Νέο Κύμα (ιστοριογραφικό ρεύμα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Νέο Κύμα.

Νέο Κύμα έχει ονομαστεί η διεπιστημονική προσέγγιση που εστιάζει στη μελέτη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και εκπροσωπείται στην Ελλάδα κυρίως από τον Στάθη Καλύβα και τον Νίκο Μαραντζίδη. Οι ιστοριογραφικές αναγνώσεις του Νέου Κύματος έχουν προκαλέσει αντιπαράθεση μεταξύ ιστορικών, γύρω από τη φύση των εμφυλίων συγκρούσεων, τη διάρκειά τους, τις προθέσεις των πρωταγωνιστών της και την παραμελημένη αριστερή βία.[1]

Ορίζει ως κύριο υπαίτιο για τον εμφύλιο το ΚΚΕ και αναφέρει πως η δράση του ήταν καθοριστική για το φαινόμενο του εγχώριου δωσιλογισμού. Ταυτόχρονα μετατοπίζει το όριο των εμφύλιων συγκρούσεων στην περίοδο 1943-1949, θεωρώντας τον Εμφύλιο του 46-49 συνέχεια των ενδοαντιστασιακών συγκρούσεων και των Δεκεμβριανών.Η μεθοδολογία που χρησιμοποιεί θεωρείται πως έχει συνεισφέρει στην ελληνική ιστοριογραφία, αλλά παράλληλα επικρίνεται η προσέγγιση της στα γεγονότα της περιόδου ως προκατειλημμένη,μη αντικειμενική και ατεκμηρίωτη.

Καταγωγή και θέσεις της προσέγγισης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απέναντι στη λεγόμενη αναθεωρητική ματιά των ιστορικών της γενιάς του ’60-’70, που είχε καθιερωθεί ήδη στη Μεταπολίτευση,εμφανίστηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μια νέα αναθεωρητική ματιά, αυτοαποκαλούμενη[2] ως «μετα-αναθεωρητική»,[3] η οποία θέλησε να διαφοροποιηθεί και να αμφισβητήσει τις μέχρι τότε ιστοριογραφικές «βεβαιότητες» και «ορθοδοξίες»[4]. Το φαινόμενο αυτό συμπίπτει χρονικά με ευρύτερες μεθοδολογικές και ερμηνευτικές μετατοπίσεις στην Ευρωπαϊκή ιστοριογραφία σχετικά με τον χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες του Β'Παγκοσμίου Πολέμου[5]. Αυτές οι νέες αναθεωρητικές ματιές ονομάστηκαν «νέο κύμα».[6] Φορέας τους έγινε το «Δίκτυο για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων» με κυριότερους εκπρόσωπους τον Καλύβα και τον Μαραντζίδη. Το δίκτυο σχηματίστηκε με τη συσπείρωση μιας ομάδας ερευνητών, διδακτόρων και ακαδημαϊκών που εκφράζουν ποικίλες ιδεολογικές θέσεις ενώ παράλληλα προέρχονται από διάφορα επιστημονικά πεδία.[7]

Η «μετα-αναθεωρητική» σχολή αυτοπροσδιορίζεται ως «ανεξάρτητη και αντικειμενική»[8]. Δεν προτείνει μία νέα ιστοριογραφική προσέγγιση, αλλά θεωρείται ότι επαναφέρει τα μετεμφυλιακά σχήματα της κόκκινης τρομοκρατίας και των «τριών γύρων».[9] Θεωρεί πως η Ερυθρά Τρομοκρατία αποτελεί τον κύριο λόγο για το φαινόμενο του δωσιλογισμού και της συνεργασίας πολιτών με τις αρχές κατά τη περίοδο της κατοχής[8] και πως ο χαρακτήρας της βίας του ΕΑΜ ήταν αυθαίρετος και ταυτόσημος με τη σοβιετική τρομοκρατία.[10] Οι κύριοι εκφραστές της υποστηρίζουν πως το ΚΚΕ ήταν ένα βαθιά αντιδημοκρατικό, σταλινικό και ολοκληρωτικό κόμμα το οποίο είχε ως στόχο την ηγεμόνευση της εθνικής αντίστασης, ενώ η βία αποτελούσε βασικό στοιχείο της πολιτικής του.[5] Ταυτόχρονα υποστηρίζουν πως τα Δεκεμβριανά δεν αποτελούσαν μια ξαφνική εξέγερση, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της εγκληματικής δράσης του ΚΚΕ κατά την περίοδο της κατοχής, η οποία φανερωνόταν μέσα από εκκαθαρίσεις πολιτικών αντιπάλων, απουσία δημοκρατικών διαδικασιών και ιδεολογικό φανατισμό των στελεχών του.[11]

Όσον αφορά την περίοδο μετά τα Δεκεμβριανά, οι Καλύβας/Μαραντζίδης αναφέρουν πως η επιλογή του ΚΚΕ να απέχει από τις εκλογές του 1946, έγινε προκειμένου προκειμένου να υλοποιηθούν οι επιδιώξεις του Νίκου Ζαχαριάδη, «για την μετατροπή της Ελλάδας σε Λαϊκή δημοκρατία»[12]. Επιπλέον υπογραμμίζουν πως η μεταφορά παιδιών κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, βαραίνει ηθικά περισσότερο τον ΔΣΕ, απ ότι τις κυβερνητικές δυνάμεις, η οποία -διακρινούσα από πολιτική υστεροβουλία- έλαβε χώρα λιγότερο για τη σωτηρία των παιδιών και περισσότερο για την ενίσχυση του αντάρτικου με έμψυχο δυναμικό.[13] Ο Μαραντζίδης αναφέρει πως λόγω των διώξεων του μετεμφυλιακού κράτους νομιμοποιήθηκε ηθικά η αριστερή κουλτούρα.[14]

Τα εργαλεία που χρησιμοποιεί η «μετα-αναθεωρητική» σχολή, δηλαδή η έμφαση στο τοπικό και υποκειμενικό, η ανάδειξη των κοινωνικών διεργασιών και η επίδραση τους στις μεταπολεμικές πολιτικές επιλογές και η ένταξη των γεγονότων της Ελλάδας σε ένα γενικευμένο πλαίσιο ευρωπαϊκής κρίσης, θεωρείται πως συμβάλλουν σημαντικά στη μελέτη της κατοχής και «των εμφυλίων»[9].

Κριτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απόψεις του «νέου κύματος» επικρίθηκαν και έγιναν αντικείμενο συζήτησης τη δεκαετία του 2000 μέσω δημοσιεύσεων, κυρίως σε εφημερίδες όπως Τα Νέα και η Ελευθεροτυπία[15] Οι κριτικοί του, αναφέρουν πως η κατοχική βία δεν ασκήθηκε κυρίως από το ΚΚΕ, αλλά από τους κατακτητές και τις δωσιλογικές οργανώσεις καθώς αυτοί κατείχαν την εξουσία.[16] Ταυτόχρονα, αναφέρουν πως η μετατόπιση του χρονικού ορίου του εμφυλίου στην περίοδο 1943-1949, με κοινή συνιστώσα την απόπειρα του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία είναι αμφισβητήσιμη, καθώς τόσο οι συνθήκες όσο και οι πρωταγωνιστές, διέφεραν στις 3 συγκρούσεις (Κατοχή,Δεκεμβριανά,Εμφύλιος), με τον τελευταίο να ξεκινά ως η αντίσταση των δυνάμεων του ΕΑΜ απέναντι στη Λευκή Τρομοκρατία.[9] Επιπροσθέτως, υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση που το ΚΚΕ ήθελε να καταλάβει βίαια την εξουσία , θα το διέπραττε την περίοδο μεταξύ 12 και 18 Οκτωβρίου του 1944, πριν την άφιξη της Εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης.[17] Όσων αφορά τα Δεκεμβριανά, προσθέτουν πως αποτελούσαν την ευκαιρία που επιδίωκε η Βρετανική κυβέρνηση, προκειμένου να περιθωριοποιήσει το ΕΑΜ, και να επαναφερθεί η μοναρχία προκειμένου να διατηρηθεί η Ελλάδα στη βρετανική σφαίρα επιρροής.[16]

Άλλοι, όπως ο Κώστας Παλούκης αναφέρουν πως η απο-πολιτικοποιημένη αναθεώρηση του νέου κύματος, επιχειρείται λόγω ιδεολογικής προκατάληψης των υποστηρικτών του.[10] Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ιάσονας Χανδρινός προβάλλει την έλλειψη τεκμηρίωσης των ισχυρισμών της μετα-αναθεωρητικής σχολής,[18]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]