Μαρούλι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μαρούλι
Μαρούλι
Μαρούλι
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτών
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Αστερώδη (Asterales)
Οικογένεια: Σύνθετα (Compositae)
Γένος: ΙLactuca (Lactuca)
Είδος: L. sativa
Διώνυμο
Lactuca sativa
L.
Μαρούλι

Το μαρούλι (Lactuca sativa, Λακτούκη η ήμερος) είναι ετήσιο, ποώδες φυτό γρήγορης ανάπτυξης της οικογένειας των σύνθετων. Καλλιεργείται από τους Ρωμαϊκούς χρόνους και η προέλευση του είναι η Ασία. Αναφέρεται από τον Ηρόδοτο, τον Θεόφραστο και τον Διοσκορίδη με το όνομα "θριδακίνη" και "θρίδαξ".[1]

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ρίζα του είναι πασσαλώδης με μήκος έως μισό μέτρο. Τα φύλλα του βγαίνουν από το βλαστό που είναι κοντός, χρώματος ανοικτοπράσινου ή βαθυπράσινου. Τα μαρούλια είναι λεία, στρογγυλά ή κατσαρά.

Η άνθηση του μαρουλιού γίνεται σταδιακά και οι καρποί του βγαίνουν 10-15 μέρες μετά την άνθηση. Τα μαρούλια πολλαπλασιάζονται με σπόρο. Η σπορά γίνεται σε φυτώρια και σε 15 περίπου μέρες τα φυτάρια είναι έτοιμα για μεταφύτευση. Ευδοκιμεί σε δροσερές θερμοκρασίες και δεν αντέχει στη ζέστη. Στην Ελλάδα καλλιεργείται από το φθινόπωρο μέχρι την Άνοιξη, και το καλοκαίρι σε ψυχρότερα κλίματα. Για την επιτυχία στην καλλιέργεια πρέπει να υπάρχει αρκετή εδαφική υγρασία, καλός φωτισμός και δροσερές νύχτες.

Κατανάλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μαρούλι τρώγεται ωμό, σκέτο ή σε σαλάτες αλλά και μαγειρεμένο με κρέας (φρικασέ).

Οι Η.Π.Α έχουν τη μεγαλύτερη παραγωγή στον κόσμο, ακολουθούν η Κίνα, η Ισπανία και ο Καναδάς. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται 19.000 στρέμματα περίπου και η ετήσια παραγωγή φτάνει τους 25.000 τόνους.

Βοτανικές ποικιλίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πάρα πολλές ποικιλίες μαρουλιού που μπορούν να διακριθούν σε 4 βοτανικές ποικιλίες.

  • Ο φυλλώδης τύπος, στον οποίο τα φύλλα σχηματίζονται σαν ρόδα και δεν έχουν κεφαλή. Φύονται κατά δεκάδες και ανανεώνονται όταν τα πρώτα φύλλα κοπούν. Είναι κατσαρά ή μοιάζουν με της βελανιδιάς. Το χρώμα τους είναι πράσινο, ανοιχτό πράσινο ή και κόκκινο.

Στον τύπο αυτό ανήκουν οι ποικιλίες σαλάτες Νεαπόλεως, αντιδομάρουλα και τα κοινά μαρούλια.

  • Ο κεφαλωτός τύπος, με παχιά, μαλακά φύλλα που σχηματίζουν μία συμπαγή κεφαλή. Οι ποικιλίες εδώ είναι τα κόκκινα κλειστά μαρούλια, Μπατάβια, Σαλαμάνδρα, Νιού Γιορκ Ιμπέριαλ και άλλες.
  • Ο τύπος μαρουλιού-σπαραγγιού με στενά φύλλα και παχύ σαρκώδη βλαστό. Οι ποικιλίες αυτού του τύπου καλλιεργούνται στην Ασία κυρίως για τους βλαστούς τους.
  • Ο τύπος ρωμάνα με λεία σκληρά και ανορθωμένα φύλλα που σχηματίζουν ψηλή κεφαλή. Έχουν πολύ λεπτή γεύση και η υφή τους είναι τραγανή. Εδώ έχουμε τις ποικιλίες Σκουροπράσινο, λευκό Παρισιού και Κωνσταντινούπολης.

Διατροφική αξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διατροφική αξία του μαρουλιού ποικίλλει ανάλογα με την ποικιλία. Το μαρούλι γενικά παρέχει μικρές ποσότητες φυτικών ινών, μερικούς υδατάνθρακες, λίγες πρωτεΐνες και ίχνη λίπους. Τα σημαντικότερα θρεπτικά συστατικά του είναι η βιταμίνη Α και το κάλιο. Η βιταμίνη Α προέρχεται από β-καροτένιο, του οποίο αν και έχει κίτρινο-πορτοκαλί χρώμα δεν ξεχωρίζει λόγο του πράσινου χρώματος της χλωροφύλλης. Το β-καροτένιο, μετατρέπεται σε βιταμίνη Α στο ανθρώπινο σώμα. Όσο πιο σκούρο πράσινο, τόσο περισσότερο β-καροτένιο έχει.[2]

Το μαρούλι, με εξαίρεση την ποικιλία iceberg, είναι επίσης μια μέτρια καλή πηγή βιταμίνης C, ασβεστίου, σιδήρου και χαλκού. Οι νευρώσεις παρέχουν διαιτητικές ίνες, ενώ οι βιταμίνες και τα μέταλλα συγκεντρώνονται στο λεπτό τμήμα των φύλλων.[2]

Ακολουθεί πίνακας με την περιεκτικότητα σε θερμίδες και συστατικά, για ποσότητες 36 (αντιστοιχούν σε ένα φλιτζάνι μαρούλι ωμό, τεμαχισμένο) και 100 γραμμαρίων.[3][4]

Επεξηγήσεις: Μ.Μ. = Μονάδες Μέτρησης, gr = γραμμάριο, mgr = 1/1000 γραμμάριο, mcg = το ένα εκατομμυριοστό () του γραμμαρίου, IU = (International Unit) μονάδα μέτρησης στην φαρμακολογία για κάποιες ουσίες και διαφέρει ανάλογα με την ουσία και DV = (Daily Value) είναι το ποσοστό στην ημερήσια θρεπτική αξία για διατροφή 2000 θερμίδων την ημέρα.

Ο πίνακας είναι ενδεικτικός λόγο των διαφορών από ποικιλία σε ποικιλία.[5]

Περιεκτηκότητα 36 γρ.       DV 100 γρ.       DV M.M.
Θερμίδες 5,4 15,0 Kcal
Λιπαρά 0,1 0% 0,2 0% gr
Υδατάνθρακες 1,0 0% 2,9 1% gr
Προτεΐνες 0,50 1% 1,36 3% gr
Φυτικές ίνες 0.5 2% 1,3 5% gr
Βιταμίνη Β1 (Θειαμίνη) 0,025 2% 0,070 5% mgr
Βιταμίνη Β2 (Ριβοφλαβίνη) 0,029 2% 0,080 5% mg
Βιταμίνη Β6 (Πυριδοξίνη) 0,032 2% 0,090 4% mg
Βιταμίνη Α 2665 53% 7405 148% IU
Βιταμίνη C 3,3 6% 9,2-18,0 15% mgr
Βιταμίνη Κ 45.5 57% 126,0 158% mcg
Ασβέστιο (Ca) 12,96 6% 36,00 4% mgr
Σίδηρος (Fe) 0,31 2% 0,86 5% mgr
Μαγγάνιο (Mn) 0,09 4% 0,25 12% mgr
Νάτριο (Na) 10 0% 28 1% mgr
Νερό 34,19 94,98 gr

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (Αγγλικά) Perseus: Liddell-Scott Dictionary, Αρχειοθέτηση 08/10/2018. Ανάκτηση 08/10/2018.
  2. 2,0 2,1 (Αγγλικά) «Lettuce-Nutritional Value» από University of Illinois Extension. Αρχειοθετήθηκε 07/10/2018. Ανακτήθηκε 07/10//2018.
  3. (Αγγλικά) «Nutritional Value - Lettuce, raw, green leaf» από nutritionvalue.org. Αρχειοθετήθηκε 08/10/2018. Ανακτήθηκε 08/10//2018.
  4. (Αγγλικά) «Lettuce, green leaf, raw Nutrition Facts & Calories» από nutritiondata.self.com. Ανακτήθηκε 04/10//2018.
  5. (Αγγλικά) M. Bunning and P. Kendall (2012). «Salad Greens: Health Benefits and Safe Handling» από Colorado State University Extension. Ανακτήθηκε 08/10//2018.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]