Μανγκούπ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ερείπια του φρουρίου.

Το Μανγκούπ (ουκρανικά: Мангуп‎, ρωσικά: Мангуп‎, κριμαϊκά ταταρικά: Mangup ), επίσης γνωστό ως Μανγκούπ Καλέ (kale σημαίνει "φρούριο" στα τούρκικα), είναι ιστορικό φρούριο στην Κριμαία, το οποίο ευρίσκεται επί ενός οροπεδίου σε απόσταση περίπου 14 χιλιομέτρων στα ανατολικά της Σεβαστούπολης (πρώην Χερσονήσου).

Κατά τον πρότερο Μεσαίωνα ήταν γνωστό υπό την ονομασία Δόρος ή Δόρυ από τους Βυζαντινούς,[1] ενώ αργότερα έλαβε την κιπτσακική ονομασία Μανγκούπ.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τον Βυζαντινό ιστορικό του 6ου αιώνα, Προκόπιο τον Καισαρέα, η περιοχή του Δόριου ή Δόρεος εποικίστηκε από Οστρογότθους, οι οποίοι αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τον Θεοδώριχο τον Μέγα στην εισβολή του στην Ιταλία στην διάρκεια της δεκαετίας του 490, σηματοδοτώντας την απαρχή των Κριμαϊκών Γότθων και της πατρίδας τους, της Γοτθίας.[1] Αρχαιολογικές ανασκαφές απέδειξαν την ανέγερση Χριστιανικών βασιλικών, οχυρώσεων και σπηλαιωδών οικισμών (πέραν του Μανγκούπ, επίσης στο Εσκί Κερμέν κτλ.) κατά την διάρκεια του 6ου αιώνα.[1] Προς τα τέλη του 7ου ή στις αρχές του 8ου αιώνα, μια νέα επισκοπή, η Μητρόπολη Δόρεος, ιδρύθηκε στην περιοχή.[1] Η Κριμαϊκή Γοτθία κατακτήθηκε από τους Χαζάρους στις αρχές του 8ου αιώνα, ενώ αργότερα κατά την διάρκεια του 8ου αιώνα αποτέλεσε την εστία μιας ανεπιτυχούς εξέγερσης των Γότθων εναντίον των Χαζάρων, της οποίας ηγήθηκε ο Επίσκοπος Ιωάννης της Γοτθίας.

Ως αποτέλεσμα της κατάληψης από τους Χαζάρους, η ονομασία Δόρυ/Δόρος εξαφανίστηκε μετά τον 9ο αιώνα και αντικαταστήθηκε με το Μανγκούπ, η πρώτη αναφορά στο οποίο γίνεται προς το 960, αν και θεωρείται η πρότερη μεσαιωνική ονομασία να διασώθηκε υπό την μορφή παραφθοράς εντός της ονομασίας του Πριγκιπάτου της Θεοδωρούς, το οποίο υφίστατο στην περιοχή κατά την διάρκεια του Ύστερου Μεσαίωνα.[1] Στα μέσα του 10ου αιώνα, οι Κριμαϊκοί Γότθοι ήσαν βασσάλοι των Χαζάρων,[1] προτού τεθούν υπό την επιρροή μεταξύ τους ανταγωνιζόμενων δυνάμεων: των Ρως του Κιέβου και της φυλετικής συνομοσπονδίας των Κιπτσάκων. Η πόλη επλήγη σε σημαντικό βαθμό από έναν σεισμό στην διάρκεια του 11ου αιώνα, ωστόσο πέτυχε να διατηρήσει την αυτονομία της κατά την διάρκεια της κατάκτησης της Κριμαίας από τους Μογγόλους, αν υποχρεώθηκε στην καταβολή φόρου υποτέλειας προς τον Μέγα Χάνο.

Προς το 1223, οι πόλεις της Γοτθίας θεωρείται πως υπήρξαν φόρου υποτελείς προς την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας,[1] ενώ προς τα τέλη του 13ου/αρχές του 14ου αιώνα το Μανγκούπ κατέστη πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Θεοδωρούς, του οποίου η εξουσιάζουσα τάξη διατηρούσε τις βυζαντινές παραδόσεις και την χρήση της ελληνικής γλώσσας.[1] Η εξουσιάζουσα δυναστεία, η οποία καταγόταν από την περιοχή της Τραπεζούντας, ονομαζόταν Γαβράς (στα ελληνικά) ή Τσόουρα (στα τούρκικα). Κατά τα τέλη του 14ου αιώνα, ένας κλάδος της δυναστείας μετανάστευσε στην Μόσχα, όπου και ίδρυσε το Μοναστήρι Σιμόνοφ. Οι Χοβρίν, όπως έγιναν στην συνέχεια γνωστοί, ήσαν κληρονομικοί θησαυροφύλακες της Μοσχοβίας. Στην διάρκεια του 16ου αιώνα, μετέτρεψαν το όνομά τους σε Γκολοβίν.

Μεταξύ του 1395 και του 1404, η Θεωδορώ ευρισκόταν υπό τον έλεγχο του Τιμούρ, ωστόσο ο πρίγκιπάς της, Αλέξιος, πέτυχε να ανακτήσει την ανεξαρτησία του μετά τον θάνατο του Τιμούρ, ενώ οι διάδοχοί του την διατήρησαν έως την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1475.[1] Το 1475, ο Στέφανος Γ΄ της Μολδαβίας απέστειλε τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Γαβρά, στο Μανγκούπ με στόχο την αντικατάσταση του τοπικού άρχοντα ο οποίος καταγόταν από την οικογένεια των Γαβράδων, ενώ ήταν αδερφός του ίδιου του Αλέξανδρου και, ταυτόχρονα, βασσάλος των Οθωμανών. Τον Μάιο του ιδίου έτους, ο Οθωμανός διοικητής Γκεντίκ Αχμέτ Πασά κατέλαβε την Κάφφα, ενώ προς τα τέλη του ιδίου έτους, έπειτα από διάρκειας πέντε μηνών πολιορκίας του Μανγκούπ, η πόλη έπεσε στα χέρια του κατακτητή. Ενώ το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου της Κριμαίας παρέμεινε τμήμα του Κριμαϊκού Χαγανάτου, πλέον βασσάλου των Οθωμανών, τα πρώην εδάφη της Θεοδωρούς, καθώς και η Νότια Κριμαία διοικούνταν απευθείας από την Υψηλή Πύλη.

Η αναπόφευκτη παρακμή της πόλης συνεχίστηκε. Το 1774, το φρούριο εγκαταλείφθηκε από την οθωμανική φρουρά του. Οι τελευταίοι κάτοικοι, μια ολιγομελής κοινότητα Καραϊτών, εγκατέλειψαν την συγκεκριμένη τοποθεσία στην διάρκεια της δεκαετίας του 1790.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 Pritsak, Omeljan (1991). «Dory». Στο: Kazhdan, Alexander, επιμ. The Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford University Press, σσ. 654–655. ISBN 978-0-19-504652-6. 

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Συντεταγμένες: 44°35′40″N 33°48′28″E / 44.59444°N 33.80778°E / 44.59444; 33.80778

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Mangup της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).