Διθύραμβος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Διθύραμβος ήταν αυτοσχέδιο χορικό, λατρευτικό και θρησκευτικό άσμα, προς την λατρεία του Διονύσου. Ψαλλόταν από ομάδα πενήντα ανδρών ή αγοριών, μεταμφιεσμένων ίσως σε τράγους (πέντε άνδρες για καθεμιά από τις δέκα φυλές τις Αττικής) με την συνοδεία αυλού, χορεύοντας γύρω απο τον βωμό του. Επίσης ο πρώτος των χορευτών, ο εξάρχων απέδιδε και κάποια αφήγηση σχετικά με την ζωή του θεού. Το θέμα αρχικά ήταν η γένεση του Βάκχου, ενώ στην συνέχεια το πλαίσιο έγινε ευρύτερο. Πιστεύεται πως η λέξη προήλθε από: α) τον "Διθύραμβο" Διόνυσο, που γεννήθηκε δύο φορές, μια από την Σέμελη και μια από τον μηρό του Δία και β) δις-θύρα-βαίνω. Η εξέλιξή του οδήγησε στη γένεση της τραγωδίας. Με τα χρόνια εξελίχθηκε από λατρευτικό τραγούδι σε ξεχωριστό λυρικό και χορευτικό καλλιτεχνικό είδος.

Πατέρας αυτής της εξέλιξης θεωρείται ο Αρίων (Μύθημνα, Λέσβος) που ήταν ο πρώτος που συνέθεσε τον διθύραμβο, του έδωσε λυρική μορφή και αφηγηματικό περιεχόμενο και παρουσίασε τους χορευτές μεταμφιεσμένους σε Σατυρους (δηλαδή με χαρακτηριστικά τράγου) γιαυτό και ονομάστηκε «ευρετής του τραγικού τρόπου» επιβεβαιωμένο απο το λεξικό Σούδα.

Αργότερα ο Θέσπης (Ικαρία) στην θέση του εξάρχων εισήγαγε και τον υποκτίτη ηθοποιό ο οποίος έκανε διάλογο με τον χορό, συνέπεια αυτής της καινοτομίας ήταν η γέννηση της τραγωδίας στην Αττική.

Σήμερα διασώζονται διθύραμβοι του Βακχυλίδη.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Lesky, Albin, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, εκδοτικός οίκος Αφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1983