Κιθαιρών (μυθολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κιθαιρών (μυθολογία)
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα βασιλιάς των Πλαταιών

Στην ελληνική μυθολογία ο Κιθαιρών (Κιθαιρώνας) ήταν ένας βασιλιάς των Πλαταιών, από τον οποίο κατά την μυθολογία πήρε το όνομά του, το γειτονικό ομώνυμο βουνό Κιθαιρώνας. Ο Κιθαιρών βασίλευσε πριν από τον βασιλιά Ασωπό:

«Οι Πλαταιείς δεν αναγνωρίζουν άλλο βασιλιά εκτός από τον Ασωπό και τον Κιθαιρώνα πριν από αυτόν» (Παυσανίας, Θ΄ 1.1).

Ο Κιθαιρών είχε τη φήμη πολύ σοφού ανθρώπου και ο ίδιος ο θεός Δίας ζήτησε τη συμβουλή του για να ξαναφέρει την `Ηρα στον Όλυμπο (π.χ. Παυσανίας Θ΄ 3.1). Με τη συμβουλή του Κιθαιρώνος ο Δίας έφτιαξε ένα ξόανο (ξύλινο ομοίωμα) γυναίκας σκεπασμένο με πέπλο, μαζί με το οποίο περιφερόταν μέσα σε μία άμαξα που την έσερναν βόδια λέγοντας παντού ότι έπαιρνε ως σύζυγο την κόρη του Ασωπού Πλαταία. Η Ήρα, μαθαίνοντας αμέσως το γεγονός, έτρεξε από την Εύβοια όπου είχε καταφύγει, όρμησε στην άμαξα και τράβηξε απότομα το πέπλο από το ξόανο. Μόλις όμως είδε ότι όλα ήταν μια απάτη, γέλασε και συμφιλιώθηκε με τον Δία. Με αφορμή την παράδοση αυτή, οι Πλαταιείς εόρταζαν τα Δαίδαλα (τα Μικρά Δαίδαλα και τα Μεγάλα Δαίδαλα).

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Κιθαιρών ήταν ένας απλός αλλά πανέμορφος βοσκός, τον οποίο ερωτεύθηκε μία από τις Ερινύες, η Τισιφόνη. Επειδή όμως εκείνος την περιφρόνησε, η Τισιφόνη ξερρίζωσε ένα φίδι από τα μαλλιά της και του το έστειλε. Το φίδι σκότωσε τον Κιθαιρώνα.

Σε μία τρίτη παράδοση, ο Κιθαιρών ήταν άπληστος και κακούργος, που σκότωσε τον πατέρα του και αποπειρώθηκε να γκρεμίσει από ένα βράχο τον αδελφό του, τον Ελικώνα, ένα πολύ ήσυχο παιδί. Τότε οι θεοί μετεμόρφωσαν και τους δύο αδελφούς στα ομώνυμα βουνά. Ο Ελικών, που ήταν πράος, έγινε η κατοικία των Μουσών, ενώ ο Κιθαιρών, ως ασεβής και βίαιος, έγινε η κατοικία των Ερινύων.

Εξωτερικός σύνδεσμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969.