Ουλουγκούρου Όρη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ουλουγκούρου Όρη
Mt Uluguru and Sisal plantations.jpg
Ύψος 2 630 μ.
Οροσειρά Όρη της Ανατολικής Αψίδας
Χώρες Τανζανία
Commons page Πολυμέσα σχετικά με το βουνό
Πανοραμική άποψη της οροσειράς με τα Ουλουγκούρου Όρη.
Σκηνή στα Ουλουγκούρου Όρη.

Τα Ουλουγκούρου Όρη (Uluguru Mountains)[Σημ. 1][Παρ. Σημ. 1] είναι μια οροσειρά στην ανατολική Τανζανία, Αφρική. Το όνομά τους προέρχεται από την φυλή Λουγκούρου (Luguru).[1] Το κύριο μέρος των Ουλουγκούρου Ορέων είναι μια κορυφογραμμή η οποία διατρέχει πρόχειρα τον άξονα Βορρά-Νότου και φτάνει στα 2.630 μέτρα (8.600 πόδια) στο υψηλότερό του σημείο.[2] Στο κύριο τμήμα των Ουλουγκούρου, 50 χωριά αγγίζουν το δασικό όριο και πάνω από 151.000 κάτοικοι βρίσκονται εντός της ορεινής περιοχής, συχνά σε αυξημένες πυκνότητες στα μεγαλύτερα υψόμετρα μέχρι το δασικό όριο.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φυτεία Σιζάλ (Σχοινόκτημα - κτήμα/φυτεία από φυτά αγαύης) στις παρυφές του Μορογκόρο, με τα Ουλουγκούρου Όρη στο βάθος.

Τα Ουλουγκούρου Όρη βρίσκονται σε απόσταση 200 χλμ. εσωτερικά από τον Ινδικό Ωκεανό. Αποτελούν μέρος μιας αλυσίδας βουνών στην Ανατολική Αφρική που συλλογικά ονομάζονται Όρη της Ανατολικής Αψίδας (Eastern Arc Mountains), τα οποία περιλαμβάνουν τους Λόφους Ταΐτα (Taita Hills), τα Πάρε Όρη (Pare Mountains), τα Ουσαμπάρα Όρη (Usambara Mountains), τα Νγκούρου Όρη (Nguru Mountains), τα Ρουμπέχο (Rubeho), Ουκαγκούρου (Ukaguru), Ουντζούνγκουα Όρη (Udzungwa Mountains) και Όρη Μαχένγκε (Mahenge Mountains).

Βλάστηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βλάστηση στην κύρια κορυφογραμμή των Ουλουγκούρου και στα απομακρυσμένα τμήματα είναι εξαιρετικά ευμετάβλητη. Κυμαίνεται από τους ξηρότερους πεδινούς παράκτιους δασικούς οικοτόπους, στα μεταβατικά τροπικά δάση, στους υπο-ορεινούς ορεινούς και στους άνω ορεινούς τύπους δασών.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κλιματικά, τα Ουλουγκούρου Όρη αιχμαλωτίζουν την υγρασία που διέρχεται την ενδοχώρα από τον Ινδικό Ωκεανό και οι ανατολικές πλαγιές είναι ιδιαίτερα υγρές, με βροχοπτώσεις που εκτιμώνται σε πάνω από 3.000 χιλιοστά (120) ετησίως και σε κάποιες από τις πλαγιές να βρέχει κάθε μήνα.[3]

Λεκάνες απορροής υδάτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας απομακρυσμένος καταρράκτης πλησίον του Κινόλε (Kinole)

Τα δάση των βουνών παρέχουν τις περιοχές με τις λεκάνες απορροής των υδάτων για τα ρέματα και τους ποταμούς. Το νερό ρέει κυρίως από τις δασικές βουνοκορφές των Ουλουγκούρου με τα ρεύματα να ενώνονται για να σχηματίσουν τον ποταμό Ρούβου (Ruvu River), ο οποίος παρέχει την παροχή νερού προς την πόλη του Νταρ ες Σαλαάμ. Οι περισσότεροι από το γειτονικό πληθυσμό, περίπου 3 εκατομμύρια άνθρωποι και οι μεγάλες βιομηχανίες στην Τανζανία βασίζονται σε αυτή την παροχή του νερού, για τη διασφάλιση της επιβίωσης τους.[4] Η απώλεια των δασών από τα Ουλουγκούρου και οποιαδήποτε μείωση του δυναμικού της ύδρευσης των βουνών θα μπορούσε, επομένως, να έχει δραστικές επιπτώσεις στην ευημερία του πληθυσμού και στη βιομηχανική ικανότητα της Τανζανίας.

Οι ντόπιοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι των Ουλουγκούρου είναι η φυλή των Ουαλουγκούρου (Waluguru). Ζουν στα βουνά για αρκετές εκατοντάδες χρόνια και προέρχονται από άλλες περιοχές της Τανζανίας. Η ιδιοκτησία γης είναι μέσω της θηλυκής γραμμής και οι γυναίκες έχουν ισχύ στην ζωή του χωριού, σε αντίθεση με τις άλλες φυλές στην Τανζανία, όπου οι άνδρες κατέχουν τη γη και να λαμβάνουν τις περισσότερες από τις αποφάσεις, σχετικά με τη χρήση και τη διαχείρισή της.

Βιοποικιλότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ουλουγκούρου είναι πατρίδα για πάνω από 100 φυτά, 2 πουλιά, 2 θηλαστικά, 4 ερπετά και 6 αμφίβια τα οποία δεν είναι γνωστά πουθενά αλλού στον κόσμο. Εκτός από αυτά υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από πρόσθετα είδη που είναι κοινά μόνο με ένα ή δύο άλλα στα Όρη της Ανατολικής Αψίδας και ως εκ τούτου είναι παγκοσμίως σπάνια. Τα ενδημικά είδη περιλαμβάνουν Αφρικανικές Βιολέτες, Impatiens (ένα φυτό της Ανατολικής Αφρικής με άφθονα κόκκινα, ροζ ή άσπρα άνθη. Συχνά καλλιεργείται ως φυτό εσωτερικού χώρου και πολλά υβρίδια του καλλιεργούνται ως κρεμοκλαδή φυτά) και μπιγκόνιες τα οποία στον υπόλοιπο κόσμο, είναι δημοφιλή φυτά γλάστρας.

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ξημέρωμα πάνω από ένα από τα βουνά

Τα βουνά προσελκύουν στην περιοχή πολλούς τουρίστες, κυρίως λόγω της εγγύτητας των βουνών με την πρώην πρωτεύουσα και το οικονομικό κέντρο της Τανζανίας, την πόλη του Νταρ ες Σαλαάμ.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Στα Σουαχίλι, η εναλλαγή μεταξύ των γραμμάτων «λ» και «ρ» είναι εντελώς φυσιολογική, καθότι το γράμμα «ρ» εισήχθη στα Σουαχίλι από τα Αραβικά. Στην καθομιλουμένη της ηπειρωτικής χώρας, υπάρχει μόνο το «λ» το οποίο ποικίλει σε ήχο μεταξύ του «λ» και του «ρ». Συνεπώς, οι Σουαχίλι της ενδοχώρας, τείνουν να χρησιμοποιούν το «λ» αντί του «ρ», ενώ πολλοί κάτοικοι των ακτών, μιμούμενοι τους Άραβες, χρησιμοποιούν το «ρ» εκεί που θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν το «λ».
Παραπομπές σημειώσεων
  1. D. V. Perrott (1972). «Introduction». Teach Yourself Books, Swahili. New York: David McKay Company Inc., σελ. 3. ISBN 0-340-05823-4. 

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συντεταγμένες: 7°10′S 37°40′E / 7.167°S 37.667°E / -7.167; 37.667