Μανιτούλιν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η θέση του Μανιτούλιν στις Μεγάλες Λίμνες

.

Το Μανιτούλιν (Manitoulin Island) είναι νησί στη λίμνη Χιούρον, το οποίο υπάγεται στην επαρχία Οντάριο του Καναδά. Με έκταση 2.766 km², το Μανιτούλιν είναι το μεγαλύτερο νησί μέσα σε λίμνη παγκοσμίως (δεύτερο έρχεται το Ρενέ-Λεβασέρ με 2.020 km², στην τεχνητή λίμνη). Είναι τόσο μεγάλο, ώστε το ίδιο έχει στο εσωτερικό του περισσότερες από 100 λίμνες. Επίσης, παρουσιάζει αρχαιολογικό ενδιαφέρον, με ίχνη ανθρώπινης κατοικήσεως από το 10.000 μέχρι το 2000 π.Χ..[1]

Το όνομα της νήσου προέρχεται, μέσω της γαλλικής γλώσσας, από το όνομα που του είχαν δώσει οι Ινδιάνοι Οντάουα: Manidoowaaling,[2], που σημαίνει «σπηλιά του πνεύματος» και προήλθε από ένα υποβρύχιο σπήλαιο, όπου λεγόταν ότι ζούσε ένα ισχυρό πνεύμα.[3] Τον 19ο αιώνα το «λ» των Οντάουα προφερόταν ως «ν», οπότε η ίδια λέξη έδωσε το όνομα για την κωμόπολη Manitowaning (σήμερα Ασίγκινακ), που βρίσκεται στο νησί, κοντά στο υποβρύχιο σπήλαιο-κατοικία του πνεύματος κατά τον θρύλο. Το σημερινό όμως όνομα των Οντάουα για τη νήσο Μανιτούλιν είναι Mnidoo Mnis, δηλαδή «Νήσος του Πνεύματος».[4]

Γεωγραφία και γεωλογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θέα από το μονοπάτι πεζοπορίας της κορυφής «Φλιτζάνι και πιατάκι»

Το Μανιτούλιν χωρίζει το μεγάλο μέρος της λίμνης Χιούρον (στα νότια και δυτικά του) από τον Γεωργιανό Κόλπο στα ανατολικά του και τον «Βόρειο Δίαυλο» στα βόρειά του.

Το ίδιο το νησί έχει πάνω του 108 λίμνες, όλες με γλυκό νερό, κάποιες από τις οποίες διαθέτουν τα δικά τους μικρά νησιά και αρκετά από αυτά τα «νησιά μέσα στο νησί» έχουν τις δικές τους λιμνούλες! Η Λίμνη Μανιτού, με έκταση 104 km², είναι η μεγαλύτερη λίμνη πάνω σε λιμναίο νησί στον κόσμο[5], ενώ το Νησί των Θησαυρών στη λίμνη Μιντεμόγια του Μανιτούλιν είναι το μεγαλύτερο νησί μέσα σε λίμνη λιμναίου νησιού στον κόσμο.[5] Η λίμνη Μιντεμόγια (έκταση 38,7 km²) είναι η τρίτη σε έκταση λίμνη του νησιού, με μεγαλύτερες τις Μανιτού και Καγκαουόνγκ (Kagawong, 55,56 km²). Υπάρχει επίσης η «Ανώνυμη Λίμνη» (αγγλ. «Nameless Lake»), η μόνη από τις 108 στην οποία απαγορεύονται τα πλεούμενα με μηχανή.

Το νησί Μανιτούλιν έχει επίσης 4 αξιοσημείωτα ποτάμια. Αυτά είναι τα (ομώνυμα των λιμνών του) ποτάμια Καγκαουόνγκ, Μανιτού και Μιντεμόγια, καθώς και το Blue Jay Creek. Αποτελούν τόπους αναπαραγωγής για τον σολομό και την πέστροφα.

Παρά το ότι πολιτιστικά και διοικητικά ανήκει στο Βόρειο Οντάριο, το νησί είναι από φυσιογραφικής και γεωλογικής πλευράς μέρος του Νότιου Οντάριο, μία «προς ανατολάς επέκταση των Εσωτερικών Πεδιάδων, χαρακτηριζόμενη από χαμηλό ανάγλυφο και ιζηματογενές υπόστρωμα». Το νησί αποτελείται κυρίως από δολομιτικό πέτρωμα, καθώς αποτελεί συνέχεια της Χερσονήσου Μπρους της λίμνης Χιούρον και της ρηγματογενούς κρημνώδους ασυνέχειας του Νιαγάρα (Niagara Escarpment, η οποία εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιοανατολικότερα δημιουργεί τους ομώνυμους καταρράκτες και καταλήγει στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης). Η υψηλότερη κορυφή του νησιού, η «Φλιτζάνι και πιατάκι» (αγγλ. The Cup and Saucer) που βρίσκεται στην κορυφογραμμή της ασυνέχειας, παρέχει θέα του νησιού.

Οι άνθρωποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί Μανιτούλιν έχει δύο δήμους («Northeastern Manitoulin and the Islands» και «Gore Bay»), οκτώ κοινότητες (townships) και μια εξάδα περιοχών Ινδιάνων.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2016, ο πληθυσμός του νησιού ήταν 13.255 μόνιμοι κάτοικοι.

Φυλετικές ομάδες

  • 59% λευκοί
  • 40,6% Ινδιάνοι του Καναδά (First Nations)
  • 0,4% μαύροι (Αφροκαναδοί)

Θρησκευτικές ομάδες

Οι πιο συνηθισμένες μητρικές γλώσσες στο νησί το 2016 ήταν η αγγλική (80,8%), η οτζίμπουε (11,2%), η γαλλική (2,8%), η γερμανική (0,8%) και η οντάουα (0,8%).

Υπάρχει όλο το έτος οδική πρόσβαση στο Μανιτούλιν χάρη στη μιας λωρίδας γέφυρα του Λιτλ Κάρεντ, η οποία γεφυρώνει τον Βόρειο Δίαυλο. Επιπλέον, από τα τέλη Μαΐου μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου ένα πορθμείο εκτελεί καθημερινά δρομολόγια μεταξύ του Τομπερμόρι στο άκρο της Χερσονήσου Μπρους και του Σάουθ Μπέιμάουθ (της κοινότητας Tehkummah). Ο πάγος της λίμνης τον χειμώνα αποτρέπει τα δρομολόγια το υπόλοιπο έτος.

Το έδαφος του Μανιτούλιν είναι σχετικώς αλκαλικό, κάτι που δεν ευνοεί την τυπική βλάστηση του Βόρειου Οντάριο, όπως είναι τα blueberries, αλλά επιτρέπει την ευδοκίμηση του ιδιαίτερου γνωρίσματος του νησιού, των hawberries. Αυτοί οι καρποί είναι τόσο διακριτικά γνωρίσματα του τόπου, ώστε οι κάτοικοι που έχουν γεννηθεί πάνω στο νησί αναφέρονται και με το παρατσούκλι «Haweaters». Κάθε Αύγουστο διοργανώνεται στο Μανιτούλιν το ομώνυμο Φεστιβάλ, που προσελκύει αρκετούς τουρίστες.

Αρχαιολογία και ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1952 ο αρχαιολόγος Τόμας Ε. Λη ανεκάλυψε πάνω στο νησί Μανιτούλιν την προϊστορική τοποθεσία Sheguiandah. Εκεί με ανασκαφές βρήκε τεχνουργήματα της Παλαιοϊνδιανικής και της αρχαϊκής περιόδου, χρονολογούμενα πριν από το 10.000 π.Χ. και ίσως φθάνοντα έως και το 28.000 π.Χ..[1] Πρόσθετες έρευνες διεξάχθηκαν κατόπιν από μια ομάδα του Εθνικού Μουσείου του Καναδά υπό τον ίδιο αρχαιολόγο.[6] Το ενδιαφέρον του κοινού για τα ευρήματα ήταν τόσο μεγάλο, ώστε η κυβέρνηση της Επαρχίας Οντάριο νομοθέτησε το 1953 για την προστασία των αρχαιολογικών τόπων της νήσου.[7]

Μια άλλη ομάδα πραγματοποίησε ανασκαφές και πάλι τη δεκαετία του 1990, εφαρμόζοντας νέες μεθόδους βοτανολογικής και άλλης επιστημονικής αναλύσεως. Κατέληξε ότι η θέση είχε ηλικία τουλάχιστον 9.500 έτη, κάτι που την καθιστά μία από τις σημαντικότερες σε όλο το Οντάριο.[8]

Το νησί θεωρείται ιερό από όσους Ινδιάνους αυτοαποκαλούνται «άνθρωποι των Τριών Φωτιών». Αυτή η χαλαρή ενότητα αποτελείται από τις φυλές Οτζίμπουε, Οντάουα και Παταουάτομι.

Ο Βόρειος Δίαυλος, μεταξύ της νήσου και της βόρειας ακτής της λίμνης Χιούρον, ήταν μέρος του δρομολογίου των Γάλλων εμπόρων γουναρικών για τη Λίμνη Σουπίριορ. Ο πρώτος γνωστός Ευρωπαίος που εγκαταστάθηκε στο νησί ήταν ο πατήρ Ιωσήφ-Αντώνιος Πονσέ (Joseph-Antoine Poncet de la Rivière, 1610-1675), ένας Γάλλος Ιησουίτης ιερέας, που ίδρυσε μια ιεραποστολή κοντά στους Ινδιάνους Wiikwemkoong το 1648. Οι Ιησουίτες ονόμασαν το νησί «Isle de Ste-Marie». Ωστόσο οι ντόπιοι Ινδιάνοι υπέφεραν από τις λοιμώδεις νόσους που έφεραν μαζί τους οι Ευρωπαίοι.

Επιπλέον, τα «Πέντε Έθνη» των Ινδιάνων Ιροκέζων άρχισαν επιδρομές στο νησί προκειμένου να ελέγξουν το εμπόριο γούνας με τους Γάλλους. Ως μέρος των λεγόμενων «Πολέμων των καστόρων», οι Ιροκέζοι έδιωξαν τους ντόπιους Ινδιάνους από το Μανιτούλιν (περ. 1650). Σύμφωνα με την προφορική παράδοση των τελευταίων, για να εξαγνίσουν το νησί από τις ασθένειες, έκαψαν τους καταυλισμούς τους καθώς έφευγαν. Το νησί παρέμεινε σχεδόν ακατοίκητο επί σχεδόν 150 χρόνια.

Οι ντόπιοι Ινδιάνοι (Οντάουα, Οτζίμπουε και Παταουάτομι) άρχισαν να επιστρέφουν στο νησί μετά τον War of 1812 μεταξύ Βρετανίας και ΗΠΑ (ο Καναδάς ήταν τότε βρετανική αποικία). Το 1836 οι Ινδιάνοι αυτοί ήρθαν σε συμφωνία με τη Μεγάλη Βρετανία να της παραχωρήσουν τα εδάφη τους και η βρετανική κυβέρνηση να τα διαφυλάξει ως καταφύγιο των Ινδιάνων. Το 1838 ο ιερέας Ζαν-Μπατίστ Προυλξ (Proulx) ξαναδημιούργησε μια Ρωμαιοκαθολική ιεραποστολή, την οποία ανέλαβαν οι Ιησουίτες το 1845.

Το 1862, η κυβέρνηση άνοιξε για πρώτη φορά το νησί για εγκατάσταση και μη Ινδιάνων, κατόπιν της Συμφωνίας της Νήσου Μανιτούλιν. Ο αρχηγός της φυλής Wikwemikong δεν αποδέχθηκε αυτή τη συμφωνία και έτσι το καταφύγιο της φυλής του παρέμεινε όπως είχε μέχρι σήμερα. Στις 7 Αυγούστου 1975 αυτό το «Wikwemikong Unceded Indian Reserve» διετύπωσε τη διεκδίκησή του στην κυριαρχία των νησιών στο ανατολικό άκρο του Μανιτούλιν «και στα περιβάλλοντα ύδατα».[9]

Αξιοσημείωτα πρόσωπα που γεννήθηκαν στο νησί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τουριστικά αξιοθέατα και τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Καταρράκτες του Νυφικού Πέπλου
  • Παραλία του Κόλπου Πρόβιντενς
  • Πινακοθήκη Mishibinijima (ιδιωτική)
  • Παρατηρητήριο του Ακρωτηρίου των 10 μιλίων
  • Μονοπάτι της κορφής «Φλιτζάνι και πιατάκι» (Cup and Saucer Trail)
  • Λιμάνι και εξέδρα του Λίτλ Κάρεντ
  • Μονοπάτι Great Spirit Circle


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Lee, Thomas E. (1954): «The First Sheguiandah Expedition, Manitoulin Island, Ontario», American Antiquity, τόμος 20:2, σελ. 101. Ανακτήθηκε στις 13 Απριλίου 2010.
  2. Pentland, David (1978). Cowan, W., επιμ. Papers of the Ninth Algonquian Conference. Ottawa: Carleton University. 
  3. Smith, Theresa (1995). The Island of the Anishnaabeg: Thunderers and Water Monsters in the Traditional Ojibwe Life-World. University of Idaho Press. σελίδες 135, 185 κ.ά. ISBN 9780893011710. 
  4. Valentine, Randolph (2001). A Nishnaabemwin Reference Grammar. University of Toronto Press. ISBN 9780802083890. 
  5. 5,0 5,1 «The Island and Lake Combination». Ανακτήθηκε στις 1 Μαρτίου 2010. 
  6. Lee, Robert E.: κεφ. 2 στο The Sheguiandah Site: Archaeological, Geological and Paleobotanical Studies at a Paleoindian Site on Manitoulin Island, Ontario, επιμ. Patrick Julig, Canadian Museum of Civilization, Τορόντο 2002, ISBN 0-660-18755-8
  7. Lee, Thomas E.: «The Second Sheguiandah Expedition, Manitoulin Island, Ontario», American Antiquity τόμ. 21:1 (1955), σελ. 63, ανακτ. 13 Απριλίου 2010
  8. Julig, Patrick & Peter Storck: κεφ. 4 και 5 στο The Sheguiandah Site
  9. «Wikwemikong History». Manitoulin Island. Manitoulin Island. 7 Αυγούστου 1975. Ανακτήθηκε στις 26 Νοεμβρίου 2013. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Manitoulin Island της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).