Κωνσταντίνος Ουμβερτόπουλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κωνσταντίνος Ουμβερτόπουλος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση11ος αιώνας
Θάνατος1112
Χώρα πολιτογράφησηςΒυζαντινή Αυτοκρατορία
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμισθοφόρος
στρατιωτικός[1]

Ο Κωνσταντίνος Ουμβερτόπουλος († 1112) ήταν Βυζαντινός στρατηγός, νορμανδικής καταγωγής, στενός συνεργάτης του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανήκε στην δεύτερη γενιά των Φράγκων μισθοφόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: πιστεύεται πως ήταν υιός του Υμπέρ ντε Ωτβίλ[2], πατρίκιου, στρατηγού και δομέστικου των Νούμερων προς το 1050, καθώς και ανιψιός του Ρομπέρ Γκισκάρ. Ο Κωνσταντίνος ήταν αξιωματικός υπό τον Νικηφόρο Βοτανειάτη, του οποίου και διοίκησε τα φράγκικα τάγματα. Νυμφεύθηκε με Βυζαντινή γόνο σημαντικής οικογένειας και αφομοιώθηκε στην πολιτική και στρατιωτική ζωή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: κατά την περίοδο της εξέγερσης του Αλέξιου, κατείχε τον υψηλόβαθμο τίτλο του πρωτονωβελίσσιμου ή εκείνον του σεβαστού.

Ο Αλέξιος πέτυχε να τον πείσει να συμμετάσχει στο πραξικόπημα του 1081. Πλέον, ήταν ένας εκ των κυριότερων στρατιωτικών διοικητών του βασιλέα. Ήταν διοικητής των στρατευμάτων των Φράγκων μισθοφόρων στην μάχη του Δυρραχίου (15 Οκτωβρίου 1081), η οποία ολοκληρώθηκε με την συντριβή των στρατευμάτων του Αλέξιου από τους Νορμανδούς του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου. Κατά το φθινόπωρο του 1086, μετά την ήττα στην Μπελατιόβα από τους Πετσενέγους, ήταν στον Κωνσταντίνο Ουμβερτόπουλο, τότε κυβερνήτη της Κυζίκου, που ο Αλέξιος ανέθεσε να βαδίσει με τα φράγκικα στρατεύματά του εναντίον της Αδριανούπολης, προκειμένου να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο, μαζί με τον Τατίκιο. Παρέμεινε κυβερνήτης της πόλης μετά την αποχώρηση των Πετσενέγων[3]. Ήταν ένας εκ των πολλών Βυζαντινών υψηλόβαθμων αξιωματούχων, οι οποίοι κατάγονταν από την Δυτική Ευρώπη, κάτι που καταδεικνύει και την εμπιστοσύνη που έδειχνε ο Αλέξιος στους Δυτικούς οι οποίοι ευρίσκονταν στην υπηρεσία του[4].

Ηγήθηκε των ίδιων αυτών στρατευμάτων τον Απρίλιο του 1091 στην μάχη του Λεβουνίου, όπου και οι Βυζαντινοί νίκησαν τους Πετσενέγους. Λίγο καιρό αργότερα, συμμετείχε σε συνωμοσία εναντίον του Αλεξίου, χωρίς, ωστόσο, να είναι γνωστά τα βαθύτερα αίτια της πράξης του αυτής. Πιθανότερο θεωρείται να εκτιμούσε πως οι υπηρεσίες του προς την Αυτοκρατορία δεν είχαν ανταμειφθεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Υπέστη, τότε, τον « θρίαμβο της διαπόμπευσης » (γένι και μαλλιά ξυρισμένα εντός του ιπποδρόμου), ωστόσο σύντομα έλαβε συγχώρεση για την πράξη του αυτή: έλαβε μέρος στην σύνοδο των Βλαχερνών, έλαβε εκ νέου υψηλό αξίωμα, ενώ έλαβε τον τίτλο του σεβαστού το 1094 ως επιστέγασμα της μακράς θητείας του στην υπηρεσία των Βυζαντινών[5].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 20  Ιουνίου 2019.
  2. (Αγγλικά) Humbert de Hauteville sur Medieval Lands
  3. Malamut 2007, σελ. 113.
  4. Malamut 2007, σελ. 455.
  5. Malamut 2007, σελ. 301-302.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Cheynet, Jean-Claude (1996). Pouvoir et contestations à Byzance (963-1210). Byzantina Sorbonensia. Paris: Publications de la Sorbonne. ISBN 978-2-85944-168-5. 
  • Malamut, Elisabeth (2007). Alexis Ier Comnène. Ellipses. 
  • (Αγγλικά) William B. McQueen, Relations between the Normans and Byzantium, 1071-1112, Byzantion, 1986.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Constantin Humbertopoulos της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).