Μανόν Λεσκώ (μυθιστόρημα)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μανόν Λεσκώ, η πρώτη σελίδα του έργου

Η Μανόν Λεσκώ είναι αφηγηματικό έργο του αββά Πρεβώ. Δημοσιεύτηκε στο Άμστερνταμ το 1731 και περιλαμβάνεται στον έβδομο τόμο των Αναμνήσεων ενός ευγενούς του οποίου αποτελεί μέρος. Ο πλήρης τίτλος της έκδοσης αυτής ήταν Histoire du chevalier des Grieux et de Manon Lescaut (Ιστορία του ιππότη ντε Γκριέ και της Μανόν Λεσκώ). Δημοσιεύτηκε μεμονωμένα στο Παρίσι την ίδια χρονιά. Η γαλλική κυβέρνηση απαγόρευσε το έργο αλλά «το Παρίσι ξετρελάθηκε μ’ αυτό το μυθιστόρημα. Οι άνθρωποι τρέχαν να το αγοράσουν [τις παράνομες εκδόσεις του] λες κι ορμούσανε στη μάχη». Το 1753 η Μανόν κυκλοφόρησε σε νέα έκδοση εμπλουτισμένη με ένα σημαντικό επεισόδιο.

Το έργο είναι τρόπον τινά η αυτοβιογραφία του αββά Πρεβώ : Ο ήρωάς του, ο ιππότης ντε Γκριέ, προοριζόταν κι αυτός για ιερωμένος κι έχει τον ίδιο ανήσυχο χαρακτήρα με τον συγγραφέα του.

Περίληψη του έργου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μαρκήσιος ντε Χ., αφηγητής (και υποτίθεται συγγραφέας) των Αναμνήσεων ενός ευγενούς, ταξιδεύοντας προς την Χάβρη συναντά ένα όχημα με δώδεκα πόρνες που πρόκειται να μεταφερθούν στην Αμερική. Τις ακολουθεί ένας νέος, απελπισμένος γιατί δεν έχει χρήματα για να συνταξιδεύσει με μιαν από τις γυναίκες, την Μανόν, ο ιππότης ντε Γκριέ. Ο μαρκήσιος, συγκινημένος, του δίνει τα απαραίτητα χρήματα και δύο χρόνια αργότερα δέχεται την επίσκεψη του ιππότη που του διηγείται την ιστορία του.

Ο ιππότης ντε Γκριέ, ένας υποδειγματικός νέος που δεν ήξερε τι θα πει γυναίκα και προοριζόταν για το εκκλησιαστικό στάδιο, συναντά την δεκαπεντάχρονη Μανόν Λεσκώ που οι δικοί της σκόπευαν να κλείσουν σε μοναστήρι. Αλληλαπάγονται και συζούν στο Παρίσι. Οι δικοί του τον ανακαλύπτουν, φροντίζουν να συλληφθεί από την αστυνομία και τον γυρίζουν σπίτι. Όταν μαθαίνει ότι η Μανόν έγινε ερωμένη ενός πλουσίου, απελπίζεται και δέχεται να γίνει αββάς. Δυο χρόνια αργότερα, όταν ο ντε Γκριέ δίνει εξετάσεις στην Σορβόννη, συναντά και πάλι την Μανόν και πάλι αλληλαπάγονται.

Ζουν ζωή πολυτελή στο Παρίσι με τα χρήματα που είχε πάρει η Μανόν από τον εραστή της αλλά ληστεύονται κι ο ντε Γκριέ γίνεται χαρτοκλέφτης για να επαρκέσει στις τρελές δαπάνες της Μανόν. Τον ληστεύουν και πάλι και η Μανόν γίνεται ερωμένη ενός φιλήδονου γέρου «για να κάνει τον ιππότη της πλούσιο κι ευτυχισμένο». Προσπαθούν να εξαπατήσουν τον εραστή της Μανόν, ανακαλύπτονται και κλείνεται αυτός σε μοναστήρι κι αυτή στο νοσοκομείο των πορνών. Μετά από ένα φόνο και πολλές δωροδοκίες δραπετεύουν κι ορκίζονται αιώνια πίστη.

Αλλά τα χρήματά τους τελειώνουν και η Μανόν γίνεται ερωμένη ενός πλουσίου νέου. Ο πατέρας του ντε Γκριέ πετυχαίνει την εξορία της στην Λουιζιάνα κι ο ντε Γκριέ, με χρήματα που του έδωσε ο μαρκήσιος την ακολουθεί στο ίδιο πλοίο. Όταν φτάνουν στην Νέα Ορλεάνη ζουν σεμνά και ήσυχα αλλά ο γιος του κυβερνήτη την ερωτεύεται. Ο ντε Γκριέ τον σκοτώνει σε μονομαχία και δραπετεύουν στην έρημο όπου η Μανόν πεθαίνει από τις κακουχίες. Ο ντε Γκριέ την θάβει και γυρίζει στην Γαλλία, όπου αφηγείται στον μαρκήσιο την ιστορία του.

Επίδραση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μυθιστόρημα αυτό ήταν η αρχή των romans larmoyants, των δακρύβρεκτων μυθιστορημάτων, που συγκινεί μέχρι σήμερα παρ’ όλο που μιλά για μιαν εταίρα κι ένα απατεώνα. Η επίδρασή του στους μεταγενέστερους ( Ρουσσώ στην Νέα Ελοΐζα του, Ντιντερό στα δακρύβρεκτα δράματά του, Μπερναρντέν ντε Σαιν-Πιέρ στο ιδεαλιστικό και εξιδανικευμένο έργο του Παύλος και Βιργινία, Δουμά υιό στην Κυρία με τας καμελίας) ήταν τεράστια. Συγκινούν επίσης οι οπερατικές μεταφορές του έργου (Ντανιέλ Ωμπέρ : Manon Lescaut, 1856 - Ζυλ Μασνέ : Manon, 1884 -Τζάκομο Πουτσίνι : Manon Lescaut, 1893)