Μυγοθηρίδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μυγοθηρίδες
Το είδος Melaenornis fischeri στη Σκωτία
Το είδος Melaenornis fischeri στη Σκωτία
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Υποσυνομοταξία: Σπονδυλωτά (Vertebrata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Υποτάξη: Ωδικά (Oscines ή Passeri)
Υπεροικογένεια: Μυγοθηροειδή (Muscicapoidea)
Οικογένεια: Μυγοθηρίδες
Muscicapidae
Fleming J., 1822

Οι μυγοθηρίδες ή μυιοθηρίδες (επιστημονική-λατινική ονομασία Muscicapidae) είναι μια μεγάλη οικογένεια στρουθιόμορφων ωδικών πτηνών. Περιλαμβάνει σήμερα 51 γένη, με 344 είδη συνολικά[1], που ζουν όλα στον Παλαιό Κόσμο (Ευρώπη, Ασία και Αφρική) με δύο εξαιρέσεις (τα είδη Luscinia svecica και Oenanthe oenanthe) της Β. Αμερικής. Το γνωστότερο ίσως είδος είναι το αηδόνι, που παλαιότερα κατατασσόταν στην οικογένεια κιχλίδες. Στην Ελλάδα συναντώνται, εκτός από το αηδόνι, τουλάχιστον άλλα 10 είδη, όπως ο γνωστός κοκκινολαίμης. Γενικώς οι μυιοθηρίδες είναι κυρίως μικρά δενδρόβια εντομοφάγα πουλιά, πολλά από τα οποία συλλαμβάνουν τη λεία τους «εν πτήσει».

Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία Muscicapa για την οικογένεια εισάχθηκε το 1822 από τον Σκωτσέζο φυσιοδίφη Τζων Φλέμινγκ.[2][3] Η λέξη είχε χρησιμοποιηθεί νωρίτερα (1760) για το γένος Muscicapa από τον Γάλλο ζωολόγο Ματυρέν Ζακ Μπρισόν.[4] Η λατινική ονομασία προέρχεται από τις λέξεις musca = μύγα και capere = συλλαμβάνω.[5]

Το 1910 ο Γερμανός ορνιθολόγος Ερνστ Χάρτερτ θεώρησε αδύνατο τον προσδιορισμό συνόρων ανάμεσα στις τρεις οικογένειες Muscicapidae, Sylviidae και Turdidae (τις τσίχλες). Τις ταξινόμησε έτσι ως υποοικογένειες μιας εκταθείσας οικογένειας, που περιελάμβανε επίσης τις Timaliidae και τις Monarchidae.[6][7] Σαράντα χρόνια αργότερα μια παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε στις ΗΠΑ από τους ορνιθολόγους Ερνστ Μάυρ και Ντην Άμαντον σε εργασία τους του 1951. Η μεγάλη τους οικογένεια Muscicapidae, την οποία χαρακτήρισαν «τα πρωτόγονα εντομοφάγα», περιείχε 1.460 είδη ταξινομημένα σε οκτώ υποοικογένειες.[8] Η χρήση της εκτεταμένης ομάδας υποστηρίχθηκε από μια επιτροπή που συστάθηκε μετά το 11ο Διεθνές Συνέδριο Ορνιθολογίας του 1954.[9] Μετέπειτα μελέτες με υβριδοποίηση DNA-DNA από τον Τσαρλς Σίμπλυ και άλλους κατέδειξαν ότι οι υποοικογένειες δεν συγγενεύουν στενά μεταξύ τους. Ως αποτέλεσμα, η μεγάλη ομάδα διασπάσθηκε σε μερικές ανεξάρτητες οικογένειες[10], παρά το ότι για κάποιο διάστημα οι περισσότεροι ειδικοί συνέχισαν να διατηρούν τις Turdidae στις μυιοθηρίδες.[11][12] Το 1998 η Αμερικανική Ορνιθολογική Εταιρεία επέλεξε να θεωρήσει και τις Turdidae ως ξεχωριστή οικογένεια στην 7η έκδοση της Check-list of North American birds και έκτοτε οι περισσότεροι συγγραφείς ακολουθούν το παράδειγμά τους.[1][13]

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμφάνιση των πτηνών αυτών εμφανίζει αρκετή ποικιλία, αλλά τα περισσότερα είναι μικρού μεγέθους, με μήκος από 9 μέχρι 22 εκατοστά.[14] Πολλά είδη έχουν θαμπό μπεζ φτέρωμα, αλλά σε μερικά άλλα οι χρωματισμοί είναι πολύ εντονότεροι, ιδίως στα αρσενικά.[15] Τα περισσότερα έχουν ευρέα, πεπλατυσμένα ράμφη, κατάλληλα ώστε να συλλαμβάνουν έντομα ενώ αυτά πετούν, ενώ τα λίγα είδη που τρέφονται στο έδαφος έχουν στενότερα ράμφη.[16]

Οι μυιοθηρίδες ζουν σχεδόν σε κάθε περιβάλλον με αρκετά δέντρα, από πυκνά δάση μέχρι ανοικτές δασικές εκτάσεις με θάμνους, ακόμα και στους ορεινούς θαμνότοπους των Ιμαλαΐων. Τα είδη που ζουν στα πιο βόρεια αποδημούν προς τα νότια τον χειμώνα, εξασφαλίζοντας έτσι μια συνεχή διατροφή με έντομα.[16]

Ανάλογα με το είδος, οι φωλιές τους είναι είτε καλοφτιαγμένες κυπελλοειδείς σε δέντρα, είτε απλώς επιστρώματα σε προϋπάρχουσες μικρές κουφάλες δέντρων.[16]

Γένη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικογένεια παλαιότερα περιείχε λιγότερα είδη. Κατά την εποχή της 3ης εκδόσεως του Howard and Moore Complete Checklist of the Birds of the World το 2003, τα γένη Myophonus, Alethe, Brachypteryx και Monticola περιλαμβάνονταν στην οικογένεια Turdidae.[17] Μεταγενέστερες φυλογενετικές μελέτες υπέδειξαν ωστόσο ότι τα είδη των τεσσάρων αυτών γενών συγγενεύουν περισσότερο με είδη των μυιοθηριδών.[18][19] Ως αποτέλεσμα, τα τέσσερα αυτά γένη εντάσσονται πλέον στις μυιοθηρίδες.[1][20] Αντιθέτως, το γένος Cochoa, το οποίο έως τότε περιλαμβανόταν στις μυιοθηρίδες, διαπιστώθηκε ότι πρέπει να ενταχθεί στις Turdidae.[18][19]

Δύο μεγάλες μελέτες του DNA ειδών των Muscicapidae που δημοσιεύθηκαν το 2010 κατέδειξαν ότι τα γένη Fraseria, Melaenornis και Muscicapa δεν ήταν μονοφυλετικά. Οι συγγραφείς δεν ήταν σε θέση να προτείνουν αναθεωρήσεις των γενών, καθώς δεν είχαν ληφθεί δείγματα από όλα τα είδη και δεν υπήρχε ισχυρή ένδειξη για όλους τους κόμβους στη φυλογενετική τους.[19][21] Μετέπειτα μελέτη (2016) που συμπεριέλαβε τα 37 από τα 42 είδη της «φυλής» Muscicapini, επιβεβαίωσε ότι τα γένη δεν ήταν μονοφυλετικά και πρότεινε μια αναδιοργανωμένη ταξινόμηση των ειδών με αρκετά νέα ή «αναστηθέντα» γένη.[22]

Κατάλογος γενών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκπρόσωπος του είδους της Μαδαγασκάρης Copsychus albospecularis
«Ασημοπούλι», το μοναδικό είδος του γένους Empidornis

Τα γένη της οικογένειας μυιοθηρίδες όπως αυτά παρατίθενται στον κατάλογο της Διεθνούς Ενώσεως Ορνιθολόγων, με υποδιαιρέσεις όπως προτάθηκαν από τον George Sangster και τους συνεργάτες του το 2010[19][1], είναι τα εξής:


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 Gill, Frank· Donsker, David, επιμ. (2016). «Chats, Old World flycatchers». World Bird List Version 6.2. International Ornithologists' Union. Ανακτήθηκε στις 20 Μαΐου 2016. 
  2. Fleming, John (1822). The philosophy of zoology; or a general view of the structure, functions, and classification of animals. 2. Εδιμβούργο: Hurst, Robinson & Co. σελ. 240. 
  3. Bock, Walter J. (1994). History and nomenclature of avian family-group names. Bulletin of the American Museum of Natural History Issue 222. σελ. 116. hdl:2246/830. 
  4. Brisson, Mathurin Jacques (1760). Ornithologie; ou, Méthode contenant la division des oiseaux en ordres, sections, genres, espéces & leurs variétés. &c (στα Λατινικά και Γαλλικά). Παρίσι: Jean-Baptiste Bauche. τόμ. 1, σελ. 32, τόμ. 2, σελ. 357. 
  5. Jobling, James A. (2010). The Helm Dictionary of Scientific Bird Names. Λονδίνο: Christopher Helm. σελ. 260. ISBN 978-1-4081-2501-4. 
  6. Hartert, Ernst (1910). Die Vögel der paläarktischen Fauna systematische Übersicht der in Europa, Nord-Asien und der Mittelmeerregion vorkommenden Vögel (στα Γερμανικά). 1. Βερολίνο: R. Friedländer & Sohn. σελ. 469. 
  7. Taylor, B. (2020). «Old World Flycatchers (Muscicapidae)». Στο: del Hoyo, J.· Elliott, A.· Sargatal, J.· Christie, D.A.· de Juana, E. Handbook of the Birds of the World Alive. Lynx Edicions. doi:10.2173/bow.muscic3.01. Ανακτήθηκε στις 30 Μαΐου 2016. 
  8. Mayr, E.· Amadon, D. (1951). A Classification of Recent Birds. American Museum Novitates, Number 1496. Νέα Υόρκη: American Museum of Natural History. σελίδες 17–19, 36–37. hdl:2246/3994. 
  9. Mayr, E.; Greenway, J.C. Jr. (1956). «Sequence of passerine families (Aves)». Breviora (Museum of Comparative Zoology, Harvard) 58: 1-11. https://www.biodiversitylibrary.org/page/3189827. 
  10. Mayr, E.· William, C.G., επιμ. (1986). Check-list of Birds of the World. 11. Cambridge, Massachusetts: Museum of Comparative Zoology. σελίδες v–vi. 
  11. Sibley, C.G.· Monroe, B.L. (1993). A Supplement to Distribution and Taxonomy of Birds of the World. New Haven, Connecticut: Yale University Press. ISBN 978-0-300-05549-8. 
  12. Clement, P.· Hathway, R. (2000). Helm Identification Guides: Thrushes. Λονδίνο: Christopher Helm. σελ. 28. ISBN 978-07136-3940-7. 
  13. Committee on Classification and Nomenclature (1998). Check-list of North American birds (PDF) (7η έκδοση). Washington D.C.: American Ornithologists' Union. σελ. 495. ISBN 1-891276-00-X. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 18 Νοεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 8 Ιουλίου 2016. 
  14. del Hoyo, J., Elliot, A. & Christie, D. (επιμ.): Handbook of the Birds of the World, τόμ. 11: Old World Flycatchers to Old World Warblers, Lynx Edicions, 2006
  15. «Old World Flycatchers Muscicapidae». artfullbirds.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Ιουλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2010. 
  16. 16,0 16,1 16,2 Perrins, C. (1991). Forshaw, Joseph, επιμ. Encyclopaedia of Animals: Birds. Λονδίνο: Merehurst Press. σελίδες 194–195. ISBN 1-85391-186-0. 
  17. Dickinson, E.C., επιμ. (2003). The Howard and Moore Complete Checklist of the Birds of the World (3η έκδοση). Λονδίνο: Christopher Helm. ISBN 978-0-7136-6536-9. 
  18. 18,0 18,1 Voelker, G.; Spellman, G.M. (2004). «Nuclear and mitochondrial DNA evidence of polyphyly in the avian superfamily Muscicapoidea». Molecular Phylogenetics and Evolution 30 (2): 386-394. doi:10.1016/S1055-7903(03)00191-X. PMID 14715230. 
  19. 19,0 19,1 19,2 19,3 Sangster, G.; Alström, P.; Forsmark, E.; Olsson, U. (2010). «Multi-locus phylogenetic analysis of Old World chats and flycatchers reveals extensive paraphyly at family, subfamily and genus level (Aves: Muscicapidae)». Molecular Phylogenetics and Evolution 57 (1): 380-392. doi:10.1016/j.ympev.2010.07.008. PMID 20656044. 
  20. Dickinson, E.C.· Christidis, L., επιμ. (2014). The Howard & Moore Complete Checklist of the Birds of the World. Volume 2, Passerines (4η έκδοση). Eastbourne, U.K.: Aves Press. σελίδες 584, 598, 601, 607. ISBN 978-0-9568611-2-2. 
  21. Zuccon, D.; Ericson, P.G.P. (2010). «A multi-gene phylogeny disentangles the chat-flycatcher complex (Aves: Muscicapidae)». Zoologica Scripta 39 (3): 213-224. doi:10.1111/j.1463-6409.2010.00423.x. 
  22. Voelker, G.; Huntley; Peñalba, J.V.; Bowie, R.C.K. (2016). «Resolving taxonomic uncertainty and historical biogeographic patterns in Muscicapa flycatchers and their allies». Molecular Phylogenetics and Evolution 94 (Pt B): 618-625. doi:10.1016/j.ympev.2015.09.026. PMID 26475615. 
  23. Sangster, G.; Alström, P.; Forsmark, Émile; Olsson, U. (2016). «Niltavinae, a new taxon of Old World flycatchers (Aves: Muscicapidae)». Zootaxa 4196 (3): 428-429. doi:10.11646/zootaxa.4196.3.7. PMID 27988667. 
  24. Robin, V.V.; Vishnudas, C.K.; Gupta, Pooja; Rheindt, Frank E.; Hooper, Daniel M.; Ramakrishnan, Uma; Reddy, Sushma (2017). «Two new genera of songbirds represent endemic radiations from the Shola Sky Islands of the Western Ghats, India». BMC Evolutionary Biology 17 (1): 31. doi:10.1186/s12862-017-0882-6. PMID 28114902. 

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]