Σάιγκο Τακαμόρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σάιγκο Τακαμόρι
Takamori Saigo.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
西郷隆盛 (Ιαπωνικά), 西鄕隆盛 (Ιαπωνικά) και 吉之助 (Ιαπωνικά)
Γέννηση23  Ιανουαρίου 1828[1][2]
Kajiya-chō
Θάνατος24  Σεπτεμβρίου 1877[1][2]
Yamashita-chō
Αιτία θανάτουμαχαίρωμα
Συνθήκες θανάτουανθρωποκτονία και αυτοκτονία
Τόπος ταφήςNanshū Shrine (31°36′23″ s. š., 130°33′32″ v. d.)
ΕθνικότηταΙάπωνες
Ψευδώνυμο西郷三助, 菊池源吾 και 善兵衛
Παρατσούκλι大西郷, 南洲翁 και 西郷どん
Χώρα πολιτογράφησηςΙαπωνία
ΘρησκείαΣιντοϊσμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Μητρική γλώσσαΙαπωνικά
Ομιλούμενες γλώσσεςΙαπωνικά
Πληροφορίες ασχολίας
ΙδιότηταΜπούσι
Σαμουράι
πολιτικός
στρατιωτικός
ΕργοδότηςSatsuma Domain
Αξιοσημείωτο έργοNanshūōikun
Περίοδος ακμής1872 - 1873
Ποινική κατάσταση
Κατηγορίες εγκλήματοςεμπρησμός
Οικογένεια
ΣύζυγοςIjūin Suga
Ai kana
Saigo Itoko
ΤέκναSaigō Kikujirō
Toratarō Saigō
Saigō Kikusō
ΓονείςΣαϊγκό Κιτσιμπέι και Σιιχάρα Μάσα
ΑδέλφιαIchiki Koto (νεότερη αδελφή)
Saigō Taka (νεότερη αδελφή)
Saigō Kohei (νεότερος αδερφός)
Saigō Kichijirō (νεότερος αδερφός)
Σαϊγκό Τσουγκουμίτι (νεότερος αδερφός)
ΟικογένειαSaigō
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςGensui και d:Q10313048/στρατός ξηράς
Πόλεμοι/μάχεςΠόλεμος Μπόσιν, Kinmon Incident και Satsuma Rebellion
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαdaisanji (Satsuma Domain)
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Το άγαλμα του Σάιγκο Τακαμόρι στο Πάρκο Ουένο του Τόκιο, Ιαπωνία

Ο Σάιγκο Τακαμόρι, (ιαπωνικά: 西郷 隆盛Saigō Takamori, 23 Ιανουαρίου 1828 - 24 Σεπτεμβρίου 1877), ο τελευταίος σαμουράι, όπως αποκλήθηκε[3], υπήρξε σημαντική φυσιογνωμία της ιαπωνικής ιστορίας. Βοήθησε στην παλινόρθωση του αυτοκράτορα στην περίοδο Μεϊτζί και κατόπιν κυνηγήθηκε από τους αυτοκρατορικούς συμβούλους. Έγραψε ποίηση με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Σάιγκο Νανσού (西郷 南洲).[4]

Ο Τακαμόρι Σάιγκο ήταν ένας από τους "τρεις σπουδαίους ευγενείς" της Ιαπωνίας, που καθοδήγησαν τις μεταρρυθμίσεις για την παλινόρθωση Μεϊτζί, δηλαδή τον εκσυγχρονισμό της χώρας με την ανάληψη της εξουσίας από τον αυτοκράτορα. Ωστόσο σύντομα ήρθε σε ρήξη με την αυτοκρατορική κυβέρνηση και οργάνωσε δική του επανάσταση.

Βιογραφικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το οικογενειακό του όνομα ήταν Σάιγκο και γεννήθηκε το 1828 στην πόλη Καγκοσίμα. Η οικογένεια είχε ευγενείς καταβολές, αν και κατώτερης τάξης[5]. Ο πατέρας του έζησε περισσότερο σαν γκόσι (αυτάρκης αγρότης-πολεμιστής), παρά σαν σαμουράι. Η οικογένεια δανείστηκε χρήματα για να αγοράσει γη για καλλιέργεια.

Το οικογενειακό υπόβαθρο του Σάιγκο ήταν εξαρχής συνδεδεμένο με την πατριά στο τότε τιμάριο της Σατσούμα (σημερινή επαρχία Καγκοσίμα) και υπηρετούσε τους νταΐμιο από τον οίκο των Σιμάζου. Ο οίκος των Σιμάζου είχε αντιταχθεί στο σογκουνάτο των Τοκουγκάβα το 1600 και έτσι ο εκάστοτε νταΐμιο της χαρακτηριζόταν ως «εξωτερικός άρχοντας» (τοζάμα νταΐμιο), δηλαδή αποκλεισμένος από αξιώματα της κυβέρνησης του σογκουνάτου, σε αντίθεση με τους «υποτελείς άρχοντες» (φουντάι νταΐμιο). Ένας τρόπος με τον οποίο το σογκουνάτο κρατούσε τους νταΐμιο υπό τον έλεγχό του, ήταν η υποχρέωσή τους κάθε δυο χρόνια να έρχονται στο Έντο (η τότε ονομασία του Τόκιο) και να διαμένουν για ένα έτος, αναγκάζοντάς τους κατά συνέπεια να κάνουν ακριβά και χρονοβόρα ταξίδια, ενώ ταυτόχρονα οι οικογένειές τους κρατούνταν όμηροι στο κάστρο Έντο, την έδρα του Τοκουγκάβα.

Ο Σάιγκο Τακαμόρι υπηρετούσε σε κατώτερες διοικητικές θέσεις, ώσπου ο νταϊμίο Σιμάζου Ναριακίρα εκτίμησε τις ικανότητές του και τον πήρε μαζί του στο Έντο, το 1854. Επειδή το σογκουνάτο είχε ήδη δεχτεί πιέσεις από τις ξένες δυνάμεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης να ανοίξει τα σύνορα και το εμπόριο της Ιαπωνίας, με εις βάρος της συμφωνίες, υπήρχε κλίμα αμφισβήτησης εναντίον της κυβέρνησης. Ο Σάιγκο ήρθε σε επαφή με ισχυρούς παράγοντες που ήθελαν να επανέλθει στον αυτοκράτορα η ουσιαστική διακυβέρνηση της χώρας. Το κλίμα άλλαξε όταν τον έλεγχο του σογκουνάτου ανέλαβε ο συντηρητικός Ιι Ναοσουκέ. Μετά και τον θάνατο του προστάτη του, Σιμάζου Ναριακίρα, ο Σάιγκο έφυγε εξόριστος στα νησιά του πελάγους Αμάμι.[6]

Το 1864 επιστρέφει από την εξορία για να ηγηθεί στο στράτευμα της Σατσούμα, το οποίο είχε κληθεί μαζί με άλλες κυβερνητικές δυνάμεις του σογκουνάτου, για να καταστείλει μια εξέγερση εναντίον του. Το τιμάριο της περιοχής Τσοσού (σημερινή επαρχία του Ναγκάνο) είχε οργανώσει την εξέγερση στο Κιότο με σκοπό να αποκαταστήσει την εξουσία του αυτοκράτορα και να εκδιώξει τους ξένους από την Ιαπωνία. Μόλις δυο χρόνια αργότερα, με τις διαπραγματευτικές του ικανότητες, ο Σάιγκο συνάπτει μια μυστική συμμαχία μεταξύ της Σατσούμα και της Τσοσού με τον ίδιο σκοπό. Πρωτοστατεί στο ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου Μπόσιν για την ανατροπή του σογκουνάτου, το 1868, προσπαθώντας να κερδίσει με την διαπραγματευτική του δύναμη παρά με αιματοχυσίες.

Στην Ιαπωνία ο Σάιγκο Τακαμόρι, μαζί με τους Οκούμπο Τοσιμίτσι και Κίντο Κόιν (ή Κίντο Τακαγιόσι), θεωρούνται οι "τρεις σπουδαίοι ευγενείς", χωρίς τις προσωπικότητες των οποίων, η χώρα θα είχε διαλυθεί από τον εμφύλιο σπαραγμό και δεν θα ήταν δυνατή η ανάληψη της εξουσίας από τον αυτοκράτορα, όπως έγινε με την λήξη του πολέμου Μποσίν. Παρότι συνέβαλαν και ύστερα στον εκσυγχρονισμό της Ιαπωνίας, γνώρισαν σύντομα βίαιο ή πρόωρο θάνατο.

Έργο του Σάιγκο στην αυτοκρατορική κυβέρνηση ήταν ο εκσυγχρονισμός του στρατού με την καθιέρωση θητείας κληρωτών από τα λαϊκά στρώματα. Επίσης συνεργάστηκε για την κατάργηση του παραδοσιακού φεουδαρχικού συστήματος των περιοχικών τιμαρίων υπό τους νταΐμιο και την αντικατάστασή του με διοικητικό σύστημα επαρχιών. Ωστόσο ήρθε σε ρήξη με την κυβέρνηση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής: Όταν η Κορέα αρνήθηκε να αναγνωρίσει την αυτοκρατορική κυβέρνηση, ο Σάιγκο ζήτησε να κηρυχτεί πόλεμος και αντιμετώπισε την διαφωνία της κυβέρνησης.

Ο Σάιγκο παραιτήθηκε και σχημάτισε μια δική του στρατιωτική οργάνωση, με σκοπό την εκδήλωση μιας εξέγερσης (εξέγερση Σατσούμα) η οποία απέτυχε και τερματίστηκε με τον θάνατό του.

Καλλιτεχνικό έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ στην αρχή ο οίκος Σιμάζου έκρυψε τον Σάιγκο Τακαμόρι όταν κυνηγήθηκε από την κυβέρνηση του σογκουνάτου το 1862, ο Σάιγκο έπεσε στη δυσμένεια του οίκου και εξορίστηκε. Στο πέλαγος Αμάμι ανακάλυψε μια κουλτούρα διαφορετική από εκείνη στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε και τελικά αγάπησε τα νησιά του και τον πολιτισμό τους. Ο Σάιγκο εξορίστηκε για δεύτερη φορά σε ένα άλλο νησί του πελάγους Αμάμι, το Οκινοεραμπουτζίμα. Ήταν ένας ψυχρός, δυσάρεστος τόπος με ισχυρούς ανέμους. Κρατήθηκε εκεί για δύο χρόνια και υπέστη αρκετές κακουχίες που αποδυνάμωσαν την υγεία του. Στην αρχή τον κρατούσαν σε μια περίφραξη που έμοιαζε με κλουβί και αργότερα τον περιόρισαν κατ' οίκον. Στη διάρκεια της εξορίας του μελέτησε την τέχνη της καλλιγραφίας και έγινε δάσκαλος παιδιών. Διάβασε εκτενώς την κινεζική και ιαπωνική φιλοσοφία, καθώς επίσης τους Κινέζους κλασικούς και ποίηση. Σε εκείνη τη στιγμή στη ζωή του έγινε ποιητής και ένα από τα καλύτερα ποιήματά του ήταν το «Σκέψεις στη φυλακή».

Παρότι ο Σάιγκο εξορίστηκε ενάντια στη θέλησή του, αυτό τον βοήθησε να δυναμώσει το χαρακτήρα του, βρίσκοντας χρόνο να αναπτύξει τα καλλιτεχνικά του ενδιαφέροντα και να σκεφτεί τη ζωή και την πολιτική του. Έμαθε να απολαμβάνει τα πιο απλά πράγματα ως μοναχός του Ζεν Βουδισμού και αποσύρθηκε από την πολιτική από το 1874 έως το 1876. Βρήκε τη γαλήνη ψαρεύοντας, διαβάζοντας βιβλία, μαθαίνοντας καλλιγραφία, εντρυφώντας στη χαλάρωση με διαλογισμό Ζεν. Όταν είχε χρόνο, έφτιαχνε αχυρένια σαντάλια.

Κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σάιγκο Τακαμόρι έζησε σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών. Συνεπώς έχει μεγάλη σημασία να γνωρίζουμε την πραγματική σημασία της εποχής του σογκουνάτου Τοκουγκάβα για τους σαμουράι και τα ήθη τους. Η κυριαρχία των σαμουράι έφθασε στην πλήρη άνθησή της κατά την πρώιμη περίοδο Τοκουγκάβα, όταν οι ταξικές διακρίσεις ήταν ιδιαίτερα εμφανείς. Οι σαμουράι βρίσκονταν στην κορυφή των τεσσάρων τάξεων -επάνω από τους αγρότες, τους τεχνίτες και τους εμπόρους. Ήταν οι μόνοι που επιτρεπόταν να φέρουν ξίφη και είχαν το δικαίωμα να σκοτώνουν οποιοδήποτε μέλος των κατώτερων τάξεων για ασεβή συμπεριφορά.

Το σογκουνάτο Τοκουγκάβα εγκαθιδρύθηκε στο Έντο και παρέμεινε στην εξουσία επί 250 χρόνια. Ήταν χρόνια ειρήνης και σταθερότητας στην Ιαπωνία, που χαρακτηρίστηκαν από την απομόνωση από τον εξωτερικό κόσμο, την αύξηση των πόλεων, την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική κινητικότητα. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια του 17ου και 18ου, πολλοί σαμουράι βρέθηκαν άνεργοι καθώς οι κύριοί τους έχασαν τη γη τους με τoυς αναδασμούς της γης. Πολλοί έγιναν ρόνιν, δηλαδή σαμουράι χωρίς αφέντη. Οι μαχητικές τους δεξιότητες δε θεωρούνταν πλέον σημαντικές και οι σαμουράι ως τάξη υπέστησαν σημαντικές φθορές. Ορισμένοι από αυτούς αναζήτησαν θέσεις ως ανώτεροι υπάλληλοι στην κυβέρνηση Μεϊτζί.

Mε τον όρο παλινόρθωση Μεϊτζί (Μeiji Ishin) οι ιστορικοί περιγράφουν συνήθως μια αλυσίδα γεγονότων που οδήγησαν σε μια αλλαγή στην πολιτική και κοινωνική δομή της Ιαπωνίας από το 1866 έως το 1869, μια περίοδο 4 ετών του τέλους της εποχής Έντο (συχνά αποκαλείται και εποχή του σογκουνάτου Τοκουγκάβα) και αρχή της εποχής Μεϊτζί. Ο σχηματισμός της συμμαχίας Σάτσο το 1866 μεταξύ του Σάιγκο Τακαμόρι, ηγέτη της επαρχίας Σατσούμα και του Κίντο Τακαγιόσι, ηγέτη της επαρχίας Τσοσού, οριοθετεί την έναρξη της παλινόρθωσης Μεϊτζί. Οι δύο ηγέτες υποστήριξαν τον αυτοκράτορα ενάντια στο σογκουνάτο Τοκουγκάβα (bakufu) και αποκατατέστησαν την αυτοκρατορική δύναμη.

Το σογκουνάτο Τοκουγκάβα τερματίστηκε επίσημα στις 9 Νοεμβρίου 1867 με την παραίτηση του 15ου σόγκουν Τοκουγκάβα Γιοσινόμπου και την "παλινόρθωση" (Taisei Houkan) του αυτοκρατορικού κανόνα. Ο 15χρονος Μουτσουχίτο διαδέχθηκε τον πατέρα του, αυτοκράτορα Κομέι, και τον επόμενο χρόνο έγινε ο αυτοκράτορας Μεϊτζί ή "φωτισμένος κανόνας" και υπέγραψε τον Καταστατικό Όρκο. Σύντομα τον Ιανουάριο του 1868, άρχισε ο πόλεμος Μποσίν (πόλεμος του έτους του δράκου) με τη μάχη του Τόμπα Φουσίμι, στον οποίο ο στρατός της νέας κυβέρνησης, νίκησε τον στρατό του σόγκουν με τη βοήθεια των Τακαμόρι και Τακαγιόσι. Ο πόλεμος τελείωσε στις αρχές του 1869 με την πολιορκία του Χακοντάτε, στο νησί Χοκάιντο. Η στρατιωτική ήττα του σόγκουν (με στρατηγό τον Χιτζικάτα Τοσίτζο) σήμανε και το τέλος της παλινόρθωσης Μεϊτζί και κάθε είδους ανυπακοή στον αυτοκράτορα και τον κανόνα του τελείωσε.

Η εξέγερση Σατσούμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη δοκιμασία της νέας κυβέρνησης Μεϊτζί ήρθε με την εξέγερση της ισχυρής πατριάς Σατσούμα που κατείχε τη νότια περιοχή του νησιού Κιούσου. Αυτή η σημαντική πατριά ελεγχόταν από τον οίκο Σιμαζού, και την είχε ιδρύσει ο Σιμαζού Τανταχίσα, γιος του Μιναμότο Γιοριτόμο, στην περίοδο Καμακούρα. Ήταν μια από τις δύο ισχυρές γενιές (η άλλη ήταν στην Τσοσού) που έκαναν δυνατή την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής δύναμης. Μετά από εννιά χρόνια κοντά στην κεντρική κυβέρνηση, οι σαμουράι της Σατσούμα ήταν δυσαρεστημένοι με την κατεύθυνση που έπαιρνε η κυβέρνηση. Οργάνωσαν το δικό τους στρατό για να πολεμήσουν ενάντια στα αδοκίμαστα ακόμη στρατεύματα της κεντρικής κυβέρνησης. Ήταν μια μνημειώδης μάχη μεταξύ του ιαπωνικού παραδοσιακού τρόπου μάχης στην πραγματικότητα και ενός νέου στρατού αγροτών, εκπαιδευμένου στη δυτική στρατηγική και τη χρήση δυτικών όπλων. Ηγέτης της εξέγερσης ήταν ο Σάιγκο Τακαμόρι, ένας γίγαντας με ισχυρή προσωπικότητα που, ακριβώς πριν από μερικά χρόνια, ήταν ηγέτης της κυβέρνησης και υπεύθυνος για την οργάνωση του κυβερνητικού στρατού.

Ο Σάιγκο ήταν ένας από τους τρεις νέους σαμουράι που προσχώρησαν στην κυβέρνηση και με τον προσωπικό μαγνητισμό του είχε βοηθήσει στην ένωση και την επιβίωσή της. Ο δεύτερος ήταν ο Κίντο Κόιν, σαμουράι από την πατριά Τσοσού, εξαιρετικά ικανός διπλωμάτης, ένας δάσκαλος της τέχνης της πειθούς. Η ιστορική σημασία του Κίντο έγκειται πρώτιστα στην πεποίθησή του ότι η φεουδαρχία έπρεπε να καταργηθεί για να ευημερήσει το έθνος, μαζί με την ικανότητά του να πείσει τους φεουδάρχες κυρίους ότι ήταν προς το συμφέρον τους και πατριωτικό καθήκον τους να επιστρέψει ο αυτοκράτορας και να υποστηριχθεί η νέα κεντρική κυβέρνηση.

Ο τρίτος της τριανδρίας ήταν Οκούμπο Τοσιμίτσι ο οποίος, όπως και ο Σάιγκο, ήταν μέλος της πατριάς Σατσούμα. Ο Σάιγκο ήταν ο ισχυρός άνδρας της δράσης, ο Κίντο ο διπλωμάτης και ο Οκούμπο ο αρμόδιος για το σχεδιασμό του νέου καθεστώτος. Αργότερα εξαιτίας της αντίθεσης του Οκούμπο στις ιδέες του Σάιγκο για την κατάκτηση της Κορέας και την επέκταση της Ιαπωνίας, ο Σάιγκο παραιτήθηκε από την κυβέρνηση. Ο Σάιγκο είχε καταστρώσει ένα σχέδιο για την κατάκτηση της Κορέας που περιελάμβανε την αποστολή ενός απεσταλμένου με στόχο να προβάλλει προσβλητικές απαιτήσεις. Αυτό θα οδηγούσε, εξήγησε, τους Κορεάτες στην εκτέλεση του απεσταλμένου και θα παρείχε στην Ιαπωνία τη δικαιολογία κήρυξης πολέμου. Ο απεσταλμένος, επέμεινε, θα ήταν ο ίδιος. Ο Οκούμπο και ο Κίντο του αρνήθηκαν και ο Σάιγκο επέστρεψε στο σπίτι του στο Κιούσου. Εκεί, ένωσε τους επαναστατημένους σαμουράι για να τους οδηγήσει ενάντια στον κυβερνητικό στρατό. Η κυβέρνηση ενέργησε γρήγορα για να συντρίψει την εξέγερση. Υπήρξε μεγάλη σύγκρουση στη μάχη της Σιρογιάμα. Μετά από δύο εβδομάδες μαχών με τον αυτοκρατορικό στρατό, οι επαναστάτες σαμουράι μαζί με τον Σάιγκο μειώθηκαν από 40.000 περίπου σε 200 πολεμιστές[5]. Κατά τη διάρκεια της μάχης ο Σάιγκο τραυματίστηκε, αλλά δεν είναι γνωστός ο ακριβής τρόπος του θανάτου του. Αφηγήσεις συμπολεμιστών του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι προχώρησε σε τελετουργική αυτοκτονία σεπούκου με τη βοήθεια του συμπολεμιστή του Μπέπου Σινσούκε [7].

Ο Μύθος του Σάιγκο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γίγαντας ύψους 1,80 και βάρους 112 κιλών[5], ο Σάιγκο Τακαμόρι λιγομίλητος, με ευπροσήγορο χαμόγελο ήταν ένας από τους δημοφιλέστερους πολιτικούς στη σύγχρονη εποχή της Ιαπωνίας. Η εγκάρδια προσωπικότητά του, η θυελλώδης σταδιοδρομία του και ο τραγικός του θάνατος άγγιξαν τις καρδιές πολλών Ιαπώνων, και ενέπνευσαν σεβασμό για το πρόσωπό του. Η ιστορία του Σάιγκο ζει διασκορπισμένη στους διάφορους "θρύλους του Σάιγκο", πιστοποιώντας την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την κατάσταση της πολιτικής σήμερα και μια ψυχολογική ανάγκη για ήρωες. Στην πραγματικότητα, το 1877, έτος θανάτου του Σάιγκο, ήταν ήταν η χρονιά κατά την οποία ο Άρης έφθασε στην πιο κοντινή προσέγγισή του στη γη. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής είδαν το φωτεινό, κόκκινο σαν αίμα αστέρι και είπαν ότι ήταν το άστρο του Σάιγκο, σημάδι πως ο Σάιγκο ήταν ακόμα ζωντανός κάπου.

Ο μύθος είναι μια ιστορία με σημαντικές οντολογικές συνέπειες, που περνούν από το άτομο σε άτομο. Ο μύθος είναι μια έννοια, μια ιδανική ή μισο-αληθινή ιστορία με μυθικές ιδιότητες που περιλαμβάνει συνήθως έναν ηρωικό χαρακτήρα ή φανταστικό τόπο και είναι ριζοβολημένος σε έναν πυρήνα αλήθειας και λειτουργεί ως υπενθύμιση μιας ιδιαίτερης κουλτούρας. Μερικοί μύθοι γνωρίζουμε σήμερα ότι έχουν τη βάση τους σε ιστορικά γεγονότα και ο μύθος του Σάιγκο είναι ένας από αυτούς. Αρκετοί από τους μύθους που κυκλοφόρησαν για το πρόσωπό του αρνούνταν το θάνατό του. Πολλοί στην Ιαπωνία τον περίμεναν να επιστρέψει από την Ινδία ή την Κίνα για να νικήσει την κοινωνική αδικία.

Η αντίθεση στον δυτικό εκσυγχρονισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σάιγκο Τακαμόρι (άνω δεξιά) κατευθύνει τα στρατεύματά του στη μάχη της Σιρογιάμα

Με την πτώση του σογκουνάτου Τοκουγκάβα και την έναρξη της περιόδου Μεϊτζί, 1868 – έγιναν σημαντικές αλλαγές στην Ιαπωνία. Η νέα ιαπωνική αυτοκρατορική κυβέρνηση εισήγαγε ριζικές μεταρρυθμίσεις και πολιτική εκσυγχρονισμού: δημιουργήθηκαν σιδηρόδρομοι, καθιερώθηκε η υποχρεωτική εκπαίδευση και η στρατιωτική θητεία, εισήχθη το ηλιακό ημερολόγιο και καταργήθηκαν τα φέουδα μαζί με το σύστημα των τάξεων. Πολλοί άνεργοι, δυσαρεστημένοι σαμουράι κράτησαν τις παραδοσιακές του αξίες και φοβούνταν τη «δυτικοποίηση». Σκέφτονταν ότι οι ξένοι «θα μόλυναν» την Ιαπωνία, ενώ άλλοι υποστήριζαν αντιθέτως ότι η τεχνολογία και το εμπόριο θα εμπλούτιζαν τη χώρα, και θα ενίσχυαν τους στρατιωτικούς. Η επένδυση της Ιαπωνίας για να γίνει ισχυρό κράτος δυτικού τύπου ήρθε σε μια στιγμή που οι σαμουράι ήταν έντονα δυσαρεστημένοι από τις κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις. Ο Σάιγκο αγαπούσε τις παραδοσιακές αρχές και κατά περιόδους βρέθηκε αντιμέτωπος με μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στις δύο πίστεις του, μια στον αυτοκρατορικό στρατό και την άλλη στους σαμουράι της Σατσούμα. Ωστόσο, αρχικά διαφώνησε με τον εκμοντερνισμό της Ιαπωνίας και το εμπόριο με τη Δύση. Επίσης, ήταν αντίθετος με τη διαμόρφωση σιδηροδρομικού δικτύου, θεωρώντας πως τα χρήματα θα έπρεπε να ξοδευτούν για τον εκσυγχρονισμό του στρατού[8].

Η αυτοκρατορική κυβέρνηση γοητεύθηκε από τον δυτικό πολιτισμό. Ένα παράδειγμα αυτής της αποπλάνησης ήταν πως η κυβέρνηση του Τόκιο ήταν πρόθυμη να εγκαταλείψει τις πολιτιστικές της παραδόσεις χάριν των δυτικότροπων αιθουσών χορού, (επιπολαιότητες), όπως τις αποκαλούσε ο Σάιγκο και την ίδια στιγμή απαρνείτο την τιμιότητα των δικών της αξιωματούχων. Η κυβερνητική διαφθορά έφθασε στο απόγειό της, ιδιαίτερα σε ό,τι σχετιζόνταν με τις υπέρογκες δαπάνες για στρατιωτικούς εξοπλισμούς και τις πιέσεις για άνοιγμα των εμπορικών δρόμων της Ιαπωνίας.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο του θανάτου του στη Σιρογιάμα-τσο, Καγκοσίμα

Πέρα από γενναίος μαχητής, όμως, ο Σάιγκο ήταν πηγή έμπνευσης για τον πολιτισμό και πολλοί έμαθαν από τη σοφία του. Απολάμβανε τη μελέτη, και διαρκώς βελτίωνε τις γνώσεις του μελετώντας. Ενθάρρυνε τις κοινότητες της επαρχίας Σατσούμα να είναι πολιτιστικά αυτάρκεις σε μια εποχή κατάθλιψης, κατά τη διάρκεια της μεταρρύθμισης της περιόδου Μεϊτζί. Ο Σάιγκο συνδέθηκε με την ίδρυση της σχολής Γιοσίνο, (που έδρευε σε ένα μικρό χωριό κοντά στην πόλη Καγκοσίμα). Οι μαθητές αυτής της ακαδημίας καλλιεργούσαν τη γη στη διάρκεια της ημέρας και ασχολούνταν με τη μάθηση στις απογευματινές και βραδυνές ώρες.

Η πολιτική ιδεολογία του Σάιγκο ήταν και ρομαντική και πρακτική. Δεν ήταν αντιδυτικός, αλλά απεχθανόταν τις παγιδεύσεις του δυτικού πολιτισμού. Θεωρούσε πως η Ιαπωνία θυσίαζε τις παραδόσεις της για τα ψεύτικα σύμβολα του δυτικού «ατομικισμού» και «της ελευθερίας». Όπως το θέτει ο Μαρκ Ραβίνα, «ο θάνατος του Σάιγκο ήταν ένα αντίδοτο στην πολιτιστική δυσφορία της Ιαπωνίας. Δεν φοβήθηκε ότι η Ιαπωνία θα μάθαινε από τη Δύση, αλλά ότι θα αντλούσε τα λανθασμένα πρότυπα και όχι τις πραγματικές αρετές που οδήγησαν τη Δύση στη δύναμή της». Ακόμη και στο θάνατο η κυβέρνηση φοβήθηκε το πνεύμα του. Δεν μπορούσαν να κατανοήσουν πώς γύρισε η παλίρροια της ιαπωνικής κοινής γνώμης. Ο Σάιγκο ήταν ο ήρωάς τους. Φοβούμενη περαιτέρω συγκρούσεις και εξεγέρσεις, η αυτοκρατορική κυβέρνηση τον αποκατέστησε μετά θάνατον στις 22 Φεβρουαρίου του 1889.

Η ζωή του μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη στην ταινία Ο Τελευταίος Σαμουράι. Αν και η ιστορική βάση της ταινίας είναι αληθινή, τα γεγονότα δεν εκτυλίχθηκαν επακριβώς με τον τρόπο που περιγράφονται στο σενάριο της ταινίας.

Σημειώσεις παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/Saigo-Takamori. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  2. 2,0 2,1 2,2 (Αγγλικά) Find A Grave. 8167625. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  3. History Channel, The Samurai, video documentary
  4. Ravina, Mark. The Last Samurai: The Life and Battles of Saigō Takamori. John Wiley and Sons, 2011. Names, Romanizations, and Spelling (page 1 of 2). Ανάκτηση από Google Books on August 7, 2011. ISBN 1-118-04556-4, ISBN 978-1-118-04556-5.
  5. 5,0 5,1 5,2 Saigo Takamori (2015). «Saigo Takamori». Encyclopædia Britannica. http://www.britannica.com/biography/Saigo-Takamori. Ανακτήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2015. 
  6. «The Life of Japan's "Last Samurai" Saigō Takamori». 9 Μαΐου 2018. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2020. 
  7. Andrew M. Beierle (επιμ.). «The Real Last Samurai». Emory Magazine. Emory University. Ανακτήθηκε στις 10 Απριλίου 2009. 
  8. On Saigō and the establishment of a railway

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ravina, Mark, 2004, The Last Samurai - The Life and Battles of Saigo Takamori, Hoboken, New Jersey.
  • Rhoades, Murphey, 1997, East Asia: A New History, Addison Wesley Longman, New York.