Νίκαια η Κορίνθια

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Νίκαια
Πριγκίπισσα του Βασιλείου της Μακεδονίας
Περίοδος γ' τέταρτο 3ου αιώνα
Σύζυγος Αλέξανδρος
Αλέξανδρος
Οίκος Δυναστεία των Αντιγονιδών
δεδομένα (π  σ  ε )

Η Νίκαια (3ος αιώνας π.Χ.) υπήρξε μια δέσποινα που έζησε στην Αρχαία Κόρινθο, ως σύζυγος του τυράννου της πόλης, Αλεξάνδρου. Για μία σύντομη περίοδο υπήρξε σύζυγος του πρίγκιπα και διαδόχου του μακεδονικού θρόνου, Δημητρίου Β' του Αιτωλικού, μέλους της Δυναστείας των Αντιγονιδών.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύζυγος του Αλεξάνδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η καταγωγή της Νίκαιας δεν μας είναι γνωστή, κατά πάσα πιθανότητα όμως καταγόταν από ευγενική οικογένεια αν και όχι από βασιλικό οίκο. Ο Κρατερός, ετεροθαλής αδερφός του βασιλιά της Μακεδονίας, Αντίγονου Β' Γονατά, πιστός του σύμμαχος και διοικητής του οχυρού της Κορίνθου, μπήκε σε μεγάλο κόπο [1] προκειμένου να διασφαλίσει το γάμο της με το γιο του, Αλέξανδρο. Ο τελευταίος, μετά το θάνατο του πατέρα του επαναστάτησε κατά των Μακεδόνων, συνεπώς ο ξαφνικός του θάνατος αποδόθηκε στις διάφορες φήμες σε δηλητηρίαση κατά τις διαταγές του Γονατά.[2]

Μετά το θάνατο του συζύγου της Αλεξάνδρου, η Νίκαια ανέλαβε η ίδια τη διακυβέρνηση της Κορίνθου και του στρατού της, για τον έλεγχο της οποίας έριζαν οι ισχυρές δυνάμεις της εποχής.

Γάμοι με το Δημήτριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή η Νίκαια φαίνεται πως ήταν προχωρημένης ηλικίας. Εντούτοις ο Αντίγονος έστειλε στην Κόρινθο το γιο του, το νεαρό πρίγκιπα Δημήτριο, προκειμένου να τη ζητήσει σε γάμο. Σαφώς και μια τέτοια προοπτική ήταν τόσο θελκτική όσο και κολακευτική για τη Νίκαια, η οποία και δέχτηκε. Εντούτοις διατήρησε τις επιφυλάξεις της και δεν άφησε να χαλαρώσει η άμυνα της πόλης.[3][4]

Κατά τη διάρκεια των εορτασμών, οι οποίοι πρέπει να κράτησαν για κάποιες ημέρες, οι Μακεδόνες δεν παρουσίασαν καμία ύποπτη συμπεριφορά, ενώ ο ίδιος ο Αντίγονος έπινε και διασκέδαζε φαινομενικά χωρίς υστερόβουλες σκέψεις.[3][4]

Κάποια ημέρα, ωστόσο, που επρόκειτο να παρουσιαστεί στο θέατρο μια σπουδαία παράσταση, ο γηραιός βασιλιάς πρότεινε στη νέα του νύφη να μεταβεί στο χώρο αυτό με το προσωπικό του φορείο. Η πρόταση ήταν τιμητική και η Νίκαια πράγματι δέχτηκε. Φτάνοντας σε ένα σταυροδρόμι ο Αντίγονος αποβιβάστηκε διατάζοντας τον οδηγό του να συνεχίσει την πορεία του. Κατόπιν κινήθηκε με τα πόδια, με ταχύτητα ίσως δυσανάλογη για την ηλικία του, προς την Ακροκόρινθο, όπου βρισκόταν το κρισιμότερο οχυρό της πόλης. Εκεί βρήκε την πύλη φυσικά κλειδωμένη, όμως απτόητος χτύπησε την πόρτα με το μπαστούνι του ζητώντας από τους στρατιώτες να του ανοίξουν. Εκείνοι σαστισμένοι, πράγματι άνοιξαν την πύλη, κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα την κατάληψη της πόλης και την προσάρτησή της στη μακεδονική σφαίρα επιρροής. Κατόπιν οι εορτασμοί συνεχίστηκαν στους δρόμους της Κορίνθου.[3][4]

Η τύχη της Νίκαιας δεν είναι γνωστή, όπως και οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες αναφορικά με το βίο της. Τα παραπάνω γεγονότα δεν μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια, ωστόσο χονδρικά υπολογίζονται γύρω στο 245 με 244 π.Χ., κάπου μια δεκαετία μετά τον πρώτο γάμο του Δημητρίου κι ενώ δεν διέθετε αρσενικούς απογόνους. Είναι επίσης άγνωστο κατά πόσο ο γάμος διατηρήθηκε κι αν ποτέ το ζευγάρι συνευρέθηκε, μιας και δεν διαθέτουμε καμία πληροφορία για απογόνους. Παρόλο που οι Αντίγονος και Δημήτριος μάλλον δεν σχεδίαζαν να αφήσουν το γάμο να διαρκέσει και πολύ, εν τούτοις στη Νίκαια φάνηκε λογική πρόταση. Γνωρίζοντας πόσο πολύ επιθυμούσαν να ελέγξουν την πόλη, η ίδια δεν χαλάρωσε τις άμυνες της Κορίνθου, εντούτοις βρήκε λογική την υπόθεση πως οι Μακεδόνες θα χρησιμοποιούσαν το γάμο ως μέσο προσάρτησής της. Είναι αμφίβολο το κατά πόσο έλαβε ποτέ τον τίτλο της «βασίλισσας» μιας και ο Αντίγονος βρισκόταν ακόμη εν ζωή και ο Δημήτριος στην καλύτερη περίπτωση ακόμη συμβασίλευε.[2]

Οι λόγοι που την ώθησαν να δεχτεί την πρόταση δεν πρέπει να σχετίζονται τόσο με την τεκνοποιία, μιας και μαθαίνουμε για τη διαφορά ηλικίας του ζευγαριού, ενώ η ίδια η Νίκαια δεν φαίνεται να διέθετε παιδιά. Θα πρέπει ωστόσο να αναζητούσε την κοινωνική ανέλιξη, μιας και ένας γάμος με έναν διάδοχο του θρόνου είναι πάντα επιφανέστερος από το γάμο μεταξύ ευγενών, αλλά και τη φυσική εξασφάλιση μιας και πρακτικά ο σύζυγός της θα μπορούσε να θεωρηθεί για τη Μακεδονία προδότης. Τέλος, ίσως και να ήθελε να αποτινάξει από πάνω της την ευθύνη της διοίκησης της πόλης και του στρατού σε μία κρίσιμη χρονική συγκυρία.[2]

Η ίδια η Κόρινθος καταλήφθηκε λίγα χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 243 π.Χ. από τον Άρατο εκ της Σικυώνας, περίφημο στρατηγό της Αχαϊκής Συμπολιτείας.

Δείτε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τίτος Λίβιος, «Ρωμαϊκή Ιστορία», 35.26.5
  2. 2,0 2,1 2,2 Donnelly Carney, σελ. 188-189.
  3. 3,0 3,1 3,2 Πλούταρχος, «Βίοι Παράλληλοι: Άρατος», §17
  4. 4,0 4,1 4,2 Πολύαινος, «Στρατηγήματα», Αντίγονος

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτογενείς πηγές (Έλληνες και Ρωμαίοι)


Δευτερογενείς πηγές

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]