Ραψωδία (μουσική)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Στα πλαίσια της μουσικολογίας, ως ραψωδία ορίζεται ορχηστρικό ή άλλο έργο, σε μία κίνηση, το κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι ο απαγγελτικός χαρακτήρας. Οι ραψωδίες στη μουσική είναι συνήθως ευμεγέθη σε διάρκεια έργα, στα οποία αντιπαραβάλλονται «επεισόδια» και διαφορετικές υφές, που αφορούν κατά κύριο λόγο στα στοιχεία του ρυθμού, της τονικότητας, της ενορχήστρωσης κλπ. Συνδέεται άμεσα με το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού, ενώ παραπλήσια μουσικά είδη θεωρούνται το συμφωνικό ποίημα, η φαντασία καθώς και η παραλλαγή.

Ως μουσικός όρος, η ραψωδία έλκει την καταγωγή της από το ομώνυμο αρχαίο λογοτεχνικό είδος, το οποίο επικεντρώνεται στην ποιητική (μετρική) αφήγηση ηρωικών βίων (έπη). Μέχρι τον 16ο αι. ραψωδία στη δυτική Ευρώπη αποτελεί έναν όρο-ομπρέλα, που συγκεντρώνει πολλά λογοτεχνικά είδη, κυρίως δε αυτά που χαρακτηρίζονται από ελεύθερη δομή. Κατά τον 18ο αι. η ραψωδία ως λογοτεχνικό είδος μεταλαμπαδεύεται στη μουσική, όπως μέσα από το έργο του Κρίστιαν Φρήντριχ Ντάνιελ Σούμπαρτ Μουσικές Ραψωδίες (1786), το οποίο αποτελεί μια συλλογή τραγουδιών με συνοδεία πληκτροφόρου, καθώς και κάποια σολιστικά κομμάτια για πληκτροφόρο. Υπό τη ρομαντική φιλελληνική τάση, το 1810, ο Βοημός συνθέτης Václav Tomášek γράφει δεκαπέντε ραψωδίες για σόλο πιάνο, μεταξύ άλλων έργων με αρχαιοελληνική χροιά (διθύραμβος, εκλογή). Περίφημο παράδειγμα ρομαντικής ραψωδίας αποτελεί και η Ραψωδία για Άλτο έρ. 53 (1869) του Γιοχάνες Μπραμς, ο επικός χαρακτήρας του οποίου είναι τυπικό δείγμα του ώριμου ρομαντισμού.

Μέχρι τα τέλη του 19ου αι. η ραψωδία αφορά κυρίως οργανικά έργα, με κύριο όργανο το πιάνο και αργότερα -με την άνοδο της συμφωνικής μουσικής- για μεγάλη συμφωνική ορχήστρα. Ο επικός χαρακτήρας που επιτάσει ο όρος ραψωδία συνδέθηκε συχνά με τα εθνικά αισθήματα στον χώρο της μουσικής, γεγονός που συνέβαλλε στη χρήση του όρου από πλειάδα συνθετών διαφόρων εθνικών σχολών, όπως Αντονίν Ντβόρζακ, Φραντς Λιστ, Τζόρτζε Ενέσκου κλπ.

Τον 20ό αι. η χρήση του όρου αρχίζει να φθίνει, ενώ υπό το πλαίσο του νεοκλασικισμού πολλοί συνθέτες στρέφονται σε παραδοσιακές δομές, όπως το κοντσέρτο και τη συμφωνία, εντάσσοντας σ' αυτά τα όποια επικά ή ηρωικά χαρακτηριστικά της έμπνευσής τους.

Σπουδαία παραδείγματα ραψωδιών από την ιστορία της μουσικής αποτελούν μεταξύ άλλων η Γαλάζια Ραψωδία του Τζωρτζ Γκέρσουιν, η Ουγγρική Ραψωδία του Φραντς Λιστ, η Ραψωδία πάνω σ' ένα θέμα του Παγκανίνι του Σεργκέι Ραχμάνινοφ, η Ισπανική Ραψωδία του Μωρίς Ραβέλ, οι ραψωδίες του Μπέλα Μπάρτοκ κλπ.

Το 1975 το ροκ συγκρότημα Queen γράφει το περίφημο Bohemian Rhapsody, το οποίο αν και δεν εντάσσεται στα πλαίσια της συγκριτικής μουσικολογίας της δυτικής κλασικής μουσικής, εντούτοις, με τον αφηγηματικό και επεισοδιακό του χαρακτήρα, διαφαίνεται να ενστερνίζεται τις βασικές αρχές του όρου.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Rink, John, λήμμα Rhapsody, The New Grove Dictionary of Music and Musicians, Λονδίνο 2001