Μήνυση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η μήνυση[1] [2] είναι ένας από τους τρόπους καταγγελίας (γνώσης του τελούμενου εγκλήματος) [3]αυτεπαγγέλτως διωκόμενου εγκλήματος (ποινικά αξιόποινης πράξης), η οποία υποβάλλεται ενώπιον του εισαγγελέα πλημμελειοδικών καθώς και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους ( αστυνομία) είτε από τον ίδιο τον μηνύοντα είτε από τον δικηγόρο με ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο φέρει τη γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα. Αν η μήνυση υποβληθεί σε ανακριτικό υπάλληλο, τότε αυτός οφείλει να τη διαβιβάσει χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο για την ποινική δίωξη εισαγγελέα ή δημόσιο κατήγορο (άρθ. 46 και 42 παρ. 2,3 ΚΠΔ)[4] . Το άρθρο 42 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ορίζει <Εκτός από αυτόν που αδικήθηκε, και οποιοσδήποτε άλλος έχει το δικαίωμα να καταγγείλει στην αρχή τις αξιόποινες πράξεις που διώκονται αυτεπαγγέλτως, τις οποίες πληροφορήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο>.

Η διάκριση της μηνύσεως από την έγκληση[5] συνίσταται στο ότι η έγκληση είναι η καταγγελία διαπραττόμενου εγκλήματος στις αρμόδιες ως άνω αρχές 1. από τον αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθόντα (άρθ. 118 παρ. 1 Π.Κ.), δηλαδή τον φορέα του έννομου αγαθού, που προστατεύεται απο την οικεία ποινική διάταξη και προσβάλλεται αντίστοιχα με την εγκληματική πράξη π.χ. ο υβρισθείς στην εξύβριση, ο τραυματισθείς στη σωματική βλάβη και 2. απο τον αδικηθέντα, δηλαδή αυτόν που ζημιώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο άμεσα απο το έγκλημα, ο οποίος δεν είναι όμως και ο παθών π.χ. ο ψευδώς καταμηνυθείς στην ψευδή καταμήνυση (άρθρο 229 Π.Κ.) (βλ. ποινικό δικονομικό δίκαιο, Αργύριου Καρρά) .

Η προθεσμία για την υποβολή της εγκλήσεως στα κατ' έγκληση διωκόμενα εγκλήματα είναι 3 μήνες από την ημέρα που o παθών έλαβε γνώση για την τέλεση εις βάρος του της πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε (άρθρο 117 παρ. 1 Π.Κ.). Στα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα, τα οποία τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, η πράξη παραγράφεται εντός 5 ετών από της τελέσεώς της, οπότε θα πρέπει να επιδοθεί κλητήριο θέσπισμα εντός της προθεσμίας των 5 ετών από της τελέσεως της πράξεως.

Στο Ποινικό Δίκαιο μόνος αρμόδιος για την υποβολή μιας υπόθεσης σε δικαστική κρίση με την άσκηση της ποινικής δίωξης είναι ο Εισαγγελέας για κακουργήματα ή πλημμελήματα και ο Δημόσιος κατήγορος για τα πταίσματα.

Αρμόδια Δικαστήρια είναι τα Ποινικά Δικαστήρια, ενώ οι δράστες τιμωρούνται με τις ποινές της φυλάκισης, της κάθειρξης, της χρηματικής ποινής ή/και του προστίμου.



  1. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας. άρθρο 42. 
  2. Ποινικά Χρονικά 1979. ΔιατΕισΕφΛαρ 57/1978. 
  3. Καρράς, Αργύριος (1993). Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, σελ. 281. 
  4. Μαργαρίτης, Λάμπρος (1197). Εφαρμοσμένη Ποινική Δικονομία. Αθήνα. 
  5. Ποινικός Κώδικας. άρθρα 117, 118, 119, 120. https://www.poinikoskodikas.gr/#pk117.