Νατζβάιλερ-Στρούτχοφ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 48°27′24″N 7°15′14″E / 48.45667°N 7.25389°E / 48.45667; 7.25389

Το Μνημείο του Στρατοπέδου. Διακρίνονται ορισμένα από τα παλιά παραπήγματα. Στο βάθος η οροσειρά των Βοσγίων.
Φωτ. R. Ory, CRDP d' Alsace

Το Στρατόπεδο Νατζβάιλερ - Στρούτχοφ (Natzweiler-Struthof) ήταν Ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης κείμενο σε οροπέδιο των Βοσγίων ορέων στην περιοχή της Αλσατίας, κοντά στην κωμόπολη Νατζβιλέρ (Natzwiller (γερμ. Νατζβάιλερ, Natzweiler) 50 περίπου χλμ. νοτιοδυτικά του Στρασβούργου. Η Αλσατία-Λωραίνη ήταν η μοναδική περιοχή της Γαλλίας που προσαρτήθηκε - μονομερώς - στο γερμανικό Ράιχ μετά την στρατιωτική κατάρρευση της χώρας. O λόγος που ώθησε τους Ναζί να εγκαθιδρύσουν εκεί μόνιμο στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν η ύπαρξη γρανίτη, τον οποίο ο Άλμπερτ Σπέερ, μετέπειτα Υπουργός Εξοπλισμού, ήθελε να εκμεταλλευθεί. Tα υπόλοιπα στρατόπεδα που δημιούργησαν στα κατεχόμενα εδάφη της Γαλλίας (όπως το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Ντρανσύ (Drancy)) είχαν πιο πρόσκαιρο χαρακτήρα και λειτούργησαν περισσότερο ως διαμετακομιστικοί σταθμοί

Ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Ναζί δημιούργησαν, στην περιοχή που επονομάζεται Στρούτχοφ (Struthof), όπου λειτουργούσε ομώνυμο μικρό ξενοδοχείο, στις 21 Απριλίου του 1941 το κεντρικό στρατόπεδο. Κατά την διάρκεια λειτουργίας του το στρατόπεδο απέκτησε περίπου 70 "παραρτήματα", με το πρώτο να ιδρύεται στην περιοχή του Ομπερναί (Obernai), κοντά στο κεντρικό στρατόπεδο, στις 12 Δεκεμβρίου 1942[1].

Η πρώτη ομάδα κρατουμένων, περίπου 300 άτομα, όλα με γερμανική υπηκοότητα, έφθασε εκεί την 1η Μαΐου 1942 και, επειδή οι εγκαταστάσεις δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί, τους εγκατέστησαν στο παλαιό κτίσμα του ξενοδοχείου. Προοδευτικά, ο αριθμός των κρατουμένων, που απέστελλε η RSHA, αυξανόταν και περί τα τέλη του 1942 στο στρατόπεδο υπήρχαν ήδη 2.000 κρατούμενοι. Η πλειοψηφία των κρατουμένων αυτών ήταν πολιτικοί και η σύλληψή τους ήταν αποτέλεσμα του διατάγματος Νύκτα και Ομίχλη (Nacht und Nebel), που είχε εκδώσει ο Χίτλερ στις 7 Δεκεμβρίου 1941 για την εξάλειψη των πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος σε όλες τις κατεχόμενες από τους Ναζί χώρες. Υπήρχαν, επίσης, και κρατούμενοι Ρομά καθώς και ομοφυλόφιλοι.


Η εταιρεία DEST (Deutsche Erd-und Steinwerke GmbH) (Γερμανική εταιρεία χωματουργικών και εξορυκτικών εργασιών), πρόγραμμα της οποίας υλοποιούσε ο Σπέερ, διαπίστωσε, ωστόσο, ότι η εξόρυξη γρανίτη από την περιοχή είχε αυξημένο κόστος κι έτσι η πλειονότητα των κρατουμένων στράφηκε σε δραστηριότητες σχετικές με την πολεμική βιομηχανία: Το καλοκαίρι του 1943 κατασκευάσθηκαν στους χώρους εξόρυξης καταλύματα μέσα στα οποία οι κρατούμενοι επιθεωρούσαν και επισκεύαζαν κινητήρες των αεροσκαφών "Γιούνγκερς" (Jungers). Παράλληλα, ορισμένες από τις εγκαταστάσεις μεταφέρθηκαν στις στοές εξόρυξης, ώστε να είναι απρόσβλητες από τις εναέριες επιδρομές των Συμμάχων.

Οι δραστηριότητες αυτές επεκτάθηκαν το 1944, οπότε η γερμανική βιομηχανία στράφηκε εξ ολοκλήρου στην πολεμική παραγωγή. Το στρατόπεδο απέκτησε περισσότερα παραρτήματα, κυρίως στο έδαφος του ίδιου του Ράιχ, στην περιοχή της Βάδης-Βυρτεμβέργης, όπως αυτό στο Νέκαρελτς (Neckarelz), όπου οι πολύπλοκες στοές σε ένα εγκαταλειμμένο ορυχείο γύψου μετατράπηκαν σε εργοστάσιο κατασκευής κινητήρων αεροσκαφών της Ντάιμλερ-Μπεντς, μετακομίζοντας από το Βερολίνο για την αποφυγή καταστροφών από τους βομβαρδισμούς που υφίστατο η πόλη. Κάτι ανάλογο έγινε και στο Λέονμπεργκ (Leonberg), κοντά στην Στουτγκάρδη, όπου μια εγκαταλειμμένη στοά του υπόγειου σιδηροδρόμου τέθηκε στην διάθεση της εταιρείας κατασκευής αεροσκαφών Μέσερσμιτ (Messerschmidt). Την άνοιξη του 1944 απασχολούνταν εκεί περίπου 1.500 κρατούμενοι του Νατζβάιλερ, ενώ περί τα τέλη του ίδιου έτους ο αριθμός τους είχε φθάσει τους 3.000[2].

Το 1944, επίσης, δημιουργείται, μεταξύ άλλων, και το παράρτημα του Σόρτσινγεν (Schorzingen), στο οποίο απασχολούνται περισσότεροι από 1.000 κρατούμενοι, με στόχο να μεταφερθούν εκεί 4.000 επιπλέον. Απασχόλησή τους είναι η εξαγωγή αργού πετρελαίου από εμποτισμένα σχιστολιθικά κοιτάσματα, καθώς η Γερμανία έχει αρχίσει να χάνει τις πηγές των, απαραίτητων για τη συνέχεια του πολέμου, ορυκτών υγρών καυσίμων.

Υπολογίζεται ότι συνολικά ο αριθμός των κρατουμένων στα παραρτήματα του στρατοπέδου φθάνει (Οκτώβριος 1944) τους 19.000. Στο κύριο στρατόπεδο ο αριθμός αυτός κυμαίνεται μεταξύ 8.000 και 9.000. Οι περισσότεροι κρατούμενοι που μεταφέρθηκαν στο κύριο στρατόπεδο το 1944 ήσαν μέλη της γαλλικής αντίστασης, η πλειοψηφία των οποίων θανατώνονταν αμέσως. Για το σκοπό αυτό το στρατόπεδο είχε αποκτήσει, ήδη από τον Αύγουστο του 1943, θάλαμο αερίων, ο οποίος χρησιμοποιούσε Κυκλώνα Β[3]. Διασώθηκε, μάλιστα, και σχετικό έγγραφο των SS - πράγμα σπάνιο, γιατί όλες αυτού του τύπου οι κατασκευές γίνονταν με προφορικές και όχι γραπτές εντολές, για να μην υπάρχουν ίχνη σε περίπτωση έρευνας. Το έγγραφο αυτό, υπό τη μορφή τιμολογίου κόστους 236,08 μάρκων, απεστάλη στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, το οποίο τελούσε υπό γερμανική διεύθυνση. Ο καθηγητής Ανατομίας Άουγκουστ Χίρτ (August Hirt) επιθυμούσε την δημιουργία μιας συλλογής οστών για το εργαστήριο του Πανεπιστημίου. Για το σκοπό αυτό μεταφέρθηκαν 130 άτομα, στην πλειονότητά τους Εβραίοι από το Άουσβιτς, θανατώθηκαν και αποτεφρώθηκαν στο Νατζβάιλερ. Ο επίσης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ότο Μπίκενμπαχ (Otto Bickenbach) διεξήγαγε πειράματα στον θάλαμο αερίων του Νατζβάιλερ, για την κατασκευή αντιδότου σε δηλητηριάσεις από το αέριο φωσγένιο[4]. Εδώ, ως "πειραματόζωα" χρησιμοποιήθηκαν Ρομά.

Κρεματόριο στο Natzweiler-Struthof

Συνολικά, υπολογίζεται ότι από το Στρατόπεδο και τα παραρτήματά του πέρασαν 52.000 κρατούμενοι. Περισσότεροι από τους μισούς βρήκαν τον θάνατο εκεί είτε λόγω άμεσης εξόντωσης είτε λόγω των πολύ σκληρών συνθηκών κράτησης και, κυρίως, εργασίας.

Διοίκηση, προσωπικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρονολογικά, Διοικητές του Στρατοπέδου χρημάτισαν οι εξής:

  • Χανς Χιέτιχ (Hans Huettig): 1942
  • Έγκον Τσιλλ (Egon Zill): 1942-1943
  • Φρίντριχ Χάρτγιενστάιν (Friedrich Hartjenstein): 1944 Στη δίκη που ακολούθησε καταδικάστηκε σε θάνατο, απεβίωσε όμως πριν την εκτέλεση της ποινής.
  • Γιόζεφ Κράμερ (Josef Kramer): 1944
  • Χάινριχ Σβαρτς (Heinrich Schwarz): 1945

Όλοι είχαν υπηρετήσει σε ποικίλα στρατόπεδα τόσο συγκέντρωσης όσο και εξόντωσης.

Σημαίνοντα μέλη των SS, που υπηρέτησαν στο Στρατόπεδο, ήσαν, επίσης, οι:

  • Δρ Μάξ Μπλάνκε (Dr Max Blancke): Υπηρέτησε στα Στρατόπεδα Νταχάου, Μπούχενβαλντ και Μαϊντάνεκ
  • Δε Φραντς φον Μπόντμαν (Dr Franz von Bodmann): Υπηρέτησε στα Στρατόπεδα Μαϊντάνεκ και Άουσβιτς
  • Άρνολντ Μπρέντλερ (Arnold Brendler): Υπηρέτησε στο Μαϊντάνεκ
  • Χέρμαν Κάμπε (Hermann Campe): Υπηρέτησε στα Στρατόπεδα Ζάξενχάουζεν και Νταχάου
  • Χέρμπερτ Ντίλμαν (Herbert Dillmann): Υπηρέτησε στα Στρατόπεδα Μαουτχάουζεν και Γκρος Ρόζεν
  • Δρ Χανς Άιζελε (Dr Hans Eisele): Υπηρέτησε στα Στρατόπεδα Μαουτχάουζεν, Μπoύχενβαλντ και Νταχάου
  • Δρ Χέρμπερτ Γκρέφ (Dr Herbert Graeff): Υπηρέτησε στο Μαϊντάνεκ
  • Δρ Ότο Χάιντλ (Dr Otto Heidl): Υπηρέτησε στο Άουσβιτς
  • Φραντς Γιόχαν Χόφμαν (Franz Johann Hoffmann):: Υπηρέτησε στα Στρατόπεδα Νταχάου και Άουσβιτς
  • Δρ Ρίχαρντ Κρίγκερ (Dr Richard Krieger): Υπηρέτησε στα Στρατόπεδα Μαουτχάουζεν, Μπέργκεν-Μπέλσεν, Άουσβιτς, Ζαξενχάουζεν και Νταχάου.

Στη δίκη που ακολούθησε την απελευθέρωση του Στρατοπέδου, εμφανίσθηκαν επίσης (και καταδικάστηκαν, αντίστοιχα), οι:

  • Φραντς Μπεργκ (Franz Berg): Θάνατος (εκτελέσθηκε)
  • Κουρτ Γκάινγκλινγκ (Kurt Geigling): 10ετής κάθειρξη
  • Γιόζεφ Μουτ (Josef Muth): 15ετής κάθειρξη
  • Πέτερ Στράουμπ (Peter Straub): Θάνατος (εκτελέσθηκε)
  • Μάγκνους Βόχνερ (Magnus Wochner): 10ετής κάθειρξη

Σημερινή εικόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Στρατόπεδο έχει μετατραπεί σε χώρο ανάμνησης και σε αυτόν λειτουργεί Μουσείο[5]. Το Μνημείο που έχει ανεγερθεί στον χώρο εγκαινιάσθηκε το 1960 από τον Γάλλο Πρόεδρο Ντε Γκωλ. Παράλληλα, ένα από τα παραπήγματα του Στρατοπέδου μετατράπηκε σε Μουσείο, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1976, οπότε και έγινε αντικείμενο εμπρησμού από οργάνωση Νεο-ναζιστών. Αρκετά από τα (σπάνια) εκθέματά του καταστράφηκαν και κατασκευάσθηκε νέο κτίριο, σε απομίμηση του παλαιού, για τη στέγαση όσων εκθεμάτων είχαν απομείνει. Το 1979 το Μουσείο έγινε εκ νέου αντικείμενο βανδαλισμών και επαναλειτούργησε, εγκαινιαζόμενο από τον Πρόεδρο Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εστέν τον Ιούνιο του 1980. Ανακατασκευάσθηκε, παράλληλα με τη λειτουργία Ευρωπαϊκού κέντρου, και δόθηκε εκ νέου σε χρήση το 2005.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]