Ο Ξένος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
L’Étranger

Ο Ξένος

Camus23.jpg
Πρωτότυπη έκδοση
Συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ
Είδος Φιλοσοφικό μυθιστόρημα
Εκδότης Librairie Gallimard
Γλώσσα Γαλλικά
Πρώτη έκδοση 1942

Ο Ξένος (Γαλλικά: L’Étranger) είναι ένα μυθιστόρημα από τον Αλμπέρ Καμύ που δημοσιεύτηκε το 1942. Το θέμα και η θεώρηση του βιβλίου αναφέρονται συχνά ως υποδείγματα της φιλοσοφίας του παραλόγου του Καμύ καθώς και του υπαρξισμού, παρόλο που ο Καμύ προσωπικά απέρριψε την ταμπέλα του υπαρξιστή.

Το βιβλίο ξεκινά με την εξής φράση: “Aujourd’hui, maman est morte. Ou peut-être hier, je ne sais pas.” («Σήμερα, η μαμά πέθανε. Ή ίσως χθες, δεν ξέρω.»). Το Σήμερα διακόπτεται από τον θάνατο της μαμάς[1]. Ο Μερσώ, ένας αδιάφορος Γαλλο-Αλγερινός, μετά την παρουσία του στην κηδεία της μητέρας του, σκοτώνει απαθώς έναν Άραβα τον οποίο αναγνωρίζει στο Γαλλικό Αλγέρι. Η ιστορία είναι χωρισμένη σε δύο μέρη: η αφήγηση του Μερσώ σε πρώτο πρόσωπο πριν και μετά τον φόνο.

Τον Ιανουάριο του 1955, ο Καμύ είπε, «συνόψισα τον Ξένο πολύ καιρό πριν, με μία παρατήρηση που παραδέχομαι πως ήταν εξαιρετικά παράδοξη: “Στην κοινωνία μας κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του διατρέχει το ρίσκο να καταδικαστεί σε θάνατο.”  Ήθελα απλώς να πω ότι ο ήρωας του βιβλίου είναι καταδικασμένος επειδή δεν παίζει το παιχνίδι.»

Θέματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μερσώ ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για τις φυσικές πτυχές του κόσμου γύρω του παρά για τις κοινωνικές ή τις συναισθηματικές του πτυχές (π.χ. έρωτας - αγάπη, ζέστη - κηδεία, ήλιος - φόνος). Όταν παρατηρεί τους ανθρώπους απ’ το μπαλκόνι του, το κάνει παθητικά, απορροφώντας τις λεπτομέρειες χωρίς όμως να κρίνει αυτά που βλέπει˙ σε αντίθεση με τους ανθρώπους στην αίθουσα του δικαστηρίου, τους Άραβες, τους γείτονες του Ρέιμοντ και άλλους, που αναζητούν απεγνωσμένα κάποιο νόημα. Ούτε ο εξωτερικός κόσμος όπου ο πρωταγωνιστής ζει ούτε ο εσωτερικός κόσμος των σκέψεων και των διαθέσεών του κατέχουν λογική τάξη. Ο Μερσώ δεν έχει ξεχωριστό λόγο για τις πράξεις του (να παντρευτεί την Μαρία, να σκοτώσει τον Άραβα, κτλ). Η κοινωνία ωστόσο προσπαθεί να εφεύρει ή να επιβάλλει λογικές εξηγήσεις για τις παράλογες πράξεις του με σκοπό την διατήρηση της τάξης.

Οι διαφορετικοί χαρακτήρες στον Ξένο κατέχουν πολύ διαφορετικές στάσεις όσον αφορά στη φθορά και το θάνατο, τις οποίες ο Μερσώ δεν αρνείται και δε σχολιάζει. Ωστόσο συνειδητοποιεί ότι, ακριβώς όπως είναι ο ίδιος αδιάφορος για το σύμπαν, το ίδιο αδιάφορο είναι  και το σύμπαν για τον ίδιο.  Όπως όλοι οι άνθρωποι, έχει γεννηθεί, θα πεθάνει, και δεν θα έχει καμία περαιτέρω σημασία. Παραδόξως, μόνο αφού φτάσει σε αυτή τη φαινομενικά θλιβερή διαπίστωση είναι σε θέση να επιτύχει την ευτυχία. Όταν έχει πλήρως συμβιβαστεί με το αναπόφευκτο του θανάτου, καταλαβαίνει ότι δεν έχει σημασία αν πεθάνει από την εκτέλεση ή ζήσει για να πεθάνει από φυσικό θάνατο σε μεγάλη ηλικία και είναι σε θέση να αποδεχθεί την πραγματικότητα της επικείμενης εκτέλεσής του χωρίς απόγνωση.

Η συνειδητοποίηση αυτή επιτρέπει στον Μερσώ να βάλει στην άκρη τις φαντασιώσεις του να ξεφύγει την εκτέλεση υποβάλλοντας μια επιτυχημένη δικαστική προσφυγή˙ ακόμη αρνείται να "ξεφύγει" από τον θάνατο απορρίπτοντας μία στροφή στη θρησκεία, λέγοντας πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει κάποιον άλλον. Αντιλαμβάνεται ότι αυτές οι απατηλές ελπίδες, που είχαν προηγουμένως απασχολήσει το μυαλό του, δεν θα του προσέφεραν τίποτε παραπάνω από το να του δημιουργήσουν μια ψευδή αίσθηση ότι ο θάνατος μπορεί να αποφευχθεί. Ο Μερσώ βλέπει ότι η ελπίδα του για διατήρηση της ζωής υπήρξε ένα βάρος. Η αποδέσμευσή του από αυτή την ψεύτικη ελπίδα σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να ζήσει τη ζωή για αυτό που είναι, και να αξιοποιήσει τη ζωή που του απομένει όντας συνεχώς αφυπνισμένος.

Παραπομπές-σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Αυτό που έχει σημασία είναι το σήμερα. Ο μόνος πιο σημαντικός παράγοντας της ύπαρξής του είναι το τώρα. Ο Μερσώ λαχταρά τη μαμά, για την ευτυχία και την αγάπη της, αλλά βρίσκει την έκφραση αυτών των συναισθημάτων δύσκολη. Η απώλεια της μαμάς την τοποθετεί ανάμεσα στη δυνατότητα του Μερσώ να ζήσει για το σήμερα και την αναγνώριση από τον ίδιο ενός χρόνου, όταν δε θα είναι πλέον ένα σήμερα. Αυτή η απώλεια οδηγεί αναπόφευκτα τη δράση του μυθιστορήματος στο τέλος, στην τελευταία περίοδο, σε αυτό που απλώνεται πάνω απ' όλα: το θάνατο. (The New Yorker)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]