Παναθηναϊκός αμφορέας (Μουσείο του Λούβρου αρ. MN706)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Παναθηναϊκός αμφορέας MN 706 (σειρά του Νικομάχου)
Panathenaic amphora Louvre MN706.jpg
ανάπτυγμα της μπροστινής όψης:
η θεά Αθηνά Πολιάς με Αθηνά (αριστερά) και Δία (δεξιά) σε κίονες
ΟνομασίαΠαναθηναϊκός αμφορέας MN 706 (σειρά του Νικομάχου)
Έτος δημιουργίας340-339 π.Χ.
ΕίδοςΜελανόμορφος αμφορέας
Διαστάσειςύψος 76,6 εκ., διάμετρος 38,6 εκ.
ΜουσείοΜουσείο του Λούβρου
Αριθμός καταλόγουMN 706
δεδομένα

Ο Παναθηναϊκός αμφορέας με αριθμό MN 706, του 340-339 π.Χ. περίπου, βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου (Τμήμα Ελληνικών, Ετρουσκικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων, πτέρυγα Sully, πρώτος όροφος, δωμάτιο 44, βιτρίνα 5), στην Galerie Campana V[1], παλαιότερα με αριθμούς N3116 και N3163 στο Μουσείο του Λούβρου, αποδιδόμενος στη σειρά του Νικομάχου από τον Beazley[2].

Ιστορικό του ευρήματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βρέθηκε στη Βεγγάζη, στην Κυρηναϊκή και αγοράστηκε το 1851 από τον Vattier de Bourville.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λαιμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λαιμός είναι διακοσμημένος με ζωφόρο φοινίκων και γλωσιδίων.

Ώμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ώμοι είναι άκοσμοι.

Πρόσθια όψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πρόσθια όψη εικονίζεται η θεά Αθηνά Πολιάς προς τα δεξιά κραδαίνοντας ασπίδα στο αριστερό και δόρυ στο δεξί. Φοράει κράνος, σταυρωτή αιγίδα και ποδήρη χιτώνα με μακρυά μανίκια. Στηρίζεται στο αριστερό της πόδι και στα δάκτυλα του δεξιού ποδιού της. Πλαισιώνεται από κίονες με αγάλματα της Αθηνάς (αριστερά) και του Δία (δεξιά). Η Αθηνά του κίονα κρατάει μικρό τρόπαιο που περισσότερο μοιάζει με σκήπτρο. Το σκήπτρο δε που κρατούσε ο Δίας στο δεξί έχει αποχρωσθεί.

Φέρει αριστερά την επίσημη επιγραφή «ΤΟΝ ΑΘΗΝΗΘΕΝ ΑΘΛΩΝ» των Παναθηναϊκών αμφορέων, καθώς και δεξιά την επιγραφή «ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ ΑΡΧΩΝ».

Οπίσθια όψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην οπίσθια όψη εικονίζονται τέσσερις άνδρες: ένας αθλητής (δρομέας) που εγκαταλείπει τρέχοντας προς τα αριστερά, ένας αθλητής (νικητής) που στέκεται, και δύο ακόμη άνδρες, ένας κριτής που φοράει χλαμύδα και στηρίζεται σε μακρύ ραβδί, και ένας ήρωας που απομακρύνεται κρατώντας πυρσό[2] ή πνευστό μουσικό όργανο (σάλπιγγα) στο δεξί και έχει το αριστερό χέρι υψωμένο.[1] Οι δύο αθλητές είναι γυμνοί και άμουσοι, δηλαδή έφηβοι. Ο δρομέας κρατάει κλαδί φοινικιάς στο αριστερό του χέρι, ενώ στο κεφάλι φοράει τιμητική ταινία και στεφάνι ελιάς. Ο νικητής κρατάει κλαδί φοινικιάς στο δεξί και στέφανο στο αριστερό. Είναι και αυτός στεφανωμένος με τιμητική ταινία και κλαδί ελιάς. Ο κριτής με το ραβδί φαίνεται να μιλάει προς τους δύο αθλητές.

Πόδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόδας είναι άκοσμος.

Καλλιτεχνική περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μέγεθος της Πολιάδος Αθηνάς και το αυστηρό της εικόνισής της, καθώς και η επιμέλεια των κιονικών αγαλμάτων φανερώνουν μια κάποια συγγένεια με τους Παναθηναϊκούς Αμφορείς της εποχής του Πυθοδήλου. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. και μετά η επιγραφή μνημονεύει τον επώνυμο άρχοντα της Αθήνας. Ο αμφορέας αυτός καινοτομεί ως προς το σχήμα του. Το κομψό ωοειδές σχήμα του σώματος που καταλήγει σε λεπτό πόδα εισάγει μια νέα αισθητική στην κεραμική των Παναθηναίων επάθλων. Η καινοτομία αυτή προαναγγέλθηκε ήδη στους προγενέστερους Παναθηναϊκούς αμφορείς (βλ. Παναθηναϊκός αμφορέας (Βρετανικό Μουσείο αρ. 605), κ.α.) με την σύσφιξη του λαιμού, την ανάταση του σώματος και την λέπτυνση των λαβών.

Χρονολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεωρείται έργο του πρώτου έτους της 110ης Ολυμπιάδας δηλαδή του έτους 340-339 π.Χ.[1] διότι θεωρείται ότι παράχθηκε κατά τη θητεία του επώνυμου άρχοντα Θεόφραστου Α'.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beazley, J.D.,(ABV) Attic Black-Figure Vase-Painters (Oxford, 1956): 415.3
  • Catani, E. and Marengo, S.M. (eds.), La Cirenaica in eta antica, Atti del convegno internazionale di studi Macerata 18.-20.5.1995 (Macerata, 1998): 245, PL.3 (PART OF B)
  • Becatti, G., Kosmos, Studi sul mondo classico. Studia Archeologica 37 (Rome, 1987): 92 (276), εικ.4 (A)
  • Lexicon Iconographicum Mythologiae Classicae: VIII, PL.227, ZEUS 189 (PART OF A)
  • Carpenter, T.H., with Mannack, T., and Mendonca, M., Beazley Addenda, 2nd edition (Oxford, 1989): 108
  • Κεφαλίδου Ε., Νικητής, Εικονογραφική μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού (Θεσσαλονίκη, 1996): PL.53 (B)
  • Moreno, P. (ed.), Lisippo, l'arte e la fortuna (1995): 89-90, εικ.4.11.8 (B, PART OF B)
  • American Journal of Archaeology: (1943), 462-5
  • Robertson, C.M., The art of vase-painting in classical Athens (Cambridge, 1992): 289, εικ.292-293 (A, B)
  • Bulletin de Correspondance Hellenique: 114 (1990), 347, εικ.21, 24 (B, PART OF B)
  • Bentz, M., Panathenaische Preisamphoren, Eine athenische Vasengattung und ihre Funktion vom 6.-4. Jahrhundert v. Chr. 18. Beih. z. AntK (Basel, 1998): PLS.117-118.4079 (A, B)
  • Corpus Vasorum Antiquorum: PARIS, LOUVRE 5, III.HG.6, III.HG.7, PLS.(361,362) 5.8-14, 6.1

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]