Παλάτσο Ρουτσελάι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Το παλάτσο Ρουτσελάι σήμερα.
Η εσωτερική αυλή.
Παράθυρο στον μεσαίο όροφο.
Το παλάτσο Ρουτσελάι.

Το Παλάτσο Ρουτσελάι, ιταλ.: Palazzo Rucellai, είναι ένα ανακτορικό αρχοντικό του 15ου αι. στη Βία ντελα Βίνια Νουόβα στη Φλωρεντία της Ιταλίας. Το παλάτι Ρουτσελάι πιστεύεται από τους περισσότερους μελετητές ότι έχει σχεδιαστεί για τον Τζοβάννι ντι Πάολο Ρουτσελάι από τον Λέον-Μπαττίστα Αλμπέρτι μεταξύ 1446 και 1451 και εκτελέστηκε, τουλάχιστον εν μέρει, από τον Μπερνάντο Ροσελίνο. Η υπέροχη πρόσοψή του ήταν μία από τις πρώτες, που διακήρυξαν τις νέες ιδέες της Αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής με βάση τη χρήση των ψευδοκιόνων και των θριγκών σε αναλογική σχέση μεταξύ τους. Το παλάτι Ρουτσελάι καταδεικνύει την επιρροή της αναβίωσης της αρχαιότητας, αλλά το κάνει με έναν τρόπο γεμάτο αναγεννησιακή πρωτοτυπία.

Η πρόσοψη που μοιάζει με πλέγμα, που επιτυγχάνεται μέσω της εφαρμογής ενός σχήματος κατατμημένης άρθρωσης, κάνει μία δήλωση ορθολογικής ανθρωπιστικής σαφήνειας. Η πέτρες της πρόσοψης χωρίζονται από αυλακώσεις και είναι το βάθος για τους λείους ψευδοκίονες. Οι θριγκοί χωρίζουν την πρόσοψη σε τρεις ορόφους. Κάθε όροφος έχει ψευδοκίονες με κιονόκρανα διαφορετικών ρυθμών, όπως στο Κολοσσαίο: στο ισόγειο είναι δωρικά, στον πρώτο όροφοιωνικά (μία αναγεννησιακή εκδοχή) και στον τρίτο όροφο κορινθιακά (απλοποιημένα) ανώτερο επίπεδο. Στους ορόφους, ανάμεσα από τους ψευδοκίονες, υπάρχουν δίλοβα παράθυρα μέσα σε ένα τόξο. Η πρόσοψη καρυφώνεται με ένα προεξέχον γείσο.

Το ισόγειο ήταν για επαγγελματικούς λόγους (η οικογένεια Ρουτσελάι ήταν ισχυροί τραπεζίτες) και υπάρχουν πάγκοι σε όλο το μήκος της πρόσοψης του δρόμου. Ο δεύτερος όροφος ήταν ο κύριος επίσημος όροφος υποδοχής (piano nobile) και ο τρίτος όροφος ήταν ο ιδιωτικός χώρος της οικογένειας με τα υπνοδωμάτια. Ο τέταρτος "κρυφός" όροφος κάτω από την οροφή ήταν για τους υπηρέτες, με σχεδόν καθόλου παράθυρα και αρκετά σκοτεινός στο εσωτερικό του.

Το παλάτι περιέχει μία εσωτερική αυλή (τρεις πλευρές από τις οποίες αρχικά περιβάλλονταν από στοές), κτισμένη σε ένα σχέδιο, που μπορεί να έχει προσαρμοστεί από τη στoά (loggia) του Μπρουνελλέσκι στο Σπίτι των Αθώων. Στην τριγωνική πλατεία Πιάτσα ντεϊ Ρουτσελάι μπροστά από το παλάτι και απέναντι από αυτό είναι η Στοά ντε' Ρουτσελάι, η οποία χρησιμοποιόταν για οικογενειακούς εορτασμούς, γάμους και ως δημόσιος χώρος συνάντησης. Τα δύο κτίρια (παλάτι και στοά) μαζί με τον ανοιχτό χώρο μεταξύ τους (την πλατεία) αποτελούν μία από τις πιο εκλεπτυσμένες αστικές συνθέσεις της Ιταλικής Αναγέννησης.

Ημερομηνία κατασκευής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οποιαδήποτε αξιολόγηση της αρχιτεκτονικής σημασίας του Παλάτσο Ρουτσελάι πρέπει να λαμβάνει υπόψη παρόμοιες κατοικίες της Φλωρεντίας την περίοδο αυτή, όπως το Παλάτσο Μέντιτσι-Ρικκάρντι (τότε Παλάτσο ντε' Μέντιτσι), το Παλάτσο Στροτσίνο, το Παλάτσο Στρότσι και το Παλάτσο Σπινέλι. Η ακριβής εκτίμηση της καλλιτεχνικής σημασίας του Παλάτσο Ρουτσελάι εμποδίστηκε από αβεβαιότητες, σχετικά με το πότε και από ποιον κατασκευάστηκε. Παραδοσιακά, και υποστηρίζεται από μερικές πηγές του 16ου αι., το κτήριο χρονολογείται στην περίοδο 1446-51, κάνοντας τις προσόψεις των Παλάτσο Μέντιτσι και Ρουτσελάι σύγχρονες.

Το 1974 ο Τσαρλς Μαρκ πρότεινε ένα ιστορικό κατασκευής σε δύο φάσεις για το παλάτι, με βάση την ερμηνεία του σχετικά με τις περιγραφές περιουσίας, που περιέχονται στις φορολογικές δηλώσεις του Τζοβάννι Ρουτσελάι, των μελών της οικογένειάς του και των γειτόνων του. [1] Σε αυτές τις φορολογικές καταγραφές η τοποθεσία του ακινήτου ορίζεται από γειτονικά στοιχεία: δρόμους είτε γείτονες. Έτσι ο Τσ. Μαρκ μπόρεσε να ανακατασκευάσει ιστορικά ιδιοκτησίας για τη θέση, που τώρα καταλαμβάνεται από το παλάτι, για κάθε φορολογικό έτος. Αυτό που ανακάλυψε ο Μαρκ, τεκμηριώνει τη μαρτυρία του Τζοβάννι Ρουτσελάι ότι "από οκτώ σπίτια, έφτιαξα ένα". Πράγματι: οκτώ κατοικίες κατελάμβαναν κάποτε την τοποθεσία τού σημερινού παλατιού Ρουτσελάι.

Τα αρχεία για το φορολογικό έτος 1446 δείχνουν, ότι ο Τζοβάννι Ρουτσελάι και η άμεση οικογένειά του ζούσαν σε ένα σπίτι στη γωνία της Βία ντελα Βίνια Νουόβα και της στενής Βια ντεϊ Παλσέτι. Προφανώς ο τραπεζίτης, σκοπεύοντας να διευρύνει τις κατοικίες του σύμφωνα με την ανερχόμενη οικονομική και κοινωνική του κατάσταση, είχε αποκτήσει μία σειρά από σπίτια κατά μήκος της Βία ντεϊ Παλσέτι. Λίγο αργότερα, το γειτονικό σπίτι κατά μήκος της Βία ντελα Βίνια Νουόβα, που ανήκε στη μητέρα του, πέρασε στα χέρια του Ρουτσελάι. Τέλος (π. 1460), το σπίτι δίπλα σε αυτό της μητέρας του προστέθηκε στο αναπτυσσόμενο συγκρότημα κατοικιών. Η παρούσα εσωτερική διάθεση τού παλατιού επιβεβαιώνει τη διαδικασία προσάρτησης, με την οποία εξελίχθηκε το κτίριο. Μέχρι το 1455, ένα από τα σπίτια της Βία ντεϊ Παλσέτι είχε κατεδαφιστεί και αντικατασταθεί από μία αυλή, που περιβάλλεται στις τρεις πλευρές της από στοές, στις οποίες κορινθιακοί κίονες συγκρατούν ημικυκλικά τόξα. Ένας διάδρομος με σταυροθόλια συνδέει τώρα την αυλή με την είσοδο στη Βία ντελα Βίνια Νουόβα.

Εξωτερικά, ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε το παλάτι Ρουτσελάι, μπορεί να ιδωθεί κατά μήκος της Βία ντεϊ Παλσέτι. Ωστόσο στην Πιάτσα ντεϊ Ρουτσελάι, η εντύπωση που δίνει η περίφημη πρόσοψη, είναι μία αρμονική ενότητα. Η πρόσοψη έγινε για να ενοποιήσει οπτικά τα τρία ξεχωριστά σπίτια κατά μήκος της Βία ντελα Βίνια Νουόβα. Με την πρόσοψη ο Ρουτσελάι ήθελε να δείξει το ενδιαφέρον του για την τέχνη της εποχής και την εξέχουσα θέση του στην κοινότητα. Πότε ακριβώς έγινε ο σχεδιασμός και η εκτέλεση αυτής της ιστορικής πρόσοψης, παραμένει αβέβαιο. Ο Πάολο Σανπαολέζι (1963), και μετά ο Μπρέντα Πρέυερ (1981), πρότειναν ότι η πρόσοψη κατασκευάστηκε σε δύο φάσεις: στην πρώτη (π. 1450) φτιάχτηκαν πέντε τόξα (παράθυρα) και καλύφθηκαν τα εξωτερικά των παλαιών κατοικιών του Τζοβάννι και της μητέρας του και μετέπειτα φτιάχτηκε μία επέκταση δύο τόξων (παραθύρων), για να καλύψει το σπίτι που προστέθηκε το 1460. Ο Ρουτσελάι δεν κατάφερε ποτέ να προσθέσει το επόμενο σπίτι στη σειρά, ώστε να φτιαχτεί ακόμη ένα τόξο (παράθυρο) και να ολοκληρωθεί το κτήριο, έτσι η πρόσοψη έμεινε ημιτελής.

Ο Mαρκ (1974), μαζί με τους Kουρτ Φόρστερ (1976) και Χάουαρντ Σάαλμαν (1966) έχουν ερμηνεύσει τα στοιχεία διαφορετικά, υποστηρίζοντας ότι αυτή η εργασία στην πρόσοψη περίμενε την απόκτηση της τρίτης ιδιοκτησίας κατά μήκος της Βία ντελα Βίνια Νουόβα και προκλήθηκε από τον γάμο τού γιου τού Ρουσελάι, Μπερνάρντο, με την κόρη του Πέτρου Α΄ των Μεδικων, τη Νανίνα, το 1461. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, τότε μόνο θα μπορούσε να ήταν επιτρεπτή η ομοιότητα των αρχιτεκτονικών στοιχείων των Μεδίκων με εκείνα των Ρουτσελάι στις προσόψεις. Το ίδιο ισχύει και για τo κυκλικό άνοιγμα, στοιχείο των Μεδίκων, στον χώρο μεταξύ του δίλοβου παραθύρου και του υπεράνω αυτού τόξου. Αυτό μεταθέτει την κατασκευή της πρόσοψης τού κτηρίου σε έτος μετά το 1461 και θέτει υπό αμφισβήτηση το ότι αυτή έγινε πριν από το Παλάτσο Πικολόμινι (του σχεδιασμένου από τον Μπερνάντο Ροσελίνο το 1459-62) στην παπική πόλη της Πιέντσα.

Ο αρχιτέκτονας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αυτή η χρονολόγηση μετά το 1461 θέτει για άλλη μία φορά το ζήτημα του ποιος είναι ο αρχιτέκτονας. Με βάση το κείμενο του Τζιόρτζιο Βαζάρι και άλλων σχολίων από τα μέσα έως τα τέλη του 16ου αι., καθώς και το ότι ο Τζοβάννι Ρουτσελάι χρησιμοποίησε τον Λ.Μπ. Αλμπέρτι ως αρχιτέκτονα τού παρεκκλησίου του στη γειτονική εκκλησία του Σαν Πανκράτσιο και για την ολοκλήρωση της πρόσοψης της Σάντα Μαρία Νοβέλα, έχει γίνει ευρέως αποδεκτό ότι ο μεγάλος ανθρωπιστής λόγιος και θεωρητικός της τέχνης είναι υπεύθυνος για τον σχεδιασμό της πρόσοψης τού Παλάτσο Ρουτσελάι. Ωστόσο τα πρώτα σχόλια για την πρόσοψη που έγιναν στις αρχές του 16ου αι., δεν αναφέρουν τον Αλμπέρτι, αλλά μάλλον τη συνδέουν με τον Μπερνάρντο Ροσελλίνο, λέγοντας ότι αυτός είχε κάνει ένα μοντέλο για το παλάτι. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ήταν υπεύθυνος ο ίδιος για την πρόσοψη, ή απλά ότι είχε φτιάξει το μοντέλο ακολουθώντας τις οδηγίες κάποιου άλλου (τού Αλμπέρτι).

Ο πρώτος, που αμφισβήτησε τον ρόλο του Αλμπέρτι ως αρχιτέκτονα, ήταν ο Γιούλιους Σλόσερ, ο οποίος έγραψε (1929) ότι «είναι το πνεύμα του Μπερνάρντο Ροσελίνο, και όχι του Αλμπέρτι, που υπάρχει εδώ». Η γνώμη του Σλόσερ έγινε δεκτή από τους Λέο Πλάνισιγκ (1942), Χάουαρντ Σάαλμαν (1966) και Mάριο Σάλμι (1967). Ο Μαρκ βάσισε τη γνώμη του στις φορολογικές πληροφορίες, που έδειξαν μία μεταγενέστερη χρονολόγηση για την πρόσοψη και την πιθανή προτεραιότητα του Παλάτσο Πικολόμινι στην Πιέντσα, και υποστήριξε το 1974 ότι ο αρχιτέκτονας είναι ο Μπερνάρντο Ροσελίνο. Την άποψή του υποστήριξαν οι Φόρστερ (1976) και Μάρβιν Τράχτενμπεργκ (2000). Παρά τις προσπάθειες επανεξέτασης της πρόσοψης και τού έτους κατασκευής της, η γενική υποστήριξη για τον Aλμπέρτι παραμένει, και υπέρ του έχουν επιχειρηματολογήσει η Μπρέντα Πρέυερ (1981) και άλλοι. Ενώ ο ρόλος του Μπερνάντο Ροσελίνο στην αναδιαμόρφωση τού εσωτερικού τού ανακτόρου, στην κατασκευή του διαδρόμου εισόδου και στη δημιουργία της αυλής είναι παγκοσμίως αποδεκτός, η εμπλοκή του με την περίφημη πρόσοψη και την ημερομηνία εκτέλεσης παραμένουν ανοικτά ερωτήματα, που ίσως να επιλυθούν με την εμφάνιση νέων αποδεικτικών στοιχείων.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. The following discussion of the palace is derived largely from that given by Charles R. Mack, in the St. James Press International Dictionary of Architecture, 1993, 549-51.

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Kurt Forster, "Συζήτηση: Το Palazzo Rucellai και τα θέματα της τυπολογίας στην ανάπτυξη των αναγεννησιακών κτιρίων," Art Bulletin, 58, 1976, 109-13.
  • Charles R. Mack, "The Rucellai Palace: Some New Proposals", Art Bulletin, 56, 1974, 517-29.
  • Brenda Preyer, "The Rucellai Palace," στο FW Kent, et al., Giovanni Rucellai ed il suo Zibaldone: A Florentine Patrician and the Palace, London: 1981.
  • Paolo Sanpaolesi, "Precisazioni sul Palazzo Rucellai," Palladio, 13, 1963, 61-66.
  • Julius Schlosser, "Ein Kuenstlerproblem der Renaissance: LB Alberti", στο Akademie der Wissenachafen στο Wien: Sitzunsberichte 210, Βιέννη: 1929.