Σοσιοκρατία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η σοσιοκρατία ή κοινωνοκρατία αναφέρεται σε μια μέθοδο διοίκησης και λήψης αποφάσεων, που επιτρέπει σε έναν οργανισμό, ανεξάρτητα από το μέγεθος του, να συμπεριφέρεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός, να αυτο-οργανώνεται και να αυτο-διορθώνεται. Η κοινωνοκρατία δίνει μεγάλη εμφάνιση στην ανάπτυξη της συνεργασίας και τη συν-ευθύνης των δρώντων διαμέσου των οποίων ενδυναμώνεται η συλλογική νοημοσύνη και επιτυγχάνονται οι τελικοί σκοποί του οργανισμού. Η ανάπτυξη της σύγχρονης αυτής μεθόδου βασίζεται στις θεωρίες της συστημικής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Gerard Endenburg (1933-), Ολλανδός μηχανικός, ειδικός στην ηλεκτρική εφαρμοσμένη μηχανική, ανέλαβε το 1968 τη διοίκηση της οικογενειακής επιχείρησης Endenburg Elektrotechniek, αντικαθιστώντας τον πατέρα του. Το 1970, συγκλονισμένος από τις συνεχείς συγκρούσεις που ταλάνιζαν τα συμβούλια της εταιρείας, αποφάσισε να θέσει σε δεύτερη μοίρα την οικονομική της ανάπτυξη προκειμένου να εστιάσει όλες του τις δυνάμεις στη βελτίωση της οργάνωσής της.  Εκ τούτης της προσπάθειας αναπτύχθηκε η σοσιοκρατική μέθοδος διοίκησης πάνω στη βασική ιδέα  "όχι άλλες ενστάσεις και συγκρούσεις από κανέναν".

Η δημιουργία της σοσιοκρατίας του Gerard Endenburg βασίζεται στη συμβολή τεσσάρων στοιχείων:

  1. Τη γνώση της κυβερνητικής (θεωρίες των συστημάτων ελέγχου/διοίκησης)
  2. Τη μέθοδο "έργο κατ ' αναλογία", η οποία συνίστατο στο να ψάχνει κανείς για τη λύση ενός προβλήματος σε ένα συγκεκριμένο τομέα και να αξιοποιεί λύσεις από έναν άλλο ανάλογο τομέα (π.χ. η εφαρμογή μιας λύσης από τον τομέα της κυβερνητικής στον τομέα της κοινωνίας ως σύνολο)
  3. Το έργο του Kees Boeke (1884-1966), Ολλανδού ειρηνιστή και εκπαιδευτικού που δημιούργησε το 1940 ένα σχολείο όπου καμία δράση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν δεν υπήρχε αποδεκτή λύση σε όλα τα υπάρχοντα προβλήματα Gerard Endenburg ήταν μαθητής του Kees Boeke από το 1943 έως το 1948).
  4. Η αποτελεσματική λειτουργία της Θρησκευτικής Κοινωνίας των Φίλων, γνωστής και ως Κουάκεροι, στην οποία ο Kees Boeke και οι συγγενείς του Endenburg ήταν μέλη. Οι κοινωνίες των κουακέρων υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ατομική πνευματικότητα, αποφασίζουν σύμφωνα με το "το πνεύμα της συνέλευσης" (στα αγγλικά: the sense of the meeting), προωθούν την απλότητα, τη μη-βία και την ισότητα.

Προέλευση του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λέξη σοσιοκρατία εφευρέθηκε από τον Auguste Comte (1798-1857). Η ετυμολογία της προέρχεται από τη λατινική λέξη societas (κοινωνία) ή socius (κοινωνός) και την ελληνική λέξη κράτος (αρχή) και επιθυμεί να έκφραση την έννοια της κυβέρνησης των κοινωνών, δηλαδή των ανθρώπων, που μοιράζονται κοινές αξίες και συνδέονται με ουσιαστικότερες σχέσεις, στενότερες από εκείνες μεταξύ των δημοτών ή των υπηκόων μιας δημοκρατίας.

Η λέξη έχει χρησιμοποιηθεί στην κοινωνιολογία της Αμερικανίδας Lester Frank Ward (1841-1913) προφανώς ληφθείσα από τα κείμενα του Auguste Comte.

Η λέξη σοσιοκρατία (sociocracy) μας θυμίζει έντονα τη λέξη σοσιαλισμός (socialism) και ξυπνά το βαρύ εννοιολογικό φορτίο που ο όρος αυτός ενέχει. Αν και τα συστήματα αυτά απέχουν παρασάγγας, η σοσιοκρατία είναι επίσης μια έκκληση δυναμικής διακυβέρνησης.

Διάχυση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από γεωγραφικής προέλευσης, η σοσιοκρατία  αναπτύχθηκε κυρίως στην Ολλανδία, όπου δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη διοίκηση και οργάνωση οικονομικών αλλά και εκπαιδευτικών οργανισμών. Στις Κάτω Χώρες έλαβε επίσης μια δομική επιχειρηματική μορφή που αναγνωρίζεται πια από το νόμο.

Σήμερα, πολλοί οργανισμοί χρησιμοποιούν τη σοσιοκρατία στην Ευρώπη, στη Λατινική Αμερική, στην Ινδία, στις ΗΠΑ και στον Καναδά.


Ο Gerard Endenburg δημιούργησε επίσης στην Ολλανδία το Παγκόσμιο Κέντρο διάχυσης της Σοσιοκρατίας.  Ωστόσο πολλές άλλες πρωτοβουλίες σοσιοκρατίας είναι επί του παρόντος σε εξέλιξη, ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι τέσσερις κανόνες λειτουργίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σοσιοκρατική μέθοδος οργάνωσης στηρίζεται σε τέσσερις απλούς κανόνες.

(Α) Λήψη αποφάσεων με συναίνεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σοσιοκρατία διακρίνει μεταξύ "δομικών πολιτικών αποφάσεων" (που επηρεάζουν τον πυρήνα της οργάνωσης) και απλούστερων "λειτουργικών αποφάσεων". Για λόγους αποδοτικότητας, μόνο οι πρώτες λαμβάνονται με συναίνεση. Υπάρχει συναίνεση, όταν κανείς δεν εκφέρει κάποια σημαντική ένσταση. Γενικά, όταν μια λογική ένσταση υποβάλλεται σε μια σοσιοκρατική ομάδα, το πρόσωπο που την υποβάλλει αλλά και τα άλλα μέλη της ομάδας εργάζονται μαζί για να την ανάγουν σε σημαντική. Αν τα καταφέρουν, τότε θα προχωρήσουν στη λείψει μιας συναινετικής απόφασης, αν όχι, μια διαδικασία αποκλιμάκωσης της σημασίας της επιτρέπει την ομαλή συνέχιση των συζητήσεων.

Συγκατάθεση είναι το βασικό συστατικό της σοσιοκρατίας. Μπορεί να ζητηθεί για οποιοδήποτε θέμα σε οποιοδήποτε χρόνο. Μπορεί ακόμα να ζητηθεί για να επιλεγεί μια άλλης μορφής οργάνωση -μη σοσιοκρατική- για μια περιορισμένη διάρκεια στην περίπτωση μιας σοβαρής κρίσης, για παράδειγμα.

(Β) Ο κύκλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά, η σοσιοκρατία δεν αλλάζει τη δομή της οργάνωσης στην οποία εφαρμόζεται. Την επιβαρύνει όμως σε κάθε οργανωτικό επίπεδο με ένα "κύκλο" κοινωνών επιφορτισμένων με τη λήψη των πολιτικών αυτού αποφάσεων. Κάθε πρόσωπο που ανήκει σε ένα οργανωτικό επίπεδο έχει δικαίωμα συμμετοχής ως κοινωνός στον αντίστοιχο "κύκλο" του. Εξάλλου, δύναται να δημιουργούνται κύκλοι "ad hoc", κατά απαίτηση δηλαδή, των τρεχόντων προβλημάτων του οργανισμού και όχι σύμφωνα με κάποιο οργανόγραμμα.

Κάθε κύκλος θέτει τους δικούς τους κανόνες λειτουργίας πάνω στην αρχή της συναίνεσης. Δια μέσου αυτής αλλά και της συνεχούς εκπαίδευσης των μελών του, ένας κύκλος έχει κύριο στόχο να πραγματοποιήσει την εκάστοτε ειδική αποστολή του (π.χ. να βελτιώσει την ποιότητα της παραγωγής, να εξασφαλίσει την βιωσιμότητα του οργανισμού κ.α.).

Ένας κύκλος αναλαμβάνει τη διεύθυνση, την υλοποίηση και την αξιολόγηση αυτών των διαδικασιών σύμφωνα με το πρότυπο ISO 9001. Η εκτέλεση των τριών αυτών λειτουργιών του κάθε κύκλου είναι μία από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για την επιτυχία της σοσιοκρατίας σε μια οποιαδήποτε οργάνωση.

Κάθε κύκλος επίσης επιλέγει επίσης ένα διευκολυντή που ενθαρρύνει τις συναντήσεις και την πρόοδο αυτών σύμφωνα με τη σοσιοκρατική μέθοδο αλλά και μια γραμματέα η οποία καταγράφει τη δράση και το ιστορικό του. 

Ένας κύκλος είναι εν τέλει μια ημιαυτόνομη οργάνωση, μέρος μιας ιεραρχίας ανώτερων και κατώτερων κύκλων τις ανάγκες των οποίων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του. Ο κύκλος του ανωτάτου επιπέδου, αντιστοιχεί στο Διοικητικό Συμβούλιο και οφείλει να προσδιορίζει το ευρύτερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο του οργανισμού.

(Γ) Ο διπλός δεσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε έναν οργανισμό, δομημένο με παραδοσιακό τρόπο, ο επικεφαλής της κάθε μονάδας εξασφαλίζει την επικοινωνία των οδηγιών από τα υψηλότερα επίπεδα προς την βάση αλλά και αντίστροφα την εκ των κάτω επικοινωνία των πληροφοριών της βάσης προς τα ανώτερα κλιμάκια. Η ταυτόχρονη διασφάλιση των δυο αυτών λειτουργιών είναι συχνά μια δύσκολη υπόθεση και μια πηγής σύγχυσης.

Η σοσιοκρατία θεσπίζει μια διπλή σχέση ανάμεσα σε κάθε κύκλο και τον κύκλο του αμέσως επόμενου επίπεδου. Ο υπεύθυνος αυτής της σχέσης επιλέγεται από τον κύκλο του ανωτέρου-επιπέδου ενώ ένα δεύτερο άτομο, αναγκαστικά διαφορετικό από το προηγούμενο, επιλέγεται από τον κατώτερο κύκλο για να αντιπροσωπεύσει αυτών στη συνεδρίαση του ανώτερου  κύκλου.  Αυτά τα δύο πρόσωπα απολαμβάνουν πλήρεις δικαιώματα έως μέλη και των δυο κύκλων.

(Δ) Εκλογές χωρίς υποψήφιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιλογή ατόμων σε θέση ευθύνης ή και η απλή ανάθεση μιας εργασίας σε ένα μέλος του κύκλου γίνεται μέσω μιας ψηφοφορίας χωρίς δηλωμένους υποψηφίους. Κάθε μέλος του κύκλου προτείνει το πρόσωπο που θεωρεί πιο κατάλληλο για τη ανάθεση και επιχειρηματολογεί για την επιλογή του. 

Κοινωνοί και κύκλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προκειμένου να λειτουργήσει η σοσιοκρατία, είναι απαραίτητο τα μέλη της οργάνωσης να παραμένουν ενωμένοι με ισχυρούς δεσμούς που προσδίδουν συνοχή και ενιαία κατεύθυνση. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να οριστεί όχι μόνο από τον οργανισμό ως σύνολο αλλά και από κάθε κύκλο αυτού:

  • Το όραμά του: Το θετικό αντίκτυπο που επιδιώκει να έχει σε σχέση με τον έξω κόσμο (του κύκλου ή της οργάνωσης)
  • Η αποστολή: Η γενική δράση που θα επιτρέψει στον κύκλο ή τον οργανισμό να προσεγγίσει το όραμα.  
  • Οι στόχοι: Τα συγκεκριμένα μέτρα που θα παρθούν προκειμένου να πραγματοποιηθεί με επιτυχία η αποστολή.

Ανταμοιβή του κεφαλαίου και της εργασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασίζεται στην ιδέα ότι μια οργάνωση έχει ανάγκη τόσο κεφαλαίου όσο και εργασίας για να υπάρχει. Ο Gerard Endenburg πρότεινε  μια μορφή εύλογης ανταμοιβής για όποιον τα συνεισφέρει.

Σε μια παραδοσιακή οργάνωση, εκείνος που προσφέρει εργασία λαμβάνει μια σταθερή αμοιβή (μισθό) και εκείνος που συμβάλλει με τα κεφαλαία του μια μεταβλητή ανταμοιβή (μερίσματα). Αυτό σημαίνει ωστόσο ότι όσοι εργάζονται δεν επωφελούνται από την συνολική αποτελεσματικότητα του κάθε οργανισμού ενώ ταυτόχρονα οι καπιταλιστές δεν έχουν καμία εγγύηση για την απόδοση των χρημάτων τους. 

Ως εκ τούτου, ο Gerard Endenburg είχε προτείνει ένα σύστημα το οποίο θα δώσει στο καθένα ενδιαφερόμενο μια σταθερή, εγγυημένη, αποζημίωση αλλά και μια μεταβλητή ανταμοιβή ανάλογη με τα αποτελέσματα του οργανισμού.

Αυτό το σύστημα ανταμοιβής βέβαια δεν αποτελεί μέρος των βασικών κανόνων της σοσιοκρατίας, και επομένως δεν έχει εφαρμοστεί σε πολλές οργανώσεις ενώ όταν και όποτε εφαρμόζεται, γίνεται με ποικίλους τρόπους ανάλογα με τη συναίνεση εντός του οργανισμού.

Εφαρμογή της Κοινωνοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και έχει αναπτυχθεί λαμβάνοντας υπόψη τις σύνθετες έννοιες της κυβερνητικής και της θεωρίας της επικοινωνίας, η σοσιοκρατία είναι εξαιρετικά απλή: μπορεί και έχει χρησιμοποιηθεί από μαθητές σχολείων ή από τοπικά κοινοβούλια σε χωριά της Ινδίας. Αυτή η απλότητά της την καθιστά κατάλληλη ακόμα και για μια οργάνωση με χαμηλό μέσο επίπεδο εκπαίδευσης.

Ωστόσο, ο προσεκτικός σχεδιασμός και μια σχολαστική παρακολούθηση της εφαρμογής είναι απαραίτητη για να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των αρχών της μεθόδου και, ως εκ τούτου, η βιωσιμότητά της. Σε κάθε περίπτωση, κάποια μέλη μπορεί να αναστατωθούν από αυτή την καινοτομία της οργανωτικής δομής και μην μπορούν να ανταπεξέλθουν οπότε θα χρειαστούν κάποιας μορφής υποστήριξη

Σε γενικές γραμμές όμως  -χωρίς βέβαια να αναφέρουμε αντικειμενικές μετρήσεις και συγκεκριμένα ποσοτικά μεγέθη- θεωρείται πως οι οργανώσεις που υιοθετούν την κοινωνοκρατία απολαμβάνουν ένα όφελος αποδοτικότητας, εν μέρει επειδή οι κανόνες της δημιουργήθηκαν για να εξασφαλίζουν ότι μια απόφαση έρχεται σε ισχύ χωρίς καθυστέρηση και χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Έχει αναφερθεί επίσης μεγαλύτερη ευελιξία, αυξημένη δημιουργικότητα και μειωμένες εργασιακές απουσίες. Τα μέλη των σοσιοκρατικών οργανώσεων αναφέρουν επίσης μεγαλύτερη αίσθηση του ανήκειν στην ομάδα, μια καλύτερη εικόνα του εαυτού τους και καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους.

Κοινωνοκρατία στην εκπαίδευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρατίθεται μια λίστα με σχολεία και κοινότητες μάθησης σε όλο τον κόσμο που χρησιμοποιούν την κοινωνοκρατία ως δομή διακυβέρνησης τους, ενημερωμένη την 1η Σεπτεμβρίου 2017.

Παραγουάη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κέντρο για την Ανάπτυξη της Νοημοσύνης [1]

Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ηνωμένες Πολιτείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • John Buck, S. Villines, We the people, Consenting to a Deeper Democracy, Sociocracy.info, ISBN 978-0-9792827-0-6.
  • Charest, G. La Démocratie se meurt, vive la sociocratie, Centro Esserci, 2007, ISBN 978-88-87178-72-2.
  • Endenburg, G. Sociocracy as social design, Eburon, 1988, ISBN 978-9051666045.
  • Endenburg, G. Sociocracy : The Organization of Decision Making, Eburon, 1998, ISBN 978-9051666052.
  • Romme, A.G.L. and G. Endenburg, Construction principles and design rules in the case of circular design, Organization Science, vol. 17 (2006), págs. 287-297.
  • Romme, A.G.L., “Domination, self-determination and circular organizing”, Organization Studies, vol. 20 (1999), págs. 801-832.
  • Romme, A.G.L. and A. van Witteloostuijn, Circular organizing and triple loop learning, Journal of Organizational Change Management, vol. 12 (1999), págs. 439-453.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]