Οξειά (νήσος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 40°53′00″N 28°58′00″E / 40.8833°N 28.9667°E / 40.8833; 28.9667 Η Οξειά (τουρκ. Sivriada) είναι ένα από τα μικρότερα νησιά του συμπλέγματος των Πριγκηπονήσων στη θάλασσα του Μαρμαρά, στην Τουρκία. Βρίσκεται κοντά στην Πλάτη, είναι ακατοίκητη και έχει έκταση 0,04 τ.χλμ.

Το όνομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί φέρει αυτό το όνομα από τη βυζαντινή εποχή, αφού αναφέρεται σε χρονικό των αρχών του 9ου αιώνα ως "Οξεία νήσος", σε αντιπαραβολή με την κοντινή "Πλατεία νήσο" ή "Πλάτη". Το όνομά της προήλθε από το σχήμα της, που είναι ένας μυτερός βραχώδης κώνος ύψους 90 μ., αν και σήμερα έχει αλλοιωθεί από τη λειτουργία λατομείων.

Η τουρκική ονομασία είναι Sivriada.

Ιστορικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε τόπο ησυχασμού μοναχών, αλλά και εξορίας. Στις αρχές του 9ου αιώνα εξορίστηκε εδώ ο Άγιος Πλάτων (809-811). Αυτή είναι η παλαιότερη μαρτυρία για το όνομα του νησιού. Εκεί μόνασε, μεταξύ άλλων και ο Μιχαήλ Κουρκούας πριν εκλεγεί Πατριάρχης τον 12ο αιώνα.

Στο νησάκι χτίστηκε ένα μοναστήρι, κιστέρνα και εκκλησία, ερείπια των οποίων υπάρχουν ακόμη και σήμερα. Πρόκειται για την περιώνυμη "Μονή του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ" ή "Μονή των Οξειτών", που βρισκόταν σε μια βραχοπλαγιά, στο ανατολικό άκρο του νησιού. Η μονή ιδρύθηκε στο β΄ μισό του 11ου αιώνα από τον μετέπειτα πατριάρχη Αντιοχείας Ιωάννη, που αρχικά ασκήτεψε στην Οξειά.

Ενδεικτικώς στη ιζ΄ επιστολή του (χρονολογούμενη το 1146) Θεόδωρος ο Πρόδρομος γράφει "πρὸς Γρηγόριον μοναχὸν καὶ καθηγούμενον τῆς ἐπὶ Ὀξείᾳ νήσῳ σεβασμίας μονῆς τῶν Βουλγάρων" (PG 133, 1289).

Το 1158 βρισκόταν σε πλήρη ακμή, όπως προκύπτει από χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Κομνηνού. Τελευταία αναφορά στη μονή έχουμε το 1254, όταν είχε ηγούμενο τον πρώην πατριάρχη Αρσένιο Αυτοριανό. Φαίνεται πως μετά από αυτόν ερημώθηκε, διότι δεν λειτουργούσε στα χρόνια των Παλαιολόγων που ακολούθησαν.

Στην κορυφή της Οξειάς υπήρχε βυζαντινή σκοπιά, τα πλινθόκτιστα κατάλοιπα της οποίας σώζονται ακόμα. Από εκεί οι λεγόμενοι "καμινοβιγλάτορες" με φωτιά ειδοποιούσαν το Ιερό Παλάτιο της Κωνσταντινούπολης για την εμφάνιση εχθρικών πλοίων.

Είναι ορατοί επίσης σήμερα τάφοι ανθρώπων που πέθαναν κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Οι περιηγητές της οθωμανικής εποχής ενδιαφέρονται για τα ερείπια, αλλά και για τα άφθονα όστρακα των ακτών της.

Νεότερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1911 οι αρχές της Κωνσταντινούπολης συνέλεξαν όλα τα αδέσποτα σκυλιά της Πόλης και τα εγκατέλειψαν στην Οξειά. Ακολούθησε σεισμός, ο οποίος εξελήφθη ως «οργή Θεού για την εγκατάλειψη των σκυλιών». Έτσι, τα σκυλιά μαζεύτηκαν εκ νέου και επέστρεψαν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης.

Στα τέλη της δεκαετίας του '70 το νησί δόθηκε σε εταιρεία, η οποία μετέτρεψε το νησί σε λατομείο καταστρέφοντας πολλά από τα βυζαντινά μνημεία του και αλλοιώνοντας το φυσικό περιβάλλον.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ακύλα Μήλλα, "Πριγκηπόνησα", εκδ. ΤΑ ΝΕΑ, 2008.