Κολλυβάδες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι Κολλυβάδες ήταν μέλη ενός κινήματος εντός της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που ξεκίνησε το δεύτερο μισό του δέκατου όγδοου αιώνα στην μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους και το οποίο αγωνίστηκε για την αποκατάσταση των παραδοσιακών πρακτικών σε αντίθεση με αδικαιολόγητες καινοτομίες[α] και το οποίο μετατράπηκε απροσδόκητα σε κίνημα πνευματικής αναγέννησης. Οι Κολλυβάδες υπήρξαν ο αντίποδας των ευρωπαϊστών, δηλαδή των επηρεασμένων από τις αρχές του Διαφωτισμού και του Εγκυκλοπαιδισμού.

Κόλλυβα

Το όνομα του κινήματος προέρχεται από τα κόλλυβα (βρασμένο σιτάρι) που χρησιμοποιούνται για την τέλεση των μνημοσύνων. Οι υποστηρικτές του κινήματος ήταν Αθωνίτες μοναχοί που ήταν αυστηρά προσκολλημένοι στην Ιερή Παράδοση και επέμεναν ότι τα μνημόσυνα δεν πρέπει να τελούνται τις Κυριακές, γιατί αυτή είναι η ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, αλλά το Σάββατο, που είναι η συνηθισμένη ημέρα για να τιμάται η μνήμη των νεκρών. Ήταν επίσης υπέρ της συχνής λήψης της Θείας Κοινωνίας και εξασκούσαν την αδιάκοπη προσευχή της καρδιάς.

Οι όροι «Κολλυβάδες», «Κολλυβισταί» και «Σαββατιανοί» ήταν επίθετα που αρχικά χρησιμοποιούνταν σαρκαστικά ως προσβολές, ωστόσο με την πάροδο του χρόνου έγιναν τίτλος τιμής[2]. Επικεφαλής του κινήματος ήταν ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης (1713-1784), ο Άγιος Μακάριος Νοταράς (1731-1805), ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809), και ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1722- 1813).

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αρχή της έριδας τοποθετείται στο έτος 1754[3]. Τότε οι μοναχοί της Σκήτης της Αγίας Άννας, που είχαν αυξηθεί πολύ, αποφάσισαν να γκρεμίσουν το παλιό τους «κυριακό» (κεντρικό ναό), το οποίο είχε χτιστεί με προσωπικές δαπάνες του πρώην Πατριάρχη Διονυσίου Γ΄ που εφησύχαζε εκεί, και να οικοδομήσουν νέο. Για να βρουν τα απαραίτητα χρήματα έκαναν έκκληση για δωρεές, στην οποία ανταποκρίθηκε πλήθος δωρητών από όλη την Ανατολή[4]. Για όλους αυτούς γίνονταν αγρυπνίες και μνημόσυνα με κόλλυβα κάθε Σάββατο, όπως συνηθιζόταν στο Άγιο Όρος. Σύντομα όμως ο κατάλογος επεκτάθηκε τόσο πολύ και οι ακολουθίες με την ανάγνωση των ονομάτων διαρκούσαν τόσο πολύ, που οι μοναχοί δεν προλάβαιναν να πάνε στις Καρυές, όπου κάθε Σάββατο γινόταν το παζάρι, στο οποίο πουλούσαν τα εργόχειρά τους. Έτσι, για όσο χρόνο χτιζόταν το κυριακό, οι μοναχοί αποφάσισαν να εργάζονται έξι ημέρες και να κάνουν τα μνημόσυνα των δωρητών την Κυριακή, μετά την Λειτουργία.

Η απόφαση δεν βρήκε σύμφωνους όλους τους μοναχούς της σκήτης, οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Η έριδα πολύ γρήγορα επεκτάθηκε σε όλο το Άγιο Όρος. Η μία παράταξη (οι Κολλυβάδες) πίστευε ότι τα μνημόσυνα έπρεπε να τελούνται μόνο το Σάββατο και όχι τις Κυριακές και δεσποτικές γιορτές, η δε άλλη (οι αντι-Κολλυβάδες) ότι δεν ήταν αντίθετο στην παράδοση να τελούνται μνημόσυνα και τις Κυριακές. Μεγάλη εχθρότητα αναπτύχθηκε μεταξύ των ομάδων και γρήγορα διαφάνηκε ότι, πέραν της αφορμής που ήταν η ημέρα τέλεσης των μνημοσύνων, τα αίτια ήταν βαθύτερα και αφορούσαν την αντιπαράθεση συντηρητικών και μεταρρυθμιστών με ζητούμενο την επιστροφή στην αρχαία παράδοση ή την πρσαρμογή στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες[5].

Η έριδα, λόγω αυτού του υποβάθρου, βάθυνε και εκτός του ότι έκανε το θέμα των μνημοσύνων μείζον δογματικό ζήτημα, επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα, όπως την συχνότητα με την οποία θα πρέπει να λαμβάνεται η Θεία Κοινωνία από κληρικούς και λαϊκούς. Όπως και άλλες έριδες, προκλήθηκε και εμβαθύνθηκε και αυτή στην βάση γενικής αμάθειας[6], διήρκεσε σχεδόν εξήντα χρόνια και κατέληξε στο να ειπωθούν και τερατολογίες[7].

Η πρώτη παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο ζήτημα των μνημοσύνων της Κυριακής έγινε το 1772 με επιστολή του Πατριάρχη Θεοδόσιου Β΄, στην οποία δήλωνε ότι όσοι έκαναν μνημόσυνα το Σάββατο ακολουθούσαν την αρχαία παράδοση, ενώ εκείνοι που τα τελούσαν τις Κυριακές «οὐχ ὑπέκεινται κρίματι»[2][8]. Αφού απέτυχε αυτή η απόπειρα συμφιλίωσης, Θεοδόσιος Β΄ ή ο διάδοχός του Πατριάρχης Σαμουήλ Α΄ Χαντζερής (1773–1774) εξέδωσε Συνοδική Εγκύκλιο[β] (1773), με την οποία παροτρύνει τους μοναχούς να ακολουθούν την πρακτική του μοναστηριού τους στο θέμα των μνημοσύνων και να αποφύγουν τις διαμάχες με άλλους για το ζήτημα αυτό. Και αυτή η συμβιβαστική παρέμβαση που στόχευε στη συμφιλίωση των δύο ομάδων, απέτυχε[2].

Ακολούθησε Σύνοδος, η οποία συνεκλήθη το 1774 στη Μονή Κουτλουμουσίου, στο Άγιο Όρος, με εντολή του Πατριάρχη Σαμουήλ Χαντζερή. Συμετείχαν σε αυτήν οι εφησυχάζοντες στο Άγιο Όρος πρώην Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε΄ και Αλεξανδρείας Ματθαίος, τέσσερις πρώην και δύο ενεργοί Μητροπολίτες, καθώς και δύο Επίσκοποι από την Θεσσαλονίκη. Παρευρέθηκαν επίσης περίπου διακόσιοι μοναχοί. Η Σύνοδος αποφάσισε ότι όσοι δεν αποδέχθηκαν την Συνοδική Εγκύκλιο του 1773 θα αναθεματιστούν και ζήτησε από το Πατριαρχείο να λάβει μέτρα. Παρά αυτήν την αυστηρή γλώσσα, η έριδα συνεχίστηκε[2].

Τελικά συνεκλήθη νέα Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη το 1776, υπό τον Πατριάρχη Σωφρόνιο Β΄, στην οποία παρευρέθηκε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και δεκαέξι άλλοι ιεράρχες. Οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι τα μνημόσυνα μπορούν να τελούνται είτε το Σάββατο είτε την Κυριακή, και ότι το ζήτημα δεν θα συζητηθεί περαιτέρω. Σε αυτή την Σύνοδο αφορίστηκαν, μεταξύ άλλων, ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Αργότερα βέβαια ήρθη ο αφορισμός[2].

Συχνότητα Θείας Κοινωνίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από το ζήτημα των μνημοσύνων, η έριδα επεκτάθηκε, όπως αναφέρθηκε, και στην ευχαριστιακή πνευματικότητα βάσει των αρχών που κήρυξαν οι Ησυχαστές του 14ου αιώνα. Το κίνημα των Κολλυβάδων αγωνίστηκε για την επανανακάλυψη της πατερικής θεολογίας και μιας λειτουργικής ζωής που περιελάμβανε συχνή συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία. Το κίνημα δέχθηκε επιθέσεις από πολλούς στο Άγιο Όρος και αλλού, οι οποίες πολλές φορές ξεπέρασαν κάθε όριο που θα περίμενε κανείς από μοναχούς και κληρικούς οποιασδήποτε τάξης.

Το 1819, μια Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη ενέκρινε τις απόψεις των Κολλυβάδων ότι η Ιερή Κοινωνία πρέπει να λαμβάνεται τακτικά από κληρικούς και λαϊκούς[10][γ].

Πρωταγωνιστές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κολλυβάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αντι-Κολλυβάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βησσαρίων εκ Ραψάνης († 1801)
  • Θεοδώρητων εξ Ιωαννίνων († 1823)

Υποσημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κατά τον Καθηγητή κ. Χρ. Γιανναρά, οι Κολλυβάδες συνιστούν «κίνημα αντίδρασης στον εκδυτικισμό και την αλλοτρίωση», που αποκαλύπτει «μιαν απροσδόκητη για την εποχή θεολογική εγρήγορση και επίγνωση των βιωματικών προτεραιοτήτων της Εκκλησίας»[1].
  2. Οι απόψεις για την πατρότητα της Εγκυκλίου αυτής διίστανται, καθώς είναι αχρονολόγητη και ανυπόγραφη[9]
  3. Το 1819, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ έγραψε στους μοναχούς του Αγίου Όρους ότι η Θεία Κοινωνία δεν θα πρέπει να λαμβάνεται σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, αλλά όταν κανείς νιώθει έτοιμος γι'αυτήν, κατόπιν εξομολόγησης και ετοιμασίας[11]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. π. Γεώργιος Μεταλληνός, «Η πρόκληση του διαφωτισμού και οι Κολλυβάδες», Πειραϊκή Εκκλησία, Ιούνιος 2009
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 The Kollyvades Movement and the Advocacy of Frequent Communion στο Hieromonk Patapios and Archbishop Chrysostomos. Manna from Athos: The Issue of Frequent Communion on the Holy Mountain in the Late Eighteenth and Early Nineteenth Centuries. Τόμ. II στη Σειρά Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών. Εκδ. Rev. Professor Andrew Louth και Professor David Ricks. Oxford: Peter Lang, 2006.
  3. Μπακούρος Βασίλειος, [http://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14041 Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Σαμουήλ Α΄ Χαντζερής ο βυζάντιος, σελ. 479
  4. Χαρίλαος Τζώγας, Η περί μνημοσύνων έρις εν Αγίω Όρει κατά τον ΙΗ’ αιώνα[νεκρός σύνδεσμος], σελ. 65
  5. Χαρίλαος Τζώγας, Η περί μνημοσύνων έρις εν Αγίω Όρει κατά τον ΙΗ’ αιώνα[νεκρός σύνδεσμος], σελ. 69
  6. Χαρίλαος Τζώγας, Η περί μνημοσύνων έρις εν Αγίω Όρει κατά τον ΙΗ’ αιώνα[νεκρός σύνδεσμος], σελ. 67
  7. Μπακούρος Βασίλειος, [http://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14041 Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Σαμουήλ Α΄ Χαντζερής ο βυζάντιος, σελ. 480
  8. Μπακούρος Βασίλειος, [http://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14041 Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Σαμουήλ Α΄ Χαντζερής ο βυζάντιος, σελ. 482
  9. Μπακούρος Βασίλειος, [http://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14041 Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Σαμουήλ Α΄ Χαντζερής ο βυζάντιος, σελ. 483
  10. Fr. Harry Linsinbigler. On the Church’s Guidelines for Holy Communion Αρχειοθετήθηκε 2019-11-20 στο Wayback Machine.. Modified from several issues of the Ukrainian Orthodox Word. 31 Αυγούστου 2007. Ανακτήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2011
  11. Constantine Cavarnos, Athanasios Parios. St. Macarios of Corinth: Archbishop of Corinth...an account of his life, character, and message, together with selections from three of his publications. Volume 2 of Modern Orthodox saints. Institute for Byzantine and Modern Greek Studies, 1977. σελ.21.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Kollyvades της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).