Ιδιωτισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά διαπολιτισμική μεταβλητή. Για τοπικό πολιτισμικό γλωσσικό στοιχείο, δείτε: ιδίωμα.

Ο ιδιωτισμός είναι πολιτισμική τάση που αποτυπώνεται σε μία εθνική κοινότητα και συνήθως η έκφρασή του αντιστοιχεί σε ιστορικό γεγονός, ευφημισμό, ιδιωματισμό και δεν υπάρχει αντιστοίχηση σε άλλη έκφραση άλλου έθνους.[1] Η λέξη δεν πρέπει να συγχέεται με το «ιδιωματισμός»(βικιλεξικό).[2] Οι ιδιωτισμοί ορίζονται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η χρήση τους έχει καθιερωθεί και πλέον εντοπίζονται στα λεξικά. Η χρήση των ιδιωτισμών, οι τροποποιήσεις τους και οι ποικιλίες μέσα στις οποίες αναπλάθονται, μας παραπέμπουν σε παρετυμολογίες, οι οποίες με τη σειρά τους, αποτελούν αδιάσπαστο στοιχείο συγκεκριμένου πολιτισμού και είναι αδύνατον να κατανοηθούν σε μη φυσικούς ομιλητές της ελληνικής, που δεν κατέχουν κοινό γλωσσικό ένστικτο. Για να προσεγγίσουμε τους ιδιωτισμούς διαπολιτισμικά, υπάρχουν συγκεκριμένες στρατηγικές εκμάθησης, αναγνώρισης, ερμηνείας, κατάκτησης και, τέλος, παραγωγής/επαναεισαγωγής τους.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνοπτικά:

  1. Έχουν σταθερή σύνταξη και δεν μεταβάλλεται η σειρά των επιμέρους όρων.
  2. Χαρακτηριστικό στοιχείο των ιδιωτισμών είναι οι τροπικότητες, όπως: ερώτηση, άρνηση, υπόταξη, κατάφαση.
  3. Συγκεκριμένα γραμματικά χαρακτηριστικά: ορισμένο άρθρο, γένος, χρόνο, πρόσωπο και φωνή.
  4. Απαγορεύονται οι προσδιορισμοί.
  5. Αποκλείεται η αντικατάσταση των λέξεων με συνώνυμα, υπερώνυμα και υπώνυμα.
  6. Μοναδική διαφοροποίηση από τις ελεύθερες ακολουθίες είναι η παρουσία/απουσία άρθρου.
  7. Λέξεις παραλείπονται μόνο όταν ευκόλως μπορούν να υπονοηθούν.
  8. Ενίοτε χρήση γ’ προσώπου.
  9. Αποκλείονται οι συντακτικοί μετασχηματισμοί.
  10. Ιδιαίτερες συντακτικές δομές όπως: υποκοριστικό ή μεγεθυντικό, δευτερεύουσες προτάσεις, παρομοιώσεις και λεξιλογικά ζευγάρια.
  11. Ελλειπτικά συντακτικά χαρακτηριστικά ή παραβίαση επιλεκτικών περιορισμών.
  12. Μεικτή εικόνα βαθμού συνθετικότητας.

Πηγές άντλησης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδιωτισμικότητα πίσω από τις λέξεις φανερώνει περιγραφικά: γεωγραφική θέση, ιστορία, παραδόσεις, τρόπο ζωής, συστήματα αξιών, θρησκεία, πολιτική, κοινωνικές συμβάσεις, ταμπού, συμπεριφορές, χειρονομίες που αποτυπώνονται στους χώρους κοινωνικής διάδρασης, και χαράσσει τη συλλογική μνήμη μιας γλωσσικής κοινότητας. Άλλοι γνωστικοί μηχανισμοί που ευνοούν τους ιδιωτισμούς είναι η μεταφορά και η μετωνυμία. Επίσης, νέοι ιδιωτισμοί γεννούνται διαρκώς, από τα ίχνη και τα υπολείμματα σε διάφορα περιβάλλοντα αλληλεπίδρασης ανθρώπων. Σε κοινότητες που έχουν φορτιστεί πολιτισμικά ενδέχεται να παρουσιαστούν ζώνες σημασιολογικής αδιαφάνειας σε ξένους ομιλητές.

Χρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιδιωτισμοί αφορούν την καθομιλουμένη και την επικαιρότητα σε οικείο επίπεδο προφορικού λόγου. Είναι λεκτικές μονάδες που είναι φορείς πολιτισμικών στοιχείων και χρησιμοποιούνται ευρέως στον δημοσιογραφικό λόγο. Οι ιδιωτισμοί δεν απαντούν σε επίσημα επίπεδα λόγου, όπου συναντούμε συνάψεις λόγου.

Τροποποιήσεις στη χρήση:

  • Ποικιλίες

Σημειώνονται δύο περιπτώσεις ποκιλίας. Η πρώτη αφορά παραλλαγές στο ρήμα, στο ουσιαστικό και τα ελεύθερα στοιχεία. Επίσης, προσθήκες, αλλαγή στη σειρά όρων και συνδυασμό ουδετέρων στοιχείων. Η δεύτερη περίπτωση, αφορά αφαίρεση τμήματος του ιδιωτισμού.

  • Η Ανάπλαση

Αφορά τροποποιήσεις στον συντακτικό άξονα παγιωμένων εκφράσεων, π.χ.: για λογοπαίγνια. Αποπαγίωση και συμβατική πολυτυπία κειμενικού λόγου.

  • Η Παρετυμολογία

Ασυνείδητη ψυχογλωσσική διαδικασία.

  • Οι Ξένοι Ομιλητές

Η εκμάθηση ιδιωματισμών αποτελεί κριτήριο, εκτός από γλωσσικής επάρκειας, και διαπολιτισμικής.

Μορφολογία, γραμματική και ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μορφολογία:

Το θέμα της λέξης ιδιωτ- συναντάται στη λέξη ιδιωτεία στο λεξικό του Χένρι Λίντελ και του Σκοτ [3] ως: σκαιότητα, φορτικότητα, έλλειψη ανατροφής, το οποίο εντοπίζεται σε αρχαίο κείμενο του Λουκιανός. Σύμφωνα με τη γραμματική [4] του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, η κατάληξη -ισμός φανερώνει: θεωρία ή ουσιαστικό. Για παράδειγμα: κοσμοπολίτης-κοσμοπολιτισμός.

  • Γραμματική:

Δείτε στο Βικιλεξικό: Ιδιωτισμός Αναφορές σε λεξικά: Λεξικό ΑΠΘ: σελ.:607. Λεξικό Μπαμπινιώτη [5].

  • Ετυμολογία:

Η λέξη ιδιωτισμός προέρχεται από το λατινικό "idiotismus" (ηλιθιότητα) που έχει ελληνική ρίζα και σημαίνει τακτική ή χυδαία γλώσσα.

  • Ιστορική αναφορά

Το θέμα της λέξης πρωτοεμφανίστηκε σε κείμενο του Λουκιανού[6].

Λογοτεχνία, μετάφραση, συγκριτική γλωσσολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιδιωτισμοί είναι πανταχού παρόντες στην λογοτεχνία και οι χειρισμοί τους από τους συγγραφείς έχουν απασχολήσει την ακαδημαϊκή κοινότητα. Μετάφραση: Για την μετάφραση των ιδιωτισμών χρησιμοποιούμε μεθόδους που απαντούν και στην μετάφραση ιδιωτικών εκφράσεων. Συγκριτική γλωσσολογία: Οι ιδιωτισμοί υπάρχουν σε πολλές γλώσσες και η σύγκριση τους μέσω της μεταφραστικής μετάγγισης, απασχολεί τους γλωσσολόγους.

Διάκριση από τους υπόλοιπους λεξικούς συνδυασμούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάκριση γίνεται βάση των εξής κριτηρίων:[7]

  1. Καθιέρωση: εξοικείωση φυσικού ομιλητή
  2. Σταθεροποίηση: παγιότητα του λόγου
  3. Μη συνθετικότητα: το νόημα δεν προκύπτει από την ίδια τη φράση

Παραδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «μαλλιά κουβάρια»
  • «σιγά τα λάχανα!»
  • «μου πήρες τ’ αφτιά!»
  • «μου έκανες την καρδιά περιβόλι!»

Συνώνυμα και αντώνυμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνώνυμα:

  • ιδιολεξίες
  • φρικαλεότητα
  • ειδεχθής

Αντώνυμα:

  • Κυριολεξία

Για την αγγλική: για ιδιωτεία : amentia, imbecility, ignorance.

Δάνεια και αντιδάνεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ιταλική: idiotismo Την Γαλλική: Idiotisme Την Αγγλική: Idiotism , idiotic [8] Την Ισπανική: Idiotismo Την Ολλανδική: (het) Idiotisme

Ψευδόφιλες λέξεις: Για την αγγλική: Idem (idem sonans)[9], Idle [10].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. greek-language.gr, ιδιωτισμός
  2. ΑΠΘ, διατριβή, σελ 12
  3. Λεξικό Λίντελ και Σκοτ, σελ.:612
  4. Γραμματική Νέας Ελληνικής, σελ.: 133
  5. Μπαμπινιώτης Γ. (2002). Λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  6. Λίντελ και Σκωτ
  7. ΑΠΘ, διατριβή, σελ 13
  8. Michigan Press: σελ.:317
  9. Λεξικό Νομικών Ορών, Σταμέλου, Χατζημανώλη,
  10. Λεξικό Ελληνοαγγλικό Michigan Press, σελ.:317

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]