Σπήλαια Μογκάο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σπήλαια Μογκάο
Dunhuang Mogao Ku 2013.12.31 12-30-18.jpg
Τοποθεσία Ντουνχουάνγκ, Κανσού, Κίνα
Συντεταγμένες 40°02′14″N 94°48′15″E / 40.03722°N 94.80417°E / 40.03722; 94.80417Συντεταγμένες: 40°02′14″N 94°48′15″E / 40.03722°N 94.80417°E / 40.03722; 94.80417
Είδος Πολιτιστικά
Κριτήρια i, ii, iii, iv, v, vi
Ορισμός 1987 (11η συνεδρία)
Διακριτικός κώδικας 440
Περιοχή Ασία-Ειρηνικός Ωκεανός

Τα Σπήλαια Μογκάο, ή αλλιώς τα περίφημα Σπήλαια των Χιλίων Βούδων, σχηματίζουν ένα σύστημα 492 ναών 25 χλμ. νοτιοανατολικά από το κέντρο του Ντουνχουάνγκ, μια όαση στρατηγικά τοποθετημένη σε ένα θρησκευτικό και πολιτιστικό σταυροδρόμι του Δρόμου του Μεταξιού, στην επαρχία Κανσού, Κίνα. Τα σπήλαια ίσως αναφέρονται και ως Σπήλαια Ντουνχουάνγκ, ωστόσο, ο όρος αυτός είναι συλλογικός και συμπεριλαμβάνει και άλλα σπήλαια βουδιστών μέσα και γύρω από την περιοχή Ντουνχουάνγκ, όπως τα Δυτικά Σπήλαια των Χιλίων Βούδων, τα Ανατολικά Σπήλαια των Χιλίων Βούδων, τα Σπήλαια Γιουλίν, και τα Σπήλαια των Πέντε Ναών. Τα σπήλαια περιέχουν μερικά από τα καλύτερα δείγματα της Βουδιστικής τέχνης για μια χρονική περίοδο 1.000 ετών.[1] Τα πρώτα σπήλαια ανακαλύφθηκαν το 366 μ. χ. ως μέρη Βουδιστικού διαλογισμού και λατρείας.[1][2] Τα Σπήλαια Μογκάο είναι τα πιο γνωστά από τα Κινεζικα Βουδιστικά σπήλαια και, μαζί με τα Σπήλαια Λόνγκμεν και Σπήλαια Γιανγκανγκ, είναι ένα από τα τρία περίφημα αρχαία αξιοθέατα Βουδιστικής γλυπτικής στην Κίνα.

To 1900 ανακαλύφθηκε μία κρύπτη εγγράφων στο λεγόμενο «Σπήλαιο Βιβλιοθήκη», που είχε περιτοιχιστεί κατά τον 11ο αιώνα. Τα περιεχόμενα της βιβλιοθήκης στη συνέχεια διασκορπίστηκαν σε όλον τον κόσμο, και οι μεγαλύτερες συλλογές βρίσκονται τώρα στο Πεκίνο, στο Λονδίνο, στο Παρίσι και στο Βερολίνο, και το Διεθνές Πρόγραμμα Ντουνχουάνγκ θεσπίστηκε για να συντονίζει και να συλλέγει τις ακαδημαϊκές εργασίες σχετικά με τα χειρόγραφα του Ντουνχουάνγκ και άλλες πηγές. Τα σπήλαια καθαυτά είναι τώρα ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός, και πρώτης επιλογής αξιοθέατο με μεγάλη επισκεψιμότητα.[3]

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σπήλαια στα Κινέζικα αναφέρονται ως Σπήλαια των Χιλίων Βούδων (千佛洞), ένα όνομα που ίσως προέρχεται από το θρύλο για την ίδρυσή τους, όταν ένας μοναχός Γιουεζάν είδε ένα όραμα με χίλιους Βούδες στο χώρο. Ή αλλιώς, ίσως σχετίζεται με τις πολυάριθμες απεικονίσεις του Βούδα στην περιοχή ή τις μινιατούρες που είναι ζωγραφισμένες στις τοιχογραφίες των σπηλαίων και στην καθομιλουμένη ονομάζονται «Χίλιοι Βούδες».[4] Η ονομασία Σπήλαια Μογκάο (莫高窟) χρησιμοποιήθηκε επί δυναστείας των Τανγκ, όπου το "Μογκάο" αποτελούσε διοικητική περιφέρεια στο χώρο,[5] και σημαίνει "απαράμιλλος" (ακριβέστερα "ύψιστος", εφόσον "μο =κανένας" και "γκαο =υψηλός").[6][7] Σε μια εναλλακτική ερμηνεία μπορεί να σημαίνει "ψηλός στην έρημο" εφόσον "μο" σημαίνει επίσης "έρημος".[8] [9][10] Τα Σπήλαια αναφέρονται και ως Σπήλαια Ντουνχουάνγκ (敦煌), που σημαίνει "φλεγόμενος φάρος" καθώς στα παραμεθόρια φυλάκια χρησιμοποιούνταν φάροι για να προειδοποιούν για επιθέσεις από νομαδικές φυλές.[11] [12]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεπτομέρειες από έργο ζωγραφικής που απεικονίζει τη συνάντηση του Μαντζούρσι και του Βιμαλακίρτι. Σπήλαιο 159.

Το Ντουνχουάνγκ υπήρξε μεθοριακό φυλάκιο που ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Γου των Χαν για την προστασία από τους Σιόνγκνου το 111 π.Χ. Επίσης, αποτέλεσε μια σημαντική πύλη προς τη Δύση, ένα εμπορικό κέντρο στο Δρόμο του Μεταξιού, καθώς και τόπος συνάντησης διαφορετικών ανθρώπων και θρησκειών, όπως ο Βουδισμός.

Η κατασκευή των Σπήλαιων Μογκάο κοντά στο Ντουνχουάνγκ πιστεύεται ότι άρχισε κατά τον 4ο αιώνα π.Χ.. Σύμφωνα με ένα βιβλίο που γράφτηκε επί βασιλείας της Αυτοκράτειρας Γου των Τανγκ,η Απογραφή των Βουδιστικών Ναών (佛龕記) από τον Λι Τζουνσιου (李君修), το 366 μ.Χ. ένας Βουδιστής μοναχός με το όνομα Λε Ζουν (樂尊, προφέρεται και Γιουεζουν) είδε ένα όραμα με χίλιους Βούδες σε αυτόν τον χώρο να λούονται με χρυσό φως, που τον ενέπνευσε να οικοδομήσει ένα σπήλαιο εκεί.[13] Η ιστορία βρίσκεταί και σε άλλες πηγές, όπως σε επιγραφές πάνω σε μια στήλη στο σπήλαιο 332.[14] Αργότερα ενώθηκε με έναν δεύτερο μοναχό, τον Φαλιάνγκ (法良), και η περιοχή αυξήθηκε σταδιακά, και μέχρι την περίοδο του Βόρειου Λιάνγκ είχε σχηματιστεί μια μικρή κοινότητα μοναχών στην περιοχή. Τα σπήλαια αρχικά χρησίμευαν μόνο ως τόπος διαλογισμού για τους ερημίτες μοναχούς, αλλά αναπτύχθηκαν για να εξυπηρετήσουν τα μοναστήρια που ανεγέρθηκαν στην κοντινή περιοχή. Τα μέλη της άρχουσας οικογένειας των Βόρειων Γουέι και των Βόρειων Τζου οικοδόμησαν πολλά σπήλαια που άκμασαν κατά τη βραχύβια Δυναστεία Σούι. Μέχρι τον καιρό της Δυναστεία των Τανγκ, ο αριθμός των σπηλαίων είχε ξεπεράσει τα χίλια.[15]

Τον καιρό των δυναστείων Σούι και Τάνγκ τα Σπήλαια Μογκάο ήταν τόπος λατρείας και προσκυνήματος για το κοινό.[16] Την περίοδο 4ος - 14ος αιώνας, τα σπήλαια που είχαν δημιουργηθεί από τους μοναχούς με χρήματα από χορηγίες χρησιμοποιούνταν ως ιερά. Ήταν περίτεχνα ζωγραφισμένα, οι τοιχογραφίες και η αρχιτεκτονική λειτουργούσαν ως βοηθήματα διαλογισμού, ως οπτικές αναπαραστάσεις της αναζήτησης για φώτιση, ως μνημονικές συσκευές, και ως εργαλεία διδασκαλίας για να μαθαίνουν οι αμόρφωτοι για τις Βουδιστικές πεποιθήσεις και ιστορίες. Τα σπήλαια ήταν χορηγία από χρηματοδότες όπως κληρικοί, τοπική αριστοκρατία, ξένοι αξιωματούχοι και Κινέζοι αυτοκράτορες. Άλλα σπήλαια χρηματοδοτήθηκαν από εμπόρους, αξιωματούχους του στρατού, και τοπικές προσωπικότητες όπως από γυναικείες ομάδες.

Κατά τη διάρκεια της Δυναστείας των Τανγκ, το Ντουνχουάνγκ ήταν εμπορικός κόμβος στο Δρόμο του Μεταξιού και σημαντικό θρησκευτικό κέντρο. Πολλά σπήλαια οικοδομήθηκαν τότε, όπως και τα δύο τεράστια αγάλματα του Βούδα, εκ των οποίων το μεγαλύτερο κατασκευάστηκε το 695 μ.Χ. κατόπιν διαταγής της Αυτοκράτειρας Γου Ζετιάν των Τάνγκ να κτιστούν τεράστια αγάλματα σε όλη τη χώρα.[17] Η περιοχή γλίτωσε τη δίωξη των Βουδιστών που διέταξε ο Αυτοκράτορας Γουζόνγκ το 845 καθώς τότε ήταν υπό τον έλεγχο των Θιβετιανών. Ως μεθοριακή πόλη το Ντουνχουάνγκ είχε καταληφθεί κατά καιρούς από άλλους μη-Χαν Κινέζους. Μετά τη Δυναστεία των Τανγκ, η περιοχή άρχισε να παρακμάζει και δεν κατασκευάστηκαν νέα σπήλαια από τη Δυναστεία των Γιούαν. Έως τότε, το Ισλάμ είχε κατακτήσει μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ασίας, και ο Δρόμος του Μεταξιού έχασε από την αξία του όταν κυριάρχησαν οι θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές. Επί Δυναστείας των Μινγκ, ο Δρόμος του Μεταξιού τελικά επίσημα εγκαταλείφθηκε και το Ντουνχουάνγκ προοδευτικά ερημώθηκε και ξεχάστηκε από τον έξω κόσμο. Τα περισσότερα από τα σπήλαια εγκαταλείφθηκαν, αλλά η περιοχή παρέμεινε τόπος προσκυνήματος και λατρείας για τους κατοίκους της περιοχής, έως τις αρχές του εικοστού αιώνα που αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για τον χώρο.

Ανακάλυψη και αναβίωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μποντισάτβα που οδηγεί μια κυρία χορηγό προς την Αγνή Γη. Από ζωγραφική σε μετάξι (Σπήλαιο Βιβλιοθήκη), τέλη Δυναστείας Τάνγκ.

Στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα, οι εξερευνητές από την Δύση άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρον για τον αρχαίο Δρόμο του Μεταξιού και τις χαμένες πόλεις της Κεντρικής Ασίας, και όσοι πέρασαν από το Ντουνχουάνγκ πρόσεξαν τις τοιχογραφίες, τα γλυπτά και αντικείμενα όπως η Στήλη του Σουλαϊμάν στο Μογκάο. Η μεγαλύτερη ανακάλυψη, ωστόσο, έγινε από έναν Κινέζο Ταοϊστή με το όνομα Γουάνγκ Γιουανλού που διόρισε τον εαυτό του φύλακα ορισμένων από τους ναούς.

Μερικά από τα σπήλαια είχαν μέχρι τότε αποκλειστεί από την άμμο, και ο Γουάνγκ άρχισε εργασίες καθαρισμού και επισκευών στο χώρο. Την 25 Ιουνίου 1900 σε ένα σπήλαιο ο Γουάνγκ βρήκε μια εντοιχισμένη περιοχή πίσω από τη μία πλευρά του διαδρόμου που οδηγούσε στο κύριο σπήλαιο.[18][19] Στην κρύπτη πίσω από τον τοίχο βρισκόταν μια μικρή σπηλιά που περιείχε έναν τεράστιο σωρό από χειρόγραφα. Τα επόμενα χρόνια, ο Γουάνγκ έδειξε κάποια από τα χειρόγραφα στους διάφορους αξιωματούχους, οι οποίοι εξέφρασαν διαφορετικό επίπεδο ενδιαφέροντος, αλλά το 1904 ο Γουάνγκ σφράγισε ξανά το σπήλαιο κατόπιν διαταγής από τη διοίκηση του Γκανσού.

Ο Ηγούμενος Γουάνγκ Γιουανλού εξερεύνησε τις κρυψώνες του Σπήλαιου Βιβλιοθήκη

Τα σχόλια για την ανακάλυψη του Γουάνγκ τράβηξαν την προσοχή του Βρετανού αρχαιολόγου Όρελ Στέιν το 1907,[20] ο οποίος διαπραγματεύτηκε με τον Γουάνγκ για να του επιτρέψει να αποσπάσει ορισμένα από τα χειρόγραφα, έργα ζωγραφικής και υφάσματα. Ακολούθησε η γαλλική αποστολή του Πολ Πελιό το 1908 που πήρε πολλές χιλιάδες αντικείμενα, μια Ιαπωνική αποστολή του Οτάνι Κοζούι το 1911 και μια ρωσική αποστολή του Σεργκέι Φ. Όλντενμπεργκ το 1914. Ένας γνωστός λόγιος ο Λούο Ζενιου επιμελήθηκε ορισμένα από τα χειρόγραφα του Πελιό και τα σύλλεξε σε έναν τόμο που κυκλοφόρησε το 1909 ως «Χειρόγραφα των Σπήλαιων Ντουνγουάνγκ» (敦煌石室遺書).[21]

Στους επίσημους κύκλους στην Κίνα δεν υπήρχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σπήλαια. Το 1910 ο Λούο Ζενιού και άλλοι ενδιαφερόμενοι ζήτησαν από το Υπουργείο Παιδείας να ανακτήσουν τα υπόλοιπα χειρόγραφα και να τα στείλουν στο Πεκίνο αλλά ποτέ δεν έφτασαν όλα επειδή ορισμένα κλάπηκαν. Το 1921 κάποια από τα σπήλαια υπέστησαν ζημιές και βανδαλισμούς από Λευκούς ρώσους στρατιώτες που κατοικούσαν εκεί για να γλιτώσουν τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε την ρωσική Επανάσταση.[22] Το 1924 ο Αμερικάνος εξερευνητής Λάνγκντον Ουόρνερ απέσπασε ορισμένες τοιχογραφίες και ένα άγαλμα από τα σπήλαια.[23][24][25] Το 1939 οι στρατιώτες του Κουομιντάνγκ που στάθμεσαν στο Ντουνχουάνγκ προκάλεσαν ζημιές στις τοιχογραφίες και τα αγάλματα του χώρου.[26]

Η κατάσταση βελτιώθηκε το 1941 όταν κατόπιν επίσκεψης του Γου Ζουόρεν, ο ζωγράφος Τζαν Ντατσιάν έφτασε στα σπήλαια με μια μικρή ομάδα από βοηθούς και έμεινε για δυόμισι χρόνια για να επισκευάσει και να αντιγράψει τις τοιχογραφίες. Το 1943 παρουσίασε τη δουλειά του και δημοσίευσε τα αντίγραφα των τοιχογραφιών, και έτσι βοήθησε να κοινοποιηθεί η τέχνη του Ντουνχουάνγκ.[27] Το 1944 ιδρύθηκε το Ερευνητικό Ινστιτούτο για την Τέχνη του Ντουνχουάνγκ (που αργότερα έγινε η Ακαδημία Ντουνχουάνγκ) στο Μογκάο για να επιβλέπει την περιοχή και τα περιεχόμενά της. Το 1956, ο πρώτος Πρωθυπουργός της λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Τσου Εν Λάι, χορήγησε μία επιδότηση για την επισκευή και προστασία του χώρου, το 1961 τα Σπήλαια Μογκάο αναγνωρίστηκαν ως διατηρητέο ιστορικό μνημείο από το Συμβούλιο της επικρατείας, και στη συνέχεια άρχισαν εργασίες ανακαίνισης μεγάλης κλίμακας. Τα Σπήλαια διέφυγαν από τη γενικευμένη ζημιά που προκλήθηκε σε πολλές θρησκευτικές τοποθεσίες κατά την Πολιτιστική Επανάσταση.[28]

Σήμερα, ο χώρος των σπηλαίων και τα περιεχόμενά του εξακολουθούν να διατηρούν ερευνητικό ενδιαφέρον.[29][30] Τα Σπήλαια Μογκάο αναγνωρίστηκαν από τον UNESCO ως Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 1987.[1] Τα έτη 1988 -1995 ανακαλύφθηκαν ακόμα 248 σπήλαια στα Βόρεια των 487 σπήλαιων που ήταν γνωστά ως το 1900.[31]

Το Σπήλαιο Βιβλιοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνα του Σπηλαίου 16 από τον Όρελ Στέιν το 1907, με έναν σωρό από χειρόγραφα που είχαν συσσωρευτεί δίπλα στην είσοδο προς το Σπήλαιο 17, το Σπήλαιο Βιβλιοθήκη, που βρίσκεται προς τα δεξιά της εικόνας.

Το σπήλαιο Νο.17 που ανακαλύφθηκε από τον Γουάνγκ Γιουανλού έγινε γνωστό ως το Σπήλαιο Βιβλιοθήκη. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως μνημείο για τον τοπικό μοναχό Χονγκμπιαν όταν πέθανε το 862. Ο Χόνγκμπιαν καταγόταν από πλούσια οικογένεια των Γου, ήταν υπεύθυνος για την κατασκευή του σπηλαίου 16, και το Σπήλαιο Βιβλιοθήκη ίσως ήταν το καταφύγιο του όταν ζούσε. Το σπήλαιο αρχικά περιείχε το άγαλμά του, το οποίο μεταφέρθηκε σε ένα άλλο σπήλαιο, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται για τη φύλαξη των χειρόγραφων, μερικά από τα οποία φέρουν τη σφραγίδα του Χόνγκμπιαν. Πολλά από τα έγγραφα χρονολογούνται από την περίοδο 406 -1002 και βρέθηκαν τυλιγμένα σε ρολά, πάνω από 1100. Επίσης 15.000 βιβλία από χαρτί και μικρότερα κείμενα, όπως μια συλλογή από εβραϊκές προσευχές. Το σπήλαιο περιείχε υφάσματα όπως λάβαρα, πολλά κατεστραμμένα αγαλματίδια του Βούδα, και άλλα σύνεργα των Βουδιστών. [32]

Τα χειρόγραφα του Ντουνχουάνγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πολ Πελιό εξετάζει χειρόγραφα από το Σπήλαιο Βιβλιοθήκη το 1908.

Τα χειρόγραφα του Σπήλαιου Βιλβιοθήκη χρονολογούνται από τους 5ος-11ος αιώνες. Έως και 50.000 χειρόγραφα διατηρούνταν εκεί, τα περισσότερα στα Κινέζικα, και αρκετά σε διάφορες άλλες γλώσσες, όπως Θιβετιανά, Γιουγκούρ, Σανσκριτικά, Σογδιανά και Κοτανέζικα. Κείμενα γραμμένα σε χαρτί από κάνναβη και ζωγραφιές σε χαρτί από κάνναβη ή μετάξι. Το αντικείμενο των περισσότερων είναι Βουδιστικής φύσης, και υπάρχουν επίσης πρωτότυποι σχολιασμοί, απόκρυφα έργα, βιβλία προσευχών, έργα του Κομφούκιου, Ταοϊστικά έργα, Νεστοριανά Χριστιανικά έργα, έργα της Κινεζικής κυβέρνησης, διοικητικά έγγραφα, ανθολογίες, γλωσσάρια, λεξικά και καλλιγραφικές ασκήσεις.

Τα χειρόγραφα φωτίζουν θρησκευτικά και κοσμικά θέματα της Βόρειας Κίνας, και άλλων βασιλείων της Κεντρικής Ασίας.[33] Όπως το Διαμαντένιο Σούτρα που μεταφράστηκε από τα Σανσκριτικά στα Κινέζικα τον 4ο αιώνα, Νεστοριανά Σούτρα του Ιησού, ένα Εγχειρίδιο για το Παιχνίδι Γκο, αρχαίες μουσικές παρτιτούρες, καθώς και τον Κινέζικο αστρονομικό Χάρτη του Ντουνχουάνγκ. Αυτοί οι πάπυροι μαρτυρούν την ανάπτυξη του Βουδισμού στην Κίνα, περιγράφουν την πολιτική και πολιτιστική ζωή της εποχής, και αποτελούν τεκμήρια κοσμικής σημασίας για τις λαϊκές ζωές των απλών ανθρώπων εκείνων των εποχών.

Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τοιχογραφία του Αβαλοκιτεσβάρα, από Λατρεία Μποντισάτβα και Επαιτών στο σπήλαιο 57. Οι μορφές αρχικά ήταν επικαλυμμένες με φύλλα χρυσού. Αρχές Δυναστείας Τάνγκ.

Η τέχνη του Ντουνχουάνγκ περιλαμβάνει περισσότερα από δέκα είδη έργων τέχνης, όπως αρχιτεκτονικής, γλυπτά σε στόκο, τοιχογραφίες, μεταξοτυπίες, καλλιγραφία, ξυλογραφίες, κεντήματα, λογοτεχνία, έργα μουσικής, χορού, και λαϊκής διασκέδασης.[34]

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα σπήλαια αποτελούν παραδείγματα αρχιτεκτονικής κοπής βράχων, αλλά τα τοπικά πετρώματα είναι μάλλον μαλακό αμμοχάλικο ακατάλληλο για γλυπτική ή περίτεχνα αρχιτεκτονικά στοιχεία.[35] Πολλά από τα πρώτα σπήλαια είχαν κτιστεί σε στυλ chaitya όπως των Σπηλαίων Ατζάντα στην Ινδία, με μία τετράγωνη κεντρική στήλη, με γλυπτά σε κόγχες, που αντιπροσωπεύουν την στούπα γύρω από την οποία θα περιφέρονταν (παρικράμα) οι προσκυνητές που ζητούν ευλογίες . Άλλα σπήλαια ήταν επηρεασμένα από την παραδοσιακή Κινεζική και Βουδιστική αρχιτεκτονική ναών. Μπορεί να έχουν λαξευμένη πυραμιδοειδή οροφή ζωγραφισμένη για να μοιάζει με σκηνή, ή μια επίπεδη ή τριγωνική οροφή που μοιάζει με των παραδοσιακών κτιρίων. Μερικά από τα σπήλαια που χρησιμοποιούνταν για διαλογισμό ήταν τροποποιήσεις στο Ινδικό βιχάρα (μοναστηριακό) σχέδιο σπηλαίων και περιέχουν πλευρικούς θαλάμους που χωρούν μόνο ένα άτομο.

Πολλά από τα σπήλαια αρχικά είχαν ξύλινες βεράντες ή προ-ναούς αλλά από αυτά διασώθηκαν μόνο πέντε δείγματα ξύλινης αρχιτεκτονικής. Το πιο περίφημο ξύλινο κτίριο στο χώρο κτίστηκε επί δυναστείας των Τανγκ, στεγάζει τον Μεγάλο Βούδα, αρχικά είχε 4 ορόφους ύψος, έχει επισκευαστεί τουλάχιστον 5 φορές, το 874-885 προστέθηκε ένας όροφος, δύο ακόμη όροφοι προστέθηκαν στα έργα αποκατάστασης του 1898, δύο περαιτέρω αποκαταστάσεις έγιναν τον 20ο αιώνα, και το κτίριο είναι τώρα ένα 9-ορόφων.[36]

Τοιχογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεπτομέρεια από τοιχογραφία που απεικονίζει τον εορτασμό της νίκης του Στρατηγού Τζαν Γιτσάο έναντι της Θιβετιανής Αυτοκρατορίας. Σπήλαιο 156, Τέλη Της Δυναστείας Των Τανγκ.

Οι τοιχογραφίες στα σπήλαια χρονολογούνται από την χιλιετία 5ος -14ος αιώνας και καλύπτουν μια επιφάνεια 46.000 τ.μ.Υπάρχουν στους τοίχους, στις οροφές και στα γλυπτά, απεικονίζουν μορφές του Βούδα και άλλες, έχουν πλαίσια με διακόσμηση γεωμετρικών σχημάτων ή λουλουδιών. Οι τοιχογραφίες είναι πολύτιμες για την κλίμακα και τον πλούτο των περιεχομένων και της τεχνοτροπίας. Τα θέματα είναι κύρια βουδιστικά, ορισμένα είναι παραδοσιακά μυθικά και άλλα είναι πορτρέτα των χορηγών.

Ένα κοινό μοτίβο σε πολλά σπήλαια είναι οι μινιατούρες του Βούδα, από τις οποίες ονομάστηκαν «Σπήλαια των Χιλίων Βούδων» και είναι σχεδιασμένοι με στένσιλ για να φαίνονται παρόμοιοι. Επίσης αψάρα που πετούν, ή ουράνια όντα μπορεί απεικονίζονται στην οροφή ή πάνω από τους Βούδες, και οι μορφές των χορηγών μπορεί να εμφανίζονται στα κάτω μέρη των τοίχων. Οι ζωγραφιές συχνά απεικονίζουν ιστορίες τζατακα, από τη ζωή του Βούδα, ή αβαντάνα που είναι παραβολές για τη διδασκαλία του κάρμα.

Προγενέστερη τοιχογραφία που αποκαλύφθηκε κατόπιν μερικής αφαίρεσης της υπερκείμενης ζωγραφιάς. Οι δερματικοί τόνοι της μορφής με τις χρωστικές ουσίες προστατευμένες από οξείδωση διακρίνονται ξεκάθαρα από τους σκοτεινούς τόνους των βούδων στη μεταγενέστερη δεξιά φωτογραφία. Σπήλαιο 253, Βόρειοι Γουέι.

Τα Μποντισάτβα άρχισαν να εμφανίζονται κατά την περίοδο των Βορείων Τζου, με τον Αβαλοκιτεσβάρα που ήταν αρχικά ανδρική μορφή, αλλά αργότερα απέκτησε θηλυκά χαρακτηριστικά. Τα περισσότερα σπήλαια δείχνουν επιρροές από Μαχαγιάνα και Σραβακαγιάνα (Θεραβάντα ή Χιναγιάνα) αν και ο Βουδισμός Μαχαγιάνα ήταν η κυρίαρχη μορφή κατά τη διάρκεια της Δυναστείας Σουι. Μια καινοτομία περιόδου Σούι-Τάνγκ είναι η οπτική απεικόνιση του σούτρα – οι Βουδιστικές διδασκαλίες Μαχαγιάνα γίνονται μεγάλοι πλήρεις και λεπτομερείς αφηγηματικοί πίνακες ζωγραφικής.[37] Η τέχνη των Τάνγκ χαρακτηρίζεται από απεικονίσεις του παραδείσου της Αγνής Γης και εικονογραφίες του Ταντρικού Βουδισμού, όπως το Αβαλοκιτεσβάρα με 11 κεφάλια ή 1000 χέρια. Ήταν δημοφιλής κατά τη διάρκεια της Θιβετιανής κατοχής του Ντουνχουάνγκ και μεταγενέστερα, ιδιαίτερα κατά τη δυναστεία των Γιουάν.[17]

Μορφές που δείχνουν την τεχνική σκίασης, και στα αριστερά, η επίδραση της σκούρυνσης του χρώματος στην εμφάνιση του σχήματος.

Γλυπτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μεγάλος Βούδας του σπηλαίου 96

Υπάρχουν περίπου 2.400 σωζόμενα πήλινα γλυπτά στο Μογκάο. Η κατασκευή τους έγινε με ξύλινο πλαίσιο που πληρώθηκε με καλάμι, διαμορφώθηκε σε πήλινο στόκο, και τελικά ζωγραφίστηκε. Τα γιγαντιαία αγάλματα έχουν έναν πέτρινο πυρήνα. Γενικά ο Βούδας εμφανίζεται ως το κεντρικό άγαλμα, που συνοδεύεται από μποντισάτβα, παραδείσιους βασιλιάδες, ντέβα, αψάρα, γιάξα και άλλα μυθικά πλάσματα.[37]

Άγαλμα του Μαϊτρέγια Βούδα στο σπήλαιο 275 από το Βόρειο Λιάνγκ (397-439), ένα από τα αρχαιότερα σπήλαια. Η μορφή με σταυρωμένους αστράγαλους εστεμμένη με κορόνα τριών δίσκων δείχνει επιρροή από Κοσσανική τέχνη.

Τα δύο γιγάντια αγάλματα απεικονίζουν τον Μαϊτρέγια Βούδα. Το παλαιότερο και μεγαλύτερο βρίσκεται στο σπήλαιο 96, έχει ύψος 35,5 μ, και κατασκευάστηκε το 695 κατόπιν διαταγής της Αυτοκράτειρας Γου Ζετιάν. Το μικρότερο έχει ύψος 27 μ. και κατασκευάστηκε το 713-41.[38] Ο μεγαλύτερος βόρειος γιγάντιος Βούδας υπέστη φθορές από σεισμό και έχει επισκευαστεί και αποκατασταθεί πολλές φορές, κατά συνέπεια τα ρούχα, τα χρώματα και οι χειρονομίες έχουν μεταβληθεί και μόνο το κεφάλι διατηρεί την αρχική του εμφάνιση από τον καιρό των Τάνγκ.[39] Στεγάζεται σε ξύλινο κτίριο 9 ορόφων.[36]

Ανακλινόμενος Βούδας της Θιβετιανής περιόδου από το σπήλαιο 158. Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Κίνας, Πεκίνο.

Στο Σπήλαιο Νιρβάνα που κατασκευάστηκε κατά τη Θιβετιανή περίοδο βρίσκεται ένας μεγάλος ανακλινόμενος Βούδας που καλύπτει όλο το μήκος του διαδρόμου.[40] Κατά μήκος του διαδρόμου και πίσω από τον Βούδα απεικονίζονται οι μορφές των πενθούντων σε τοιχογραφίες ή γλυπτά. Έχει μήκος 15,6 μ.[41]

Ζωγραφιές σε μετάξι και χαρτί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο Σπήλαιο Βιβλιοθήκη βρέθηκαν πρωτότυπα και σπάνια έργα ζωγραφικής σε μετάξι και χαρτί από τη δυναστεία των Τανγκ. Περισσότερες από χίλιες μεταξογραφίες, λάβαρα και κεντήματα που χρονολογούνται από τα τέλη του 7ου αιώνα.[42] Τα περισσότερα έργα ζωγραφικής είναι ανώνυμα, αλλά πολλά είναι υψηλής ποιότητας. Περιλαμβάνονται ζωγραφιές σούτρα, εικόνες του βούδα και αφηγηματικές εικόνες. Οι πίνακες δείχνουν κάτι από το σύγχρονο Κινεζικό στυλ της αρχαίας πρωτεύουσας Τσανγκ'αν (σημερινό Σιάν), ενώ άλλοι έχουν Ινδικές, Θιβετιανές και Ουιγουρικές επιρροές.[43]

Υπάρχουν πίνακες ζωγραφικής με πινέλο, μονόχρωμοι, δίχρωμοι, και πολύχρωμοι. Συνήθως απεικονίζεται μία μοναδική μορφή, και πολλά έργα ήταν δωρεά ενός χορηγού που απεικονίζεται σε μικρογραφία. Από τον 10ο αιώνα οι χορηγοί άρχισαν να απεικονίζονται ντυμένοι πιο περίτεχνα.[44]

Τυπωμένες εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Κινέζικο Διαμαντένιο Σούτρα, το παλαιότερο γνωστό χρονολογημένο τυπωμένο βιβλίο στον κόσμο. Από τη Βρετανική βιβλιοθήκη.

Στο Σπήλαιο Βιβλιοθήκη βρέθηκαν σπάνιες εικόνες και κείμενα που τυπώθηκαν με τεχνικές ξυλογραφίας, όπως το περίφημο Διαμαντένιο Σούτρα, το αρχαιότερο διασωζόμενο βιβλίο. Πολλές τυπωμένες εικόνες είχαν κείμενα προσευχών και αφιερώσεις και ήταν φτιαγμένες για κρέμασμα, πολλές ήταν χρωματισμένες με το χέρι, αρκετές ήταν επαναλαμβανόμενα μοτίβα που απεικονίζουν τον Βούδα.[45]

Λεπτομέρεια κεντήματος από το Σπήλαιο Βιβλιοθήκη. Στη μέση ανάμεσα στα λουλούδια εμφανίζεται μια μικρή πάπια. Δυναστεία Των Τανγκ.

Υφάσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα υφάσματα που βρέθηκαν στο Σπήλαιο Βιβλιοθήκη περιλαμβάνονται μεταξένια λάβαρα, διακοσμητικές ποδιές των ιερών, καλύμματα για τα χειρόγραφα, και είδη ένδυσης των μοναχών (κασάγια). Τα ρούχα των μοναχών ήταν συνήθως προϊόντα συρραφής από διαφορετικά κομμάτια υφάσματος, έδειχναν ταπεινότητα, και παρείχαν πολύτιμες πληροφορίες για τους διάφορους τύπους μεταξωτών υφασμάτων και κεντημάτων που ήταν διαθέσιμα ανά περίοδο.[46] Τα μεταξωτά λάβαρα και πανό χρησιμοποιούνταν για να κοσμήσουν τα σπήλαια στα φεστιβάλ, και ήταν χρωματισμένα ή κεντημένα.[47]

Σπήλαια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αψάρα που πετούν, ή ουράνια όντα. Σπήλαιο 285, 538-539 μ.Χ., Δυναστεία Δυτικού Γουέι

Τα σπήλαια λαξεύτηκαν στην πλευρά ενός βράχου που έχει μήκος δύο χιλιόμετρα. Επί Δυναστείας των Τανγκ υπήρχαν περισσότερα από χίλια σπήλαια, αλλά με την πάροδο του χρόνου πολλά χάθηκαν. Σήμερα υπάρχουν 735 σπήλαια στο Μογκάο. Τα πιο γνωστά είναι τα 487 σπήλαια που βρίσκονται στο νότιο τμήμα του βράχου, ήταν τόποι προσκυνήματος και λατρείας και γενικά είναι πιο διακοσμημένα. Τα 248 σπήλαια που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα ήταν καταλύματα, χώροι διαλογισμού και χώροι ταφής των μοναχών.

Τα σπήλαια είναι ομαδοποιημένα βάσει ιστορικής εποχής και δυναστείας:

  • Δεκαέξι Βασίλεια (366-439) - 7 σπήλαια, το παλαιότερο χρονολογείται από την περίοδο Βόρειου Λιάνγκ.
  • Βόρειο Γουέι (439-534) και Δυτικό Γουέι (535-556) - 10 σπήλαια από κάθε περίοδο
  • Βόρειο Ζου (557-580) - 15 σπήλαια
  • Δυναστεία Σούι (581-618) - 70 σπήλαια
  • Πρώιμη Τανγκ (618 - 704) - 44 σπήλαια
  • Χρυσή Τάνγκ (705-780) - 80 σπήλαια
  • Μέση Tang (781-847) - 44 σπήλαια (Για το Ντουνχουάνγκ ονομάζεται Θιβετιανή περίοδος επειδή ήταν υπό την κατοχή του Θιβέτ.)
  • Τέλη Τάνγκ (848-906) - 60 σπήλαια
  • Οι Πέντε Δυναστείας (907-960) - 32 σπήλαια
  • Δυναστεία Σόνγκ (960-1035)- 43 σπήλαια
  • Δυτική Σία (1036-1226) - 82 σπήλαια
  • Δυναστεία Γιούαν (1227-1368) - 10 σπήλαια

Συλλογή φωτογραφιών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «Mogao Caves». UNESCO. Ανακτήθηκε στις 2007-08-05. 
  2. Zhang Wengin
  3. Chung 1994, σελίδες 29–30.
  4. Trudy Ring, Noelle Watson, Paul Schellinger, επιμ. (13 June 1996). Asia and Oceania: International Dictionary of Historic Places. Routledge, σελ. 242. ISBN 978-1884964046. https://books.google.com/books?id=voerPYsAB5wC&pg=PA242#v=onepage&q&f=false. 
  5. Riefe, Jordan (13 May 2016). «Artifacts from ancient Chinese cave temples head west for California exhibit». The Guardian. https://www.theguardian.com/artanddesign/2016/may/13/dunhuang-caves-artifacts-ancient-history-chinese-civilization-getty-institute-silk-road-los-angeles. 
  6. Roderick Whitfield, Susan Whitfield, Neville Agnew (29 September 2015). «Cave Temples of Mogao at Dunhuang: Art History on the Silk Road: Second Edition» (2nd έκδοση). Getty Publications. σελ. 55. ISBN 978-1606064450. 
  7. McPherson, Naomi (1998). Frescoes and Fables: Mural Stories from the Mogao Grottoes in Dunhuang. New World Press, σελ. 14. ISBN 9787800054006. https://books.google.com/?id=6wmQAAAAMAAJ&dq=mogao+desert+high&q=mo+desert+high. 
  8. «敦煌市历史沿革» [Dunhuang City Historical Development]. 行政区划网站 www.xzqh.org (στα Simplified Chinese). 行政区划网站/区划地名网站 (Administrative Divisions Web/District Geographic Names Web). 27 June 2016. Ανακτήθηκε στις 27 May 2018. 莫高镇 
  9. «2016年统计用区划代码和城乡划分代码:敦煌市» [2016 Statistical Area Numbers and Rural-Urban Area Numbers: Duhuang City]. 中华人民共和国国家统计局信息网 (στα Simplified Chinese). 中华人民共和国国家统计局 National Bureau of Statistics of the People's Republic of China. 2016. Ανακτήθηκε στις 27 May 2018. 莫高镇 
  10. Agnew, Neville. Reed, Marcia (2016-05-07). Cave Temples of Dunhuang, σελ. 87. ISBN 9781606064894. https://books.google.co.uk/books?id=HDBZDQAAQBAJ&pg=PA87. 
  11. Rong, Xinjiang (2013-06-07). Eighteen Lectures on Dunhuang. Brill Academic Publishers, σελ. 427. ISBN 9789004252332. https://books.google.com/books?id=HvIa9sere_8C&pg=PA427#v=onepage&q&f=false. 
  12. Fokan Ji 《佛龕記》 Αρχικό κείμενο: 莫高窟者厥,秦建元二年,有沙门乐僔,戒行清忠,执心恬静。当杖锡林野,行至此山,忽见金光,状有千佛。□□□□□,造窟一龛。
  13. Le Huu Phuoc (2010). Buddhist Architecture. Grafikol. ISBN 978-0-9844043-0-8. https://books.google.co.uk/books?id=9jb364g4BvoC&printsec=frontcover&source=gbs_ge_summary_r&cad=0#v=onepage&q&f=false. 
  14. «Dunhuang – Mogao Caves». Ανακτήθηκε στις 2007-07-23. 
  15. Xiuqing Yang (2007). Dunhuang Sees Great Changes Over the Years. China Intercontinental Press. ISBN 7-5085-0916-1. 
  16. 17,0 17,1 Tan, Chung (1994). Dunhuang art: through the eyes of Duan Wenjie. Indira Gandhi National Centre for the Arts. ISBN 81-7017-313-2. https://books.google.co.uk/books?id=0SdXEVaFTJ0C&printsec=frontcover&source=gbs_ge_summary_r&cad=0#v=onepage&q=daqin&f=false. 
  17. Wenjie Duan (1 January 1994). Dunhuang Art: Through the Eyes of Duan Wenjie. Abhinav Publications, σελ. 52. ISBN 978-81-7017-313-7. 
  18. «Chinese Exploration and Excavations in Chinese Central Asia». International Dunhuang Project. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2017-06-10. Ανακτήθηκε στις 2007-08-07. 
  19. 杨秀清 Xiuqing Yang (2006). 风雨敦煌话沧桑: 历经劫难的莫高窟 Feng yu Dunhuang hua cang sang: li jing jie nan de Mogao ku. 五洲传播出版社, σελ. 158–. ISBN 978-7-5085-0916-7. https://books.google.com/books?id=xtshc7KLLJwC&pg=PT163. 
  20. Peter Hopkirk (2006). Foreign Devils on the Silk Road. John Murray. ISBN 978-0-7195-6448-2. https://books.google.co.uk/books?id=DoxsQDBQHYEC&printsec=frontcover&f=false#v=onepage&q&f=false. 
  21. «From the Harvard Art Museums' collections Eight Men Ferrying a Statue of the Buddha (from Mogao Cave 323, Dunhuang, Gansu province)». 
  22. «Eight Men Ferrying a Statue of the Buddha». 
  23. Whitfield, Roderick, Susan Whitfield, and Neville Agnew (2000). Cave Temples of Dunhuang: Art and History on the Silk Road. The British Library, σελ. 37. ISBN 0-7123-4697-X. 
  24. The Epochal Significance in Zhang Daqian's Copies of Dunhuang Fresco Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty.
  25. Tan, Chung (1994). Dunhuang art: through the eyes of Duan Wenjie. Indira Gandhi National Centre for the Arts, σελ. 223. ISBN 81-7017-313-2. https://books.google.co.uk/books?id=0SdXEVaFTJ0C&pg=233#v=onepage&q&f=false. 
  26. «The International Dunhuang Project». International Dunhuang Project. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2011-07-20. Ανακτήθηκε στις 2007-08-05. 
  27. «Dunhuang Research Academy». 
  28. Το άνοιγμα της το κρυφό εκκλησάκι Μ. Aurel Stein, Ερείπια της Ερήμου Cathay: Vol II
  29. Whitfield, Susan (2004). The Silk Road: Trade, Travel, War and Faith.. British Library, Serindia Publications. ISBN 978-1-932476-13-2. 
  30. Γουίτφιλντ, Ρόντερικ, Σούζαν Γουίτφιλντκαι ο Νέβιλ Agnew. "Σπήλαιο Ναούς της Dunhuang: Τέχνη και την Ιστορία του Δρόμου του Μεταξιού" (2000). Η Βρετανική Βιβλιοθήκη.
  31. Γουίτφιλντ και Farrer, pp 13-14
  32. 36,0 36,1 Fan Jinshi (2010). The Caves of Dunhuang. The Dunhuang Academy, σελ. 124. ISBN 978-1-85759-540-6. 
  33. 37,0 37,1 Fan Jinshi (2010). The Caves of Dunhuang. The Dunhuang Academy. ISBN 978-1-85759-540-6. 
  34. Fan Jinshi (2010). The Caves of Dunhuang. The Dunhuang Academy, σελ. 160. ISBN 978-1-85759-540-6. 
  35. Wenjie Duan (1 January 1994). Dunhuang Art: Through the Eyes of Duan Wenjie. Abhinav Publications, σελ. 138. ISBN 978-81-7017-313-7. 
  36. Wenjie Duan (1 January 1994). Dunhuang Art: Through the Eyes of Duan Wenjie. Abhinav Publications, σελ. 163. ISBN 978-81-7017-313-7. 
  37. Fan Jinshi (2010). The Caves of Dunhuang. The Dunhuang Academy, σελ. 170–175. ISBN 978-1-85759-540-6. 
  38. Γουίτφιλντ και Farrer, σελ 20
  39. Fan Jinshi (2010). The Caves of Dunhuang. The Dunhuang Academy, σελ. 235. ISBN 978-1-85759-540-6. 
  40. Γουίτφιλντ και Farrer, pp 21, και οι αριθμοί 41 και 42
  41. Γουίτφιλντ και Farrer, pp 99-107
  42. Jessica Rawson (1992). The British Museum Book of Chinese Art. British Museum Press. ISBN 0-7141-1453-7. 
  43. Γουίτφιλντ και Farrer, σελ. 116

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Duan Wenjie (editor-in-chief), Mural Paintings of the Dunhuang Mogao Grotto (1994) Kenbun-Sha, Inc. / China National Publications Import and Export Corporation, (ISBN 4-906351-04-2)
  • Fan Jinshi, The Caves of Dunhuang. (2010) The Dunhuang Academy. (ISBN 978-1-85759-540-6)
  • Hopkirk, Peter. Foreign Devils on the Silk Road: The Search for the Lost Cities and Treasures of Chinese Central Asia (1980). Amherst: The University of Massachusetts Press. (ISBN 0-87023-435-8)
  • Murray, Stuart A.P. "The Library: An Illustrated History" 2012. Print.
  • Rong Xinjiang, translated by Valerie Hansen, "The Nature of the Dunhuang Library Cave and the Reasons for Its Sealing," Cahiers d'Extrême-Asie (1999): 247-275.
  • Chung, Tan (1994). Dunhuang art: through the eyes of Duan Wenjie. Indira Gandhi National Centre for the Art. ISBN 81-7017-313-2. https://books.google.co.uk/books?id=0SdXEVaFTJ0C&printsec=frontcover. 
  • Whitfield, Roderick and Farrer, Anne, Caves of the Thousand Buddhas: Chinese Art from the Silk Route (1990), British Museum Publications, (ISBN 0714114472)
  • Whitfield, Roderick, Susan Whitfield, and Neville Agnew. "Cave Temples of Mogao: Art and History on the Silk Road" (2000). Los Angeles: The Getty Conservation Institute. (ISBN 0-89236-585-4)
  • Wood, Frances, "The Caves of the Thousand Buddhas: Buddhism on the Silk Road" in "The Silk Road: Two Thousand Years in the Heart of Asia" (2002) by Frances Wood. Berkeley: University of California Press. (ISBN 0-520-23786-2)
  • Zhang Wenbin, ed. "Dunhuang: A Centennial Commemoration of the Discovery of the Cave Library" (2000). Beijing: Morning Glory Publishers. (ISBN 7-5054-0716-3)

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]