 νηπιαγωγεία, Δημοτικό Σχολείο, Γυμνάσιο, Λύκειο και ταχυδρομείο. Η ομώνυμη ποδοσφαιρική ομάδα αγωνίζεται στην Α΄ ερασιτεχνική κατηγορία του πρωταθλήματος της Ε.Π.Σ. Χαλκιδικής.

O πολιτιστικός σύλλογος του χωριού ονομάζεται "Τα Συκιωτάκια".

Στην ευρύτερη περιοχή το 2008 ιδρύθηκε Ομάδα Εθελοντών Πυροπροστασίας & Προστασίας της Φύσης Δήμου Τορώνης ( http://opedt.blogspot.gr/ ) με έδρα τη Συκιά, η οποία απαρτίζεται από ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ τη περιοχής με ευαίσθητο χαρακτήρα .

Δ.δ. Συκιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με συνολικά 2.879 κατοίκους, το Δημοτικό διαμέρισμα Συκιάς συναποτελούν οι οικισμοί:

  • η Συκιά [ 2.353 ], έδρα.
  • το Βαλτί [ 151 ], παραλιακός οικισμός.
  • Ο Γριάβας [ 120 ], παραλιακός οικισμός.
  • το Κριαρίτσι [ 25 ], παραθεριστικός οικισμός.
  • η Δεστενίκα [ 30 ]
  • το Καλαμίτσι [ 9 ], όπου συγκεντρώνονται παραθεριστές.
  • ο Κουφός [ 2 ], ένα φυσικό λιμάνι με παραδοσιακές ψαροταβέρνες.
  • η Παραλία Συκιάς [ 37 ], μια μεγάλη παραλία από καθαρή άμμο.
  • το Πηγαδάκι [ 26 ], η σκάλα της Συκιάς,ένα μικρό λιμάνι με ψαροταβέρνες.
  • τα Πλατάνια [ 38 ]
  • η Τορώνη [ 233 ]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για το όνομα Συκιά υπάρχουν αρκετές εκδοχές, όπως ότι έλαβε το όνομά του από μια γέρικη συκιά, γύρω από την οποία οικοδομήθηκε το χωριό. Άλλη εκδοχή σχετίζει το όνομα με τη σκιά του Άθωνα (Άγιο Όρος) και μια άλλη ότι προήλθε από παράφραση της αρχαίας πόλης Σίγγος, που με το πέρασμα του χρόνου το Σίγγος έγινε Σιγγιά και τέλος Συκιά.

Ιστορική διαδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συκιά είναι ένα από τα παλιά χωριά της Χαλκιδικής χερσονήσου. Τον 13ο αιώνα ένα πολύ μεγάλο τμήμα του Λογγού και κυρίως του εύφορου κάμπου της Συκιάς, ήταν αγιορειτικός παραγωγικός χώρος. Η οργάνωση των μεγάλων μετοχίων απαιτούσε την προσέλκυση καλλιεργητών, από τους οποίους φαίνεται ότι ιδρύθηκε νέα χωριά και ενισχύθηκαν πληθυσμιακώς τα τότε υφιστάμενα. Με την οργάνωση των μετοχίων άρχισαν και οι αναπόφευκτες έριδες μεταξύ των χωρικών και των μοναχών. Σε αγιορειτικά έγγραφα του 14ου αιώνα το χωριό αναφέρεται με το όνομα « Λογγός ». Ηταν η έδρα μικρής διοικητικής περιφέρειας γνωστή ως «κατεπανίκιο του Άπρω», το οποίο από το όνομά της ονομάστηκε «του Λογγού». Πότε μετονομάστηκε από Λογγός σε Συκιά, δεν το γνωρίζουμε με ακρίβεια . Το πιο πιθανό είναι ότι η αλλαγή του ονόματος να έγινε ήδη από τον β΄ μισό του 16ου αιώνα. Σε οθωμανικά έγγραφα του 16ου αι. συναντάμε το χωριό με το όνομα Συκιά, αλλά ταυτόχρονα και με το όνομα Λογγός. Πολλές αναφορές για το χωριό έχουμε κατά τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια από αγιορειτικά έγγραφα. [1] Η παλαιότερη θέση του χωριού ήταν κοντά στην παραλία στην θέση Άγιος Ιωάννης (τοπωνύμιο σήμερα Παλαιόχωρα). Λόγω όμως των πειρατικών επιδρομών μεταφέρθηκε στην σημερινή θέση. Η σημερινή θέση είναι ένας φυσικός κρυψώνας που τίποτα από την θάλασσα δεν μαρτυρεί την ύπαρξη του χωριού. Σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας ανήκε φορολογικά στο χάσι του Λόγγγου[2].

Ενοριακός ναός Αγίου Αθανασίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Αγίου Αθανασίου βρίσκεται στο κέντρο του παλαιού οικισμού. Πρόκειται για μια τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, με νάρθηκα και υπερώο, κτισμένη στα 1819. Ο ναός κάηκε από τα τουρκικά στρατεύματα το 1821 , επισκευάστηκε το 1839 , αλλά ξανακάηκε κατά τα επαναστατικά γεγονότα του 1854 από τον Τσάμη Καρατάσο , ο οποίος αργότερα έστειλε τα απαραίτητα χρήματα για την ανοικοδόμησή του στα 1861. Στο εσωτερικό του ναού ενδιαφέρον παρουσιάζουν το ταβάνι με τα γεωμετρικά μοτίβα του και τα ξυλόγλυπτα ομφάλια, το ξυλόγλυπτο σανιδωτό τέμπλο που κοσμείται με κληματίδες αμπέλου και σταφύλια, καθώς και τα ξυλόγλυπτα στοιχεία του εξοπλισμού, όπως ο δεσποτικός θρόνος , τα προσκυνητάρια (έργα των αρχών του 18ου αιώνα, προερχόμενα μάλλον από το Άγιον Όρος), η αγία Τράπεζα, κλπ. . Αξιόλογες, τέλος, είναι και οι φορητές εικόνες του ναού, οι οποίες χρονολογούνται από τις αρχές του 17ου αι. έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα . Τα περισσότερα από τα παραπάνω κειμήλια αποτελούν αφιερώσεις κατοίκων της κωμοπόλεως, αλλά και αγιορειτών μοναχών που έλκουν την καταγωγή τους από τη Συκιά. Οι πολύ καλές σχέσεις άλλωστε αγιορειτών και Συκιάς, επέβαλλε από την πλευρά των αθωνιτών ηθική και υλική στήριξη στις δύσκολες στιγμές, μετά τις αλλεπάλληλες καταστροφές του χωριού κατά τη διάρκεια των επαναστατικών κινημάτων της Χαλκιδικής. [3].[4]. [5].

Νεότερη ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επάνασταση του 1821 ξεκινάει στη Συκιά με το γράμμα των Συκιωτών προς τον Εμμανουήλ Παππά, με το οποίο τον διαβεβαιώνουν ότι είναι έτοιμοι να του συμπαρασταθούν και ότι ξεκινούν και αυτοί τον αγώνα κατά του κατακτητή. ===Καπετάν Χάψας=== Γεννημένος στα Παζαράκια (Κρυοπηγή) της Χαλκιδικής, νεότατος μετοίκησε στη Συκιά Σιθωνίας. Η επανάσταση τον βρήκε στο Άγιον Όρος, όπου υπηρετούσε ως σερδάρης της Ιεράς Κοινότητας. Με εντολή του Εμμανουήλ Παπά, αρχιστρατήγου Χαλκιδικής, στρατολόγησε συμπατριώτες του κυρίως Συκιώτες και ορίστηκε επικεφαλής της νότιας φάλαγγας, που προελαύνοντας μέσω Αρναίας – Αγίου Προδρόμου – Γαλάτιστας και Βασιλικών έφτασε ως τη Θέρμη (Σέδες), απωθώντας συνεχώς τις ανθιστάμενες τουρκικές δυνάμεις. Στην πολύνεκρη μάχη των Βασιλικών (10-06-1821), κάτω από την σκιά του ιστορικού μοναστηριού της Αγίας Αναστασίας, μαχόμενος γενναία εναντίον υπέρτερων τουρκικών δυνάμεων (30.000 πεζών και 5.000 ιππέων) του Μπαϊράμ Πασά, βρήκε ηρωικό θάνατο με όλους τους συμπολεμιστές του (από τους οποίους οι 63 Συκιώτες), στη θέση που από τότε προς τιμήν τους ονομάζεται «Σκιωτούδια» (Συκιωτούδια) ή «Κομμένοι». Σπουδαίοι αγωνιστές της επανάστασης του 1821 ήταν ο Βασίλειος Σταμάτη, ο Ιωάννης Τσατσαρώνης, ο Αγγελής Συκιώτης ο οποίος σκοτώθηκε στην Αταλάντη το 1826[6][7]. Την 6η Απριλίου – Μ. Τρίτη – του 1854 ο Τσάμης Καρατάσος ξεκίνησε το ξεσηκωμό στη Μακεδονία από τη Συκιά. Τα γεγονότα περιγράφει πολύ χαρακτηριστικά ένα δημοτικό τραγούδι που γράφτηκε την περίοδο αυτή: "Σαν ήρθι η δόλια άνοιξη μαύρου του καλουκαίρι, Που βγήκ’ ου Τσιάμης στη Συκιά, μεσ’ του Κουφού λιμάνι, Ήρθι να κάνη τη Λαμπρή κι του Χριστός Ανέστη. Βρίσκει τους Τούρκους στη Συκιά, στην εκκλησιά κλεισμένοι".

Στις 12 Μαΐου 1908, όχι τυχαία γίνεται η αποβίβαση στο Καλαμίτσι της Συκιάς του νέου αρχηγού της Χαλκιδικής Ανθυπολοχαγού Πεζικού Αριστόβουλου Κόη. Η Χαλκιδική, καθ’ όλη τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, είναι ο τόπος όπου αποβιβάζονται ένοπλα σώματα που στέλνει η ελεύθερη Ελλάδα. Συγκεκριμένα αποβιβάζονται στην Κασσάνδρα αντάρτικα σώματα από τις Βόρειες Σποράδες, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και επειδή στα χωριά της έχουν συγκροτηθεί «Επιτροπές Μακεδονικού Αγώνα». Αποβιβάζονται επίσης στη Συκιά ένοπλες ομάδες, επειδή αρκετοί Συκιώτες έχουν μυηθεί στο Μακεδονικό Αγώνα, από τους Χαλκιδικιώτες οπλαρχηγούς Αθανάσιο Μινόπουλο και Κωνσταντίνο Ζήρα. Συκιώτες Μακεδονομάχοι αναφέρονται οι Γαλάνης Δημήτριος, Γαλάνης Ιωάννης, Σουλτογιάννης Ιωάννης, κ.α. Τέλος μέλη της Επιτροπής Μακεδονικού Αγώνα και συνεργάτες του Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίου ήταν ο Σεραφείμ Αλατσατιανός και ο Αστέριος Κατσίκης. Το Νοέμβριο του 1912 το χωριό απελευθερώθηκε από τους Τούρκους. Μετά την απελευθέρωσή τους, οι Συκιώτες δεν επαναπαύονται, και ως ανήσυχα πνεύματα και «άξιοι Μακεδόνες» , άμεσα σπεύδουν να βοηθήσουν τις συνεχιζόμενες πολεμικές επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού, προσφέροντας ως κοινότητα, χρηματική βοήθεια ύψους 120 λιρών Τουρκίας για τις ανάγκες του πολέμου . Άλλωστε ήταν πάντα παρόντες σε κάθε κάλεσμα της πατρίδας και είχαν έντονη εθνική δράση σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες[8]. Το 1920 κτίστηκε και σχολείο στον κεντρικό λοφίσκο του χωριού,ένα μεγαλοπρεπές οίκημα από γρανίτη,για την κατασκευή του οποίου εργάστηκαν Ηπειρώτες τεχνίτες της πέτρας. Η Συκιά όμως δεν συμμετείχε μόνο στους αγώνες για την ελευθερία, ταυτόχρονα ήταν πάντα παρούσα και στα κοινωνικά και πολιτιστικά δρώμενα του τόπου.


Αρχαιολογικοί χώροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τορώνη Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ανασκαφών, διαπιστώθηκε ότι ο χώρος κατοικείται συνέχεια από το τέλος της Νεολιθικής Εποχής (3100 π.Χ.) έως τις μέρες μας. Από την Νεολιθική Εποχή σώζονται ελάχιστα τμήματα από αγγεία με διακόσμηση. Από την Εποχή του Χαλκού εκτός από τα αγγεία που βρέθηκαν σώζονται επίσης και αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, όπως τοίχοι οι οποίοι είναι κατασκευασμένοι από πλιθιά. Σημαντική είναι επίσης και η μυκηναϊκή κεραμική που βρέθηκε στην περιοχή και αποτελεί σημαντικό στοιχείο για το εμπόριο την εποχή αυτή. Βρέθηκε επίσης και νεκροταφείο με 140 τάφους που χρονολογούνται από την Πρώιμη Εποχή Σιδήρου (1050-670 π.Χ.) Μέσα στους τάφους βρέθηκαν μεγάλος αριθμός αγγείων που είχαν χρησιμοποιηθεί ως τεφροδοχεία και τα οποία κατασκευάστηκαν από ντόπια εργαστήρια. Ανάμεσα στα αγγεία αυτά υπάρχουν επίσης και αγγεία που έχουν εισαχθεί από την Εύβοια, την Αττική, τη Θεσσαλία και τις Κυκλάδες, κάτι που αποδεικνύει το ενεργό εμπορικό δίκτυο της περιόδου. Τα αγγεία αυτά αποτελούν μία από τις πλουσιότερες συλλογές αυτής της περιόδου και ένα μικρό τμήμα της συλλογής είναι εκτεθειμένο στο Μουσείο Πολυγύρου.

Κριαρίτσι Ο αρχαιολογικός χώρος στο Κριαρίτσι εντοπίσθηκε τον Απρίλιο του 1997. Οι ανασκαφικές έρευνες αποκάλυψαν νεκροταφείο της Πρώιμης Εποχής Χαλκού (3100-2000 π.Χ.) το οποίο ανήκει σε διπλανό οικισμό της ίδιας εποχής. Το νεκροταφείο αποτελεί μοναδικό παράδειγμα στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, τόσο ως προς την κατασκευαστική του δομή, όσο και ως προς την πρακτική ταφής που είναι η καύση των νεκρών. Από τα αγγεία που αποκαλύφθηκαν στο χώρο μπορούμε να συμπεράνουμε πως η περιοχή και ο συγκεκριμένος χώρος του Κριαριτσίου είχε εμπορικές σχέσεις με περιοχές της νότιας Ελλάδας.

Κούκος Στο λόφο «Κούκος» της Συκιάς εντοπίστηκε οικισμός με περιτείχισμα και νεκροταφείο της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου (1050 - 670 π.Χ.). Η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως εξαιρετικής σημασίας αρχιτεκτονικά λείψανα, με ευρήματα από την καθημερινή ζωή του οικισμού, που χρονολογούνται από το 10ο έως τον 8ο αι. π.Χ. Η μεταλλουργική δραστηριότητα αποτελεί το λόγο ίδρυσης του οικισμού στον Κούκο, αφού σε απόσταση πέντε μόλις χιλιομέτρων υπάρχουν δύο ορυχεία μετάλλου. Στο νεκροταφείο του οικισμού έχουν βρεθεί 100 περίπου τάφοι. Όπως και στην Τορώνη επικρατεί και εδώ το ταφικό έθιμο της καύσης των νεκρών. Οι νεκροί καίγονταν και η στάχτη τους τοποθετούνταν σε τεφροδόχα αγγεία που τα έθαβαν σε λάκκους. Η κεραμική που βρέθηκε στον Κούκο φανερώνει πως δεν πρόκειται για έναν απομονωμένο οικισμό, αλλά και αυτός ο οικισμός, όπως αυτοί της Τορώνης και του Κριαριτσίου, είχε σημαντικές εμπορικές σχέσεις με περιοχές της νότιας Ελλάδας. Τα νέα στοιχεία που προκύπτουν από την ανασκαφική έρευνα των τελευταίων χρόνων συμπληρώνουν σιγά-σιγά τα κενά που αφορά το προϊστορικό παρελθόν της ευρύτερης περιοχής, η οποία λόγω της θέσης και του πλούτου της έπαιξε σε κάθε εποχή ήδη από την προϊστορία, καθοριστικό ρόλο.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ν. Μερτζιμέκης, «Μικρό οδοιπορικό στην ιστορία της Συκιάς Χαλκιδικής μέσα από τα αγιορειτικά έγγραφα του 14ου – 16ου αιώνα», ΠΑΓΧΑΛΚΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, Τεύχος 15ο Απρίλιος-Ιούνιος 2013, 15-16.
  2. http://doumbia-istoria.blogspot.com/2010/12/18.html
  3. Ν. Μερτζιμέκης - Κ. Δρόσου, «Η αποκατάσταση του κωδωνοστασίου του ενοριακού ναού Αγίου Αθανασίου Συκιάς Χαλκιδικής», Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχη 54-55, Θεσσαλονίκη 2009-2010, 169-182.
  4. Ν. Μερτζιμέκης, «Ενοριακός ναός Αγίου Αθανασίου Συκιάς Χαλκιδικής. Μνημείο ιστορικής κληρονομιάς», ΠΑΓΧΑΛΚΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, Τεύχος 24ο, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2015, 15, 19.
  5. ΤΕΔΚ Χαλκιδικής
  6. Νίκος Εμμ. Παπαοικονόμου, "Προσωπογραφία Αγωνιστών του 1821 από τη Χαλκιδική και τη Θεσσαλονίκη", έκδοση Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 561-587, ISBN 978-960-9458-12-2
  7. Η Μακεδονική Λεγεών κατά το 1821, Ιωάννης Κ. Βασδραβέλλης, Θεσσαλονίκη 1940
  8. Ν. Μερτζιμέκης, «…Εις τα 5 του μηνός ήλθαν τα εληνόπεδα…». Πληροφορίες για την απελευθέρωση της Συκιάς Χαλκιδικής (1912), Χρονικά της Χαλκιδικής, τεύχη 56-57, Θεσσαλονίκη 2011-2012, 151-166.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]