Παραλογισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σίσυφος — το σύμβολο του παραλογισμού της ύπαρξης — από Franz Κολλήσει.

Στη φιλοσοφία το «παράλογο», αναφέρεται στη σύγκρουση μεταξύ της ανθρώπινης τάσης για την αναζήτηση εγγενούς αξίας και νόηματος στη ζωή απο την μία πλευρά και την ανθρώπινη αδυναμία να τα βρουν από την άλλη. Σε αυτό το πλαίσιο παράλογο δεν σημαίνει «λογικά αδύνατο», αλλά μάλλον «ανθρωπίνως αδύνατο».[1] Το σύμπαν και το ανθρώπινο μυαλό, το καθένα ξεχωριστά, δεν δημιουργούν το Παράλογο, αλλά μάλλον, το Παράλογο προκύπτει από την αντιφατική φύση του γεγονότος ότι και τα δύο υπάρχουν ταυτόχρονα.

Κατά συνέπεια, παραλογισμός είναι μια φιλοσοφική σχολή σκέψης η οποία δηλώνει ότι οι προσπάθειες της ανθρωπότητας να βρει εγγενή έννοια τελικά θα αποτύχει (και ως εκ τούτου είναι παράλογες), διότι ο τεράστιος όγκος πληροφοριών καθώς κι η ευρεία σφαίρα του αγνώστου καθιστούν την απόλυτη πεποίθηση αδύνατη. Ως φιλοσοφικό ρεύμα, ο παραλογισμός διερευνά επιπλέον τη θεμελιώδη φύση του Παραλόγου και το πώς τα άτομα, όταν συνειδητοποιήσουν το Παράλογο, θα πρέπει να ανταποκριθούν. Ο παραλογιστής φιλόσοφος Αλμπέρ Καμύ δήλωσε ότι τα άτομα θα πρέπει να αποδεχτούν την παράλογη ιδιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ, επίσης, να συνεχίσουν αγέρωχα να αναζητούν νόημα και να συνεχίσουν να εξερευνούν.[2]

Ο παραλογισμός μοιράζεται ορισμένες έννοιες, και ένα κοινό θεωρητικό πρότυπο με τον υπαρξισμό και τον μηδενισμό. Έχει τις ρίζες του στο έργο του Δανού φιλοσόφου του 19ου αιώνα, Σόρεν Κίρκεγκαρντ, ο οποίος επέλεξε να αντιμετωπίσει την κρίση που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν με το Παράλογο, αναπτύσσοντας τη δική του υπαρξιακή φιλοσοφία.[3] Ο παραλογισμός ως ένα σύστημα πεποιθήσεων γεννήθηκε από το ευρωπαϊκό υπαρξιακό κίνημα που ακολούθησε, ειδικά όταν ο Γαλλο-Αλγερινός φιλόσοφος και συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ απέρριψε ορισμένες πτυχές της φιλοσοφικής σκέψης[4] και δημοσίευσε το δοκίμιο Ο Μύθος του Σίσυφου. Τον απόηχο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρείχε το κοινωνικό περιβάλλον που επέτρεπαν την ανάπτυξη παραλογιστικών απόψεων και επέτρεπε τη λαϊκή τους ανάπτυξη, ειδικά στην κατακρεουργημένη χώρα της Γαλλίας.

Επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην παραλογιστική φιλοσοφία, το Παράλογο προκύπτει από τη θεμελιώδη δυσαρμονία μεταξύ της ατομικής αναζήτησης για το νόημα και την έλλειψη νοήματος του σύμπαντος. Ως όντα που ψάχνουν για νόημα σε ένα κόσμο χωρίς νόημα, οι άνθρωποι έχουν τρεις τρόπους για να επιλύσουν το δίλημμα. Ο Κίρκεγκωρ και ο Καμύ περιγράφουν τις λύσεις στα έργα τους, Ασθένεια μέχρι το Θάνατο (1849) και Ο Μύθος του Σίσυφου (1942), αντίστοιχα:

  • Αυτοκτονία (ή, "απόδραση από την ύπαρξη"): μια λύση κατά την οποία ένα άτομο τελειώνει την ίδια του τη ζωή. Τόσο ο Κίρκεγκαρντ όσο και ο Καμύ απορρίπτουν την βιωσιμότητα αυτής της επιλογής. Ο Καμύ δηλώνει ότι δεν επιλύει το Παράλογο. Αντίθετα, το γεγονός ότι κάποιος διάλεξε να τερματίσει τη ζωή του περιπλέκει περισσότερο την κατάσταση.
  • Θρησκευτική, πνευματική, ή αφηρημένη πίστη σε ένα υπερβατικό βασίλειο, ον ή ιδέα: μια λύση στην οποία κάποιος πιστεύει στην ύπαρξη μιας πραγματικότητας που είναι πέρα από το Παράλογο, και έτσι έχει νόημα. Ο Κίρκεγκαρντ δήλωσε ότι η πίστη σε κάτι πέρα από το Παράλογο απαιτεί μια παράλογη, αλλά ίσως αναγκαία θρησκευτική αποδοχή σε κάτι άυλο και σε κάτι που δεν μπορεί να αποδειχθεί εμπειρικά (συνήθως αναφέρεται ως ένα «άλμα πίστης»). Ωστόσο, ο Καμύ και άλλοι θεώρησαν αυτή τη λύση ως «φιλοσοφική αυτοκτονία».
  • Η αποδοχή του Παραλόγου: μια λύση στην οποία κάποιος δέχεται το Παράλογο και συνεχίζει να ζει ανεξάρτητα από αυτό. Ο Καμύ ενέκρινε τη λύση αυτή, πιστεύοντας ότι με την αποδοχή του Παραλόγου, μπορεί κανείς να επιτύχει την απόλυτη ελευθερία, και χωρίς να αναγνωρίζει κανένα θρησκευτικό ή ηθικό περιορισμό. Επαναστατώντας ενάντια στο Παράλογο, ενώ ταυτόχρονα αποδεχόμενος το γεγονός ότι είναι αιώνιο, θα μπορούσε κανείς ενδεχομένως να είναι ευχαριστημένος από το προσωπικό νόημα που αποκόμισε στη πορεία. Ο Κίρκεγκαρντ, από την άλλη πλευρά, θεωρούσε αυτή τη λύση ως "δαιμονική τρέλα": "Αυτός μαίνεται κυρίως με τη σκέψη ότι η αιωνιότητα μπορεί να μπει μέσα στο κεφάλι του για να πάρει τη μιζέρια απ ' αυτόν!"[5]

Σχέση με τον υπαρξισμό και τον μηδενισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Παραλογισμός προήλθε από τη συνέχιση των κινημάτων του υπαρξισμού και του μηδενισμού στον 20ο αιώνα. Μοιράζεται μαζί τους κάποια εμφανή βασικά σημεία, αλλά επίσης φθάνει σε συμπεράσματα που είναι μοναδικά. Και οι τρεις σχολές προέκυψαν από την ανθρώπινη εμπειρία της αγωνίας και της σύγχυσης που απορρέει από το Παράλογο: τη φαινομενική έλλειψη νοήματος σε ένα κόσμο που οι άνθρωποι, παρ ' όλα αυτά, είναι υποχρεωμένοι να βρουν ή να δημιουργήσουν το δικό τους νόημα.[6] Από εκεί και πέρα, οι τρεις σχολές σκέψης αποκλίνουν. Ο Υπαρξισμός γενικά υποστήριξε την κατασκευή νοήματος της ζωής από το κάθε άτομο ξεχωριστά καθώς και την ελεύθερη βούληση του ατόμου. Ο Μηδενισμός, αντίθετα, υποστηρίζει ότι "είναι μάταιο να αναζητάμε ή να δηλώνουμε ότι υπάρχει νόημα εκεί που δεν μπορεί να βρεθεί."[7] Ο Παραλογισμός, όπως σχηματίστηκε από τον Καμύ, αποδέχεται, αν και διστακτικά, την πιθανότητα ύπαρξης νόηματος ή αξίας στη ζωή. Διστάζει όμως να αποδεχτεί τόσο την αξία του προσωπικά κατασκευασμένου νοήματος που διδάσκει ο Υπαρξισμός όσο και την ολοκληρωτική αδυναμία εύρεσης νοήματος που υποστηρίζει ο Μηδενισμός. Ο Παραλογισμός του Καμύ επίσης, απαξιώνει ή κατάφορα απορρίπτει την ελεύθερη βούληση, ενθαρρύνοντας απλώς το άτομο να ζει επαναστατικά και αυθεντικά , παρά την ψυχολογική ένταση του Παραλόγου.[8]

Ο Καμύ ο ίδιος με πάθος εργαζόταν για την αντιμετώπιση του μηδενισμού, όπως εξήγησε στο δοκίμιό του "Ο Επαναστάτης", ενώ, επίσης, απέρριψε κατηγορηματικά την ετικέτα του "υπαρξιστικός" στο δοκίμιό του "το Αίνιγμα" και στη συλλογή Το Λυρικό και κριτικά Δοκίμια του Αλμπέρ Καμύ, αν και ήταν, και ακόμα χαρακτηρίζεται από μερικούς ως υπαρξιστής.[9] Τόσο ο υπαρξισμός και ο παραλογισμός ασχολούνται με τις πρακτικές εφαρμογές της συνειδητοποίησης της αλήθειας του υπαρξιακού μηδενισμού: δηλαδή, πώς κάποιος ενθουσιώδης αναζητητής θα πρέπει να ενεργεί όταν ξαφνικά βρεθεί αντιμέτωπος με την φαινομενική απόκρυψη, ή παντελή απουσία νοήματος στο σύμπαν. Η αντίληψη του Καμύ για τον κόσμο (π. χ., η αδιαφορία στο διήγημα Ο Ξένος), και κάθε όραμα που είχε για την πρόοδό του, ωστόσο, τον θέτει εκτός από το ρεύμα του υπαρξισμού.

Σόρεν Κίρκεγκαρντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κίρκεγκαρντ σχεδίασε το πλαίσιο σχέσεων που θα βασίζεται (εν μέρει) στο πώς ένα άτομο αντιδρά σε απόγνωση. Η Παράλογη φιλοσοφία ταιριάζει στην επικεφαλίδα "απόγνωση της απείθειας"[10]

Έναν αιώνα πριν τον Καμύ, τον 19ο αιώνα, ο Δανός φιλόσοφος Σόρεν Κίρκεγκαρντ έγραψε εκτενώς για τον παραλογισμό του κόσμου. Στα ημερολόγια του o Κίρκεγκαντ γράφει για το παράλογο:

Tι είναι όμως το παράλογο; Είναι, όπως μπορεί εύκολα να παρατηρηθεί, ότι εγώ, ένα λογικό ον, πρέπει να δράσω σε μία κατάσταση όταν η λογική μου και η δύναμη της σκέψης μου λέει: μπορείς να κάνεις κάλλιστα το ένα ή το άλλο.Εκεί όπου η λογική και η σκέψη λένε: "δε μπορείς να δράσεις" και όμως εκεί πρέπει να δράσω... Το παράλογο ή να δρας εξαιτίας του παράλογου σημαίνει να δρας από πίστη... Πρέπει να δράσω αλλά η σκέψη έχει κλείσει τον δρόμο οπότε ακολουθώ μια από τις πιθανότητες και λέω: Αυτό κάνω, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο γιατί οι συλλογισμοί μου με έφεραν σε ακινησία.

- Σόρεν Κίρκεγκαντ, Ημερολόγια, 1849

Ακολουθεί ένα ακόμα παράδειγμα του Παραλόγου από τα γραπτά του:

Τι είναι, τότε, το παράλογο; Το παράλογο είναι το ότι η αιώνια αλήθεια έχει πραγματωθεί, ο Θεός υπάρχει, έχει γεννηθεί, έχει μεγαλώσει κτλ., υπάρχει ακριβώς όπως ένα άτομο, πανομοιότυπο με οποιοδήποτε άλλο άτομο, στο βαθμό που αυτή η άμεση αναγνωρισιμότητα αποτελεί προ-Σωκρατικό παγανισμός και ειδωλολατρία, από την Εβραϊκή οπτική.

- Σόρεν Κίρκεγκαντ

Αλμπέρ Καμύ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η έννοια του "παράλογου" βρίσκεται σε όλο το έργο του Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου είναι το κύριο έργο του πάνω στο θέμα. Σε αυτό, ο Καμύ θεωρεί το παράλογο σαν τη σύγκρουση, το "διαζύγιο" μεταξύ δύο ιδεών. Συγκεκριμένα, ορίζει την ανθρώπινη κατάσταση παράλογη, ως η σύγκρουση μεταξύ της επιθυμίας του ανθρώπου για σημαντικότητα, νόημα και σαφήνεια από τη μία πλευρά - και το σιωπηλό, κρύο σύμπαν από την άλλη. Συνεχίζει λέγοντας ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι τύποι ανθρώπινης εμπειρίας που αφυπνίζουν την έννοια του παραλόγου. Αυτή η αναγνώριση αφήνει στο άτομο τρεις επιλογές: αυτοκτονία, άλμα πίστης ή αναγνώριση. Καταλήγει ότι η αναγνώριση είναι η μόνη δικαιολογίσιμη επιλογή. [11]

Για τον Καμύ, η αυτοκτονία είναι ομολογία ότι η ζωή δεν αξίζει. Η αυτοκτονία προσφέρει την πιο στοιχειώδη έξοδο από το παράλογο: τον άμεσο τερματισμό του εαυτού και της θέσης του στο σύμπαν.

Η αναμέτρηση με το παράλογο μπορεί επίσης να προκαλέσει ένα "άλμα πίστης". Ο όρος πρωτο-αναφέρθηκε από τον Johannes de Silentio, ένα από τα πρώτα ψευδώνυμα που χρησιμοποίησε ο Κίρκεγκαρντ, αναφερόμενος στην πεποίθηση που μπορεί να αναπτύξει κάποιος ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο από τη ζωή, κάτι ασαφές και αδύνατο να αποδειχτεί εμπειρικά. Για να κάνει κάποιος το "άλμα της πίστης", πρέπει να δράσει με την "αρετή του παραλόγου", αναβάλοντας πιθανώς την ισχύ της ηθικής. Η πίστη αυτή δεν προσδοκά κάτι, αλλά προσφέρει ισχύ μέσω της αναγνώρισης του παραλόγου (αν και, κάποια στιγμή, αντιμετωπίζει το παράλογο και το αγνοεί ενεργά). Ο Καμύ θεωρούσε το "άλμα πίστης" φιλοσοφική αυτοκτονία.

Το νόημα της ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον παραλογισμό, οι άνθρωποι προσπαθούσαν ιστορικά να βρουν το νόημα της ζωής. Παραδοσιακά, η διαδικασία αυτή οδηγούσε σε ένα από τα εξής δύο συμπεράσματα: είτε ότι η ζωή δεν έχει νόημα ή ότι η ζωή έχει νόημα, όπως αυτή ορίζεται από μία ανώτερη δύναμη - πίστη στο Θεό ή αφοσίωση σε κάποια θρησκεία η άλλη αφηρημένη έννοια.

Προσωπικό νόημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τον Καμύ, η ομορφιά που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν στη ζωή είναι αυτή που την κάνει να αξίζει να την ζούμε. Οι άνθρωποι μπορούν να δημιουργήσουν νόημα στη δική τους ζωή, το οποίο μπορεί να μην είναι το αντικειμενικό νόημα της ζωής (εάν υπάρχει) αλλά μπορεί να παρέχει κάτι για να μοχθήσει κανείς. Ωστόσο, επέμεινε ότι κάποιος θα πρέπει πάντα να κρατάει μια ειρωνική απόσταση μεταξύ αυτού του τεχνητού νοήματος και της γνώσης του παραλόγου, μήπως το τεχνητό νόημα πάρει τη θέση του παραλόγου.

Ελευθερία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελευθερία δεν μπορεί να επιτευχθεί πέρα από αυτό που επιτρέπει ο παραλογισμός της ύπαρξης, ωστόσο, το πιο κοντινό που μπορεί κανείς να έρθει στην απόλυτη ελευθερία είναι μέσω της αποδοχής του Παραλόγου. Ο Καμύ εισήγαγε την ιδέα της "αποδοχή χωρίς παραίτηση", ως έναν τρόπο που ασχολείται με την αναγνώριση του παραλογισμού, ρωτώντας η αν ο άνθρωπος μπορεί να "ζήσει χωρίς έφεση", καθορίζοντας μια "συνειδητή εξέγερση" κατά της αποφυγής του παραλογισμού του κόσμου. Σε έναν κόσμο που στερείται υψηλότερο νόημα ή μετά θάνατον ζωή στην οποία όλα κρίνονται, η ανθρώπινη φύση γίνεται όσο πιο κοντά στη απόλυτη ελευθερία όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό.

Ελπίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η απόρριψη της ελπίδας, στον Παραλογισμό, δηλώνει την άρνησή κάποιου να πιστέψει σε κάτι περισσότερο από αυτό που του παρέχει η παράλογη ζωή του. Ο Καμύ τονίζει, ωστόσο, ότι η ελπίδα δεν έχει τίποτα να κάνει με την απελπισία (που σημαίνει ότι οι δύο όροι δεν είναι αντίθετοι). Μπορεί κανείς να εξακολουθεί να ζει πλήρως, ενώ απορρίπτει την ελπίδα, και, στην πραγματικότητα, μπορεί αυτό να το πράξει χωρίς ελπίδα. Η ελπίδα γίνεται αντιληπτή από τους παραλογιστές ως μια άλλη δόλια μέθοδος για να αποφύγει το Παράλογο, και μη έχοντας ελπίδα, έχει κανείς κίνητρο να ζει την κάθε στιγμή στο έπακρο. Σύμφωνα με τα λόγια στο επιτύμβιο του Νίκου Καζαντζάκη: "Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβάμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος".

Ακεραιότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παραλογιστές δεν καθοδηγούνται από την ηθική, αλλά μάλλον, από τη δική τους ακεραιότητα. Ο παραλογιστής είναι στην πραγματικότητα ανήθικος (με την έννοια ότι του λείπει η αίσθηση της ηθικής) αλλά όχι απαραίτητα έκλυτος (με την έννοια της ακολασίας, της λαγνείας). Η Παράλογη άποψη της ηθικής συνεπάγεται μια ακλόνητη αίσθηση σιγουριάς του απόλυτου σωστού και λάθους σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ η ακεραιότητα υποννοεί ειλικρίνεια με τον εαυτό κάποιου και συνοχή στις πράξεις και της αποφάσεις κάποιου.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Silentio, Johannes de: Fear and Trembling, Penguin Classics, σελ. 17
  2. Camus, Albert (1991). Myth of Sisyphus and Other Essays. Vintage Books. ISBN 0-679-73373-6. 
  3. Stewart, Jon (2011).
  4. Solomon, Robert C. (2001). From Rationalism to Existentialism: The Existentialists and Their Nineteenth Century Backgrounds. Rowman and Littlefield. σελ. 245. ISBN 0-7425-1241-X. 
  5. Kierkegaard, Søren (1941). The Sickness Unto Death. Princeton University Press. 
  6. Alan Pratt (23 Απριλίου 2001). «Nihilism». Internet Encyclopedia of Philosophy. Embry-Riddle University. Ανακτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2012. 
  7. Donald A. Crosby (1 Ιουλίου 1988). The Specter of the Absurd: Sources and Criticisms of Modern Nihilism. State University of New York Press. Ανακτήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2012. 
  8. «Albert Camus». Stanford Encyclopedia of Philosophy. What is the Camusean alternative to suicide or hope? The answer is to live without escape and with integrity, in “revolt” and defiance, maintaining the tension intrinsic to human life 
  9. Solomon, Robert C. (2001). From Rationalism to Existentialism: The Existentialists and Their Nineteenth Century Backgrounds. Rowman and Littlefield. σελ. 245. ISBN 0-7425-1241-X. 
  10. Kierkegaard, Søren.
  11. Άλμπερ Καμύ (1991). Ο Μύθος του Σίσυφου και Άλλα Δοκίμια. Vintage Books. ISBN 0-679-73373-6.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]