Μιμίδιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα μιμίδια αποτελούν θεμελιώδεις μονάδες-φορείς πολιτισμικής κληρονομιάς (τραγούδια, τρόποι συμπεριφοράς, μόδα, επιστημονικές ιδέες, θρησκευτικές πεποιθήσεις/δοξασίες, κτλ), οι οποίες μεταδίδονται από τον ένα εγκέφαλο στο άλλο.

Ο όρος εισήχθη από τον κοινωνιοβιολόγο Ρίτσαρντ Ντόκινς (Richard Dawkins) το 1976, κατ' αναλογία προς το γονίδιο, τη βασική μονάδα γενετικής πληροφορίας. Ο πολιτισμός εξελίσσεται και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα γονίδια στο φυσικό κόσμο. Τα μιμίδια δεν κληρονομούνται μέσω του αίματος αλλά μέσω της επικοινωνίας, των εθίμων, της γλώσσας, της κουλτούρας γενικότερα, από τα γηραιότερα προς τα νεότερα μέλη κάθε κοινωνίας.

Το 1976 ο Richard Dawkins δημοσίευσε το « Εγωϊστικό Γονίδιο», ένα έργο που σηματοδοτεί την είσοδο της εξελικτικής βιολογίας στην πολιτισμική ανάλυση. Βάση του εγχειρήματος αποτελεί, όπως είναι φυσικό για έναν βιολόγο, η εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου. Το εγχείρημα ξεκινά από την βασική θέση ότι η εξέλιξη των εμβίων όντων είναι απλά η επιβίωση, ο πολλαπλασιασμός και η επέκταση των βασικών συστατικών υποσυνόλων τους, δηλαδή των γονιδίων.

Ορίζοντας κατ’ αρχήν την ανθρώπινη συμπεριφορά σαν στρατηγική γονιδιακής αναπαραγωγής, ο Dawkins αντιλαμβάνεται ότι η συμπεριφορά αυτή δεν υπαγορεύεται αποκλειστικά από εσωτερικές πηγές αλλά και από εξωτερικές. Αναζητεί λοιπόν στο πολιτισμικό πεδίο το ανάλογο του βιολογικού κλωνωτή [replicator] -της κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση αναπαράξιμης οντότητας που συνιστά το γονίδιο [gene]- εισάγοντας για τον σκοπό αυτό την έννοια του «μιμιδίου» [meme].

Το μιμίδιο ορίζεται ως «μονάδα πολιτισμικής μεταβίβασης ή ως μονάδα μίμησης» με την ευρύτερη του όρου έννοια. Περιλαμβάνει τις ελάχιστες μονάδες πληροφοριών που εδράζονται στο ανθρώπινο μυαλό και μπορούν να μεταβιβασθούν ως εννοιολογικά ή συμπεριφορικά αντίγραφα μέσα από περισσότερο ή λιγότερο συνειδητές πρακτικές μίμησης τόσο από την πλευρά του μιμούμενου όσο και από εκείνη του μιμητή. Ως μιμίδια λοιπόν ταξινομούνται αντιλήψεις, πρακτικές αλλά και πάσης φύσεως υλικές κατασκευές που τις αντανακλούν ή/και τις εξυπηρετούν: « Παραδείγματα μιμιδίων αποτελούν οι μελωδίες, οι ιδέες, τα σλόγκαν, ενδυματολογικοί συρμοί, τεχνοτροπίες κεραμικής ή κατασκευής αψίδων ».

Η μεταβίβαση των μιμιδίων μπορεί να πραγματοποιείται είτε ως ασυνείδητη ή συνειδητή αντιγραφή αντιλήψεων, συμπεριφορών και τεχνουργημάτων εκ μέρους του μιμητή, είτε ως διδασκαλία, έκθεση ή άλλη μορφή διάχυσής τους εκ μέρους του μιμούμενου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση τα μιμίδια χαρακτηρίζονται "ενεργά". Όπως ακριβώς και στην θεωρία του περί εγωϊστικών γονιδίων, που γίνονται αντιληπτά ως βιολογικές οντότητες των οποίων η τάση διευρυμένης αναπαραγωγής υπαγορεύει πρωτίστως εγωϊστικές και δευτερευόντως αλτρουϊστικές ατομικές συμπεριφορές, έτσι και τα μιμίδια κατανοούνται ως ελάχιστες πολιτισμικές οντότητες που τείνουν να αναπαραχθούν και να διαχυθούν. Η ικανότητά τους να το επιτύχουν εξαρτάται από τρία ποιοτικά χαρακτηριστικά: την πιστότητα, ήτοι την ικανότητά τους να παράγουν ή να επιβάλουν την ακριβή αναπαραγωγή των διακριτικών τους γνωρισμάτων, την γονιμότητα, ήτοι την δυνατότητά τους να μεγιστοποιούν τον αριθμό των αντιγράφων τους σε δεδομένο χρόνο και την μακροζωία, ήτοι την διάρκεια διατήρησης της κλωνοποιητικής ισχύος δεδομένου μιμιδίου.

Εξωτερικοί δεσμοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]