Μποντισάτβα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Mahasthamaprapta,Amitabha,Avalokitesvara

Μποντισάτβα (Bodhisattva) στον Μαχαγιάνα Βουδδισμό ονομάζεται εκείνος ο οποίος θα ακολουθήσει το μονοπάτι που οδηγεί σε δύο βασικούς σκοπούς: α) να κατέχεται από συμπόνια προς όλα τα όντα και β) να θέλει να τα βοηθήσει να σωθούν. Η οριοθέτηση αυτών των δύο στόχων αποτελεί το ιδανικό στο Μαχαγιάνα Βουδδισμό. Ο Μποντισάτβα μετά από άπειρες ζωές κατορθώνει κάποτε στο σημείο να μπει στην πολυπόθητη νιρβάνα (λύτρωση, απελευθέρωση), που στο Μαχαγιάνα Βουδδισμό σημαίνει ένωση με το «Απόλυτο». Αυτός όμως, αναβάλλει την ένωση αυτή και παραμένει σε κάποιον ουράνιο κόσμο, με σκοπό να σώσει όλα τα όντα.[1] Αυτοί οι Μποντισάτβα ονομάζονται Βούδες.

Ετυμολογική προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη Μποντισάτβα προέρχεται από το σανσκριτικό Bodhi=φώτιση και το ''satva''=ον ολοκληρωμένο, υπομονετικό και γαλήνιο σε πορεία προς τη φώτιση.

Δογματικές διαφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Mural of Padmapani in Ajanta Caves. India, 5th century

Ο όρος Βούδας στο Μαχαγιάνα (μεγάλο όχημα) Βουδδισμό σημαίνει υπόσταση θεοποιημένη, υπερβατική πραγματικότητα με έντονη μεσσιανική αποστολή,σε αντίθεση με τον Βουδδισμό Τεραβάντα ή Χιναγιάνα (μικρό όχημα), σύμφωνα με τον οποίο, ο Βούδας συνδέεται αποκλειστικά με το ιστορικό πρόσωπο του Σιντάρτα Γκαουτάμα, του διδασκάλου ο οποίος βρήκε πρώτος τη φώτιση.

Ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμιντά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Buddha Amitābha in Tibetan Buddhism, traditional Thangka painting.

Ένας δημοφιλής Βούδας είναι ο Αμιντά ή Amitābha ή Amideva με εκατομμύρια πιστούς στον βουδδιστικό κόσμο. Το όνομά του σημαίνει «άπειρο φως», «απροσμέτρητη ζωή». Πιστεύεται ότι γεμίζει όλο το Σύμπαν με την παρουσία, τη δύναμη και την καλοσύνη του. Έχει άπειρα πλεονεκτήματα, που προκύπτουν από τις καλές πράξεις στις αμέτρητες προηγούμενες ζωές του ως μποντισάτβα με το όνομα Dharmakāra.

Γκουάν-Γιν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχικά ήταν μια ανδρική μορφή του Μποτισάτβα Αβαλοκιτεσβάρα, προσωποποίηση της ατέλειωτης συμπόνιας, μέχρι τον 12ο αιώνα που μορφοποιήθηκε σε θηλυκή μορφή. Η Γκουάν-Γιν (ιαπ.Κάννον) είναι η Θεά της Χάρης, της Συμπόνιας, της απελευθέρωσης από βάσανα και μεταφράζεται σαν «αυτή που βλέπει και ακούει την κραυγή του ανθρώπινου κόσμου». Η δράση της απλώνεται σ' όλο τον ασιατικό χώρο και τώρα επίσης και στον υπόλοιπο κόσμο. Το σύμβολό της είναι ένα λευκό άνθος λωτού με το οποίο φέρνει καλοσύνη, συμπόνια και σοφία. Το όνομά της σημαίνει «εκείνη που εισακούει τις προσευχές». Εκτός από πνευματική δασκάλα είναι και μποντισάτβα. Επέλεξε να παραμείνει σε ανθρώπινη μορφή, έως ότου καθένας από τους πιστούς να φωτιστεί επίσης. Είναι αφοσιωμένη στο να βοηθήσει να ξεδιπλώσει ο πιστός πλήρως τα πνευματικά του δώρα, να επιτύχει βαθιά επίπεδα γνώσης και φώτισης και να περιορίσει τον ανθρώπινο πόνο. Λέγεται ότι και μόνο η εκφορά του ονόματός της εγγυάται προστασία από κάθε κακό.

Αβαλοκιτεσβάρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας από τους κυριότερους, κατά πολλούς, Μποντισάτβα θεωρείται ο «θεός της ευσπλαχνίας», ο Αβαλοκιτεσβάρα. Το όνομα Αβαλοκιτεσβάρα ετυμολογικά αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: το λεκτικό πρόθεμα Ava, που σημαίνει «κάτω»(;) lokita, μια παθητική μετοχή του ρήματος Lok («το να παρατηρείς»), και, τέλος, īśvara, «Κύριος», «άρχοντας», «κυρίαρχος» ή «κύριος». Ο συνδυασμός των δύο μερών σημαίνει: «άρχοντας που κοιτάζει προς τα κάτω (στο κόσμο)». Eίναι η γήινη εκδήλωση του αυτογέννητου αιώνιου Βούδα Αμιτάμπα, η μορφή του οποίου εκπροσωπείται στην κόμμωσή του και φρουρεί τον κόσμο κατά το διάστημα μεταξύ της αναχώρησης του ιστορικού Βούδα, Σιντάρτα και της εμφάνισης του κατοπινού Βούδα, του Μαϊτρέγια. Προστατεύει από ναυάγιο, φωτιά, δολοφόνους, ληστές και άγρια θηρία. Είναι ο δημιουργός του τέταρτου κόσμου, που είναι το πραγματικό σύμπαν. Ως Παντμαπάνι (βλ.φωτο), απεικονίζεται ντυμένος με ηγεμονικά στολίδια και κρατώντας ένα άνθος λωτού.

Manjusri[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας ακόμη σπουδαίος Μποντισάτβα είναι ο Manjusri, εκπρόσωπος της γοητευτικής ωραιότητας, της σοφίας και της λογοτεχνίας. Ο Manjusri είναι ένας Μποντισάτβα που σχετίζεται με την υπερβατική σοφία και το διαλογισμό. Το σανσκριτικό όνομα Manjusri μπορεί να μεταφραστεί ως «Ευγενής Δόξα». Οι μελετητές από βιβλιογραφίες έχουν εντοπίσει τον Manjusri ως τον παλαιότερο και πιο σημαντικό Μποντισάτβα στο Μαχαγιάνα Βουδδισμό. Συχνά απεικονίζεται ως ένας νεαρός άνδρας κρατώντας ένα σπαθί στο δεξί του χέρι και το Πράτζνα Παραμίτα (Τελειοποίηση της Σοφίας) Σούτρα στο αριστερό του χέρι. Μερικές φορές ο ίδιος ιππεύει ένα λιοντάρι, στοιχείο το οποίο αναδεικνύει τον πριγκιπικό και ατρόμητο χαρακτήρα του.[2]

Πινακοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Θρησκευτικά Β`Λυκείου, "Χριστιανισμός και Θρησκεύματα", Μαχαγιάνα Βουδδισμός, σελ.284-285
  2. "Συμβολική των Ινδικών Θρησκευμάτων",Δακουρά Διον.,Δρος Θεολογίας, σελ.212-213 & 226-229

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]