Καλλίξενος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Καλλίξενος
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 4ος αιώνας π.Χ.
Αθήνα
Χώρα πολιτογράφησης Αρχαία Αθήνα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Καλλίξενος ήταν ένας Αθηναίος πολιτικός που χαρακτηρίστηκε ως ακραίος και δημαγωγός στην πολιτική σκηνή κατά τα τέλη του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά όταν καταφρονήθηκε από τους συμπολίτες του αυτοκτόνησε με ασιτία.

Από την πολιτική και προσωπική ζωή του ελάχιστα είναι γνωστά πέραν του σοβαρού επεισοδίου μετά τη Ναυμαχία των Αργινουσών κατά το οποίο οι νικηφόροι στρατηγοί επανήλθαν στην Αθήνα και αντί να δοξαστούν καταδικάστηκαν σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες. Στην καταδίκη αυτή αντιτάχθηκαν τότε ο φιλόσοφος Σωκράτης και αρκετοί πολιτικοί που όρθωσαν το ανάστημά τους όσο σθεναρότερα μπορούσαν στις εντονότατες πιέσεις της κοινής γνώμης και στο ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα των ημερών. Αλλοι πολιτικοί όμως, μεταξύ των οποίων και ο Καλλίξενος, επεδίωξαν με πάθος και επέτυχαν την καταδίκη, είτε γιατί πράγματι πίστευαν πως έπρεπε να καταδικαστούν παραδειγματικά οι στρατηγοί, είτε για να γίνουν αρεστοί στο λαό.

Το κλίμα των ημερών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συγκεκριμένα οι οκτώ στρατηγοί και πολλοί ταξίαρχοι και κυβερνήτες και ναύαρχοι του στόλου τους όπως λέγονταν την εποχή εκείνη οι διάφοροι επιτελείς, καταδικάστηκαν σε θάνατο επειδή μετά τη νίκη τους κατά του σπαρτιατικού στόλου στις Άργινούσες, νησιά απέναντι από τη Λέσβο, κοτά στις ακτές της Μικράς Ασίας, δεν περισυνέλεξαν τους ναυαγούς όσο ήταν ακόμα ζωντανοί ή έστω τις σορούς τους αργότερα για να ταφούν ολοι αυτοί οι άνδρες στην πατρίδα τους. Υπολογίζεται ότι με τις 25 τριήρεις που έχασαν κατά τη ναυμαχία και ίσως κατά την τρικυμία που επακολούθησε, χάθηκαν τότε 5.000 άνδρες (200 - 220 ανά τριήρη).

Οι συγγενείς αυτών των ανδρών, πολλές χιλιάδες λαού και αυτοί, στην αρχή δέχτηκαν την επίσημη αιτιολογία των στρατηγών, ότι δηλαδή η κακοκαιρία ήταν απαγορευτική για τη διάσωση και οι σοροί είχαν σκορπιστεί στα παράλια της Μικράς Ασίας μέχρι τη Φώκαια, στο νότο, και ότι τα πλοία τους είχαν καταπονηθεί από τη ναυμαχία ενώ έπρεπε παράλληλα να καταδιώξουν τον σπαρτιατικό στόλο που διέφευγε μετά την ήττα του, καθώς και να σώσουν τον στρατηγό Κόνωνα που πολιορκείτο από άλλη μοίρα του σπαρτιατικού στόλου στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Αυτές οι πολλαπλές και εξίσου επείγουσες προσπάθειες μέσα στην τρικυμία, δεν μπορούσαν παρά να αποτύχουν. Αρχικά, ο λαός φάνηκε διαλλακτικός και όλα έδειχναν ότι υπήρχαν ελπίδες η υπόθεση να τελείωνε εκεί, αφού μάλιστα οι στρατηγοί ήταν νικητές, είχαν προσφέρει κάτι σπουδαίο στον τόπο και είχαν ρισκάρει και οι ίδιοι τις ζωές τους στη ναυμαχία για το καλό της Αθήνας.

Κύλικας που πιθανολογείται ότι αναπαριστά πομπή στην εορτή των Απατουριών. Χρονολογείται στο 480 π.Χ. και εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Κατά μια τραγική σύμπτωση όμως, μετά την πρώτη ημέρα της δίκης, έτυχε ημερολογιακά (αρχές Οκτωβρίου) μια λαϊκή εορτή, τα Απατούρια (λέξη που σήμαινε κοινοί πατέρες, φρατριά), ένα τριήμερο εκδηλώσεων αφιερωμένο στην οικογένεια, κατά την οποία τα αγόρια κυρίως απήγγειλαν και ποιήματα και έπαιρναν δώρα. Αυτή η ανθρώπινη γιορτή φόρτισε ξαφνικά και πάλι το κλίμα, γιατί η ψυχολογική συντριβή ήταν πολύ μεγάλη για τους χιλιάδες πατεράδες και μητέρες που δεν θα ξανάβλεπαν τα δικά τους αγόρια. Καθώς μάλιστα ήταν τρόπον τινά «η ημέρα της οικογένειας» και ήταν ουσιαστικά μια ημέρα αφιερωμένη στη συνεύρεση των οικογενειών, όσοι γενικώς είχαν χάσει δικούς τους, πένθησαν διπλά και δεν ήταν καθόλου λίγοι – αυτοί οι 5.000 που χάθηκαν, ήταν όλοι νέοι άνδρες, με γονείς και συζύγους και παιδιά και κατά συνέπεια είχαν κατά μέσο όρο 5 συγγενείς που ήταν άμεσα ενδιαφερόμενοι, δηλαδή 25.000 πολίτες. Η ατμόσφαιρα φορτίσθηκε εκ νέου και οι συγγενείς απαίτησαν εκδίκηση. Εμφανίστηκε τότε και ένας άντρας που είπε ότι ήταν ναυαγός και σώθηκε χάρη σε ένα βαρέλι και ότι εκείνοι που θαλασσοπνίγονταν δίπλα του, του φώναζαν αν σωθεί να πει στους Αθηναίους ότι εγκαταλείφθηκαν από τους στρατηγούς τους εκείνοι που πολέμησαν για τη νίκη τους. Αυτό όξυνε ακόμα περισσότερο τα πνεύματα.

Στη συνέλευση των πολιτών επικράτησαν οι κατάρες των συγγενών που απαιτούσαν δικαίωση για τους άταφους πολεμιστές της νίκης των στρατηγών -και οι πολιτικοί που συμφωνούσαν μαζί τους. Οι στρατηγοί, όσο τους επιτράπηκε να μιλήσουν -ελάχιστα όμως- επέμεναν ότι μετά τη νικη τους τα 2/3 του στόλου πήγε να απελευθερώσει τον Κόνωνα από τη Μυτιλήνη και το 1/3 έμεινε για να περισυλλέξει ναυαγούς και νεκρούς, αλλά δεν τα κατάφερε λόγω της τρικυμίας. Ο Καλλίξενος όμως όπως και άλλοι που έπαιρναν το μέρος όσων θρηνούσαν, επέμειναν ότι αρχικά οι στρατηγοί είχαν μιλήσει μόνον για την κακοκαιρία και δεν είχαν αναφέρει ότι είχαν αναθέσει σε κάποιους την περισυλλογή των νεκρών.

Αυτό ήταν αλήθεια, γιατί οι οκτώ στρατηγοί, διαισθανόμενοι εξ αρχής ότι θα είχε αντίκτυπο στην Αθήνα η μη διάσωση τόσων ανδρών, είχαν συμφωνήσει να μη ρίξουν τις ευθύνες στους δύο τριηράρχες στους οποίους πράγματι είχαν αναθέσει το έργο και να επωμισθούν όλοι μαζί την ευθύνη, αναφέροντας μάλιστα στην αναφορά τους ως αιτία του κακού την μοιραία κακοκαιρία. Αυτό το έκαναν κυρίως επειδή η ευθύνη αυτή είχε ανατεθεί στον Θηραμένη που ναι μεν δεν τα κατάφερε να τη φέρει σε πέρας λόγω καιρού, αλλά ήταν ιδιαίτερα ισχυρός πολιτικά και δεν ήθελαν να τον έχουν εχθρό τους. Εκ των υστέρων αποδειχθηκε ότι είχαν πολύ δίκιο στην αρχική τους εκτίμηση, μια που ο Θηραμένης ήταν και ο μόνος που κατάφερε να απεμπλακεί και να μην καταδικαστεί. Ομως μη γνωρίζοντας εξαρχής τι θα γινόταν εντέλει, πράγματι είχαν γράψει μια γενικότητα για τον καιρό και ο Θηραμένης είχε επιστρέψει μάλιστα στην Αθήνα ενώ εκείνοι συνέχιζαν την καταδίωξη των Σπαρτιατών.

Οταν αργότερα εν μέσω ναυμαχιών πληροφορήθηκαν ότι οι Αθηναίοι ήταν έξαλλοι, ότι τους είχαν καθαιρέσει και τους ανακαλούσαν σε δίκη, τότε έστειλαν δεύτερη διευκρινιστική επιστολή, στο περιεχόμενο της οποίας επέμειναν μέχρι τέλους, ότι ουδόλως είχαν αμελήσει τους νεκρούς ή ναυαγούς και ότι επί τούτου είχαν μεριμνήσει να μείνουν στις Αργινούσες υπό τον Θηραμένη πάνω από 50 τριήρεις ώστε να επιτελεστεί το συγκεκριμένο έργο.

Ο Καλλίξενος και ο Θηραμένης χαρακτήρισαν όλη αυτή τη συμπεριφορά ανακόλουθη και μείωσαν την αξιοπιστία των στρατηγών. Ο Καλλίξενος θεώρησε όπως και όσοι συμφωνούσαν με αυτόν, ότι κατά πάσα πιθανότητα οι στρατηγοί ειχαν προτιμήσει τη δόξα της νίκης από τη φροντίδα των συμπολεμιστών τους και αν δεν καταδικάζονταν, στο μέλλον κανείς στρατιώτης δεν θα πολεμούσε με ανδρεία. Καταλόγισε στους στρατηγούς ότι ακόμα κι αν ήταν αλήθεια πως άφησαν εκεί τριήρεις, ήταν εξίσου αλήθεια ότι δεν άφησαν ούτε έναν υπεύθυνο στρατηγό παρά μόνον τριηράρχες και ότι όλοι οι στρατηγοί έτρεξαν να δοξαστούν στις επόμενες ναυμαχίες, αδιαφορώντας για την εκτέλεση της αποστολής που υποστήριζαν ότι είχαν αναθέσει σε κατώτερούς τους ιεραρχικά κυβερνήτες. Οι στρατηγοί επέμειναν ότι οι τριηράρχες που ανέλαβαν τη διάσωση ήταν έμπειροι και είχαν υπάρξει στο παρελθόν στρατηγοί και οι ίδιοι (αναφέρονταν στον Θηραμένη) όμως τα λόγια τους έπεφταν στο κενό. Εμφανίστηκε και ένας άνδρας που είπε ότι ήταν ναυαγός αλλά είχε σωθεί με ένα βαρέλι και ότι όσοι θαλασσοπνίγονταν του φώναζαν, σε περίπτωση που σωνόταν, να έλεγε στην Αθήνα ότι οι στρατηγοί άφησαν να πνιγούν εκείνοι που πραγματικά είχαν φέρει τη νίκη με τον αγώνα τους.

Ο Ξενοφών[1] αποδίδει πολλά από αυτά σε σκευωρίες του ίδιου του Θηραμένη, ότι δηλαδή δωροδόκησε τον Καλλίξενο για ναπροωθήσει το θέμα προς πρόταση στη συνέλευση και ότι επειδή αλλαξονγώμισαν οι στρατηγοί και θα βρισκόταν κατηγορούμενος, φρόντισε να στηρίξει όσο μπορούσε τις εις βάρος τους κατηγορίες, φέρνοντας ψευδομάρτυρες και βάζοντας ανθρώπους του να ντυθουν πένθιμα και να φωνάζουν για τη δικαίωση των αδικοχαμένων. Ο Donald Kagan και πολλοί άλλοι ιστορικοί όμως πιστεύουν ότι ήταν τόσο φορτισμένο το κλίμα εναντίον των στρατηγών ούτως ή άλλως, που ο Θηραμένης δεν χρειαζόταν να κάνει το παραμικρό.

Ανεξαρτήτως αυτού, όταν στη διάρκεια της συνέλευσης ο Σωκράτης πήρε θέση υπέρ του να γίνει νόμιμη δίκη και να μην ακολουθηθούν συνοπτικές διαδικασίες, πήρε το λόγο και ο Ευρυπτόλεμος που είπε ότι όσοι φέρνουν παράνομες εισηγήσεις (π.χ. ο Καλλίξενος και οι άλλοι οργίλοι πολιτικοί) θα έπρεπε να πάνε κατηγορούμενοι γι' αυτό. Τότε ο Καλλίξενος και όσοι συμφωνούσαν με αυτόν είπαν ότι απεναντίας το δίκαιο είναι να πάνε συγκατηγορούμενοι των στρατηγών όσοι τους υπερασπίζονται, και τότε ο Ευρυπτόλεμος σίγησε και απέμεινε μόνον ο Σωκράτης, που τελικά μειοψήφισε. Η πρόταση του Καλλίξενου πέρασε[2] γιατί συν τοις άλλοις δεν ήταν απόλυτα παράνομη, δηλαδή είχαν ξαναγίνει μαζικές δίκες και καταδίκες και το επιχείρημα του Σωκράτη και του Ευρυπτόλεμου στόχο εστιαζόταν στο ηθικό σκέλος του νόμου παρά στο τυπικό γράμμα του νόμου της εποχής εκείνης. Οι έξι στρατηγοί που ήταν παρόντες, όπως και άγνωστος αριθμός κατώτερών τους αξιωματικών, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν.

Οι οκτώ στρατηγοί ήταν ο Θράσυλλος, ο Ερασινίδης, ο Περικλής, γιο του Περικλή και της Ασπασίας, ο Διαμέδων, ο Λυσίας, ο Αριστοκράτης, ο Πρωτόμαχος και ο Αριστογένης -οι δύο τελευταίοι γλίτωσαν γιατί δεν παρουσιάστηκαν στη δίκη. Οι δύο άνδρες που γλίτωσαν και δεν τους απαγγέλθηκαν καν κατηγορίες ενώ τους είχε ανατεθεί να περισυλλέξουν τους νεκρούς ήταν οι τριηράρχες Θηραμένης και ο Θρασύβουλος.

Μεταστροφή των Αθηναίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οπως είχε προβλέψει ο Ευρυπτόλεμος οι Αθηναίοι μετάνιωσαν για την απόφασή τους και προσήγαγαν αργότερα σε δίκη τον Καλλίξενο με την κατηγορία ότι εξαπάτησε το λαό. Αυτό όμως συνέβη μετά την ήττα της Αθήνας στους Αιγός Ποταμούς, όταν ο λαός κατάλαβε ότι είχε σκοτώσει τους καλύτερους στρατηγούς του και αποφάσισε να αναζητήσει ευθύνες σε εκείνους που τον παρέσυραν στη λαθεμένη απόφαση. Ο Καλλίξενος τότε φυλακίστηκε και ξέροντας ότι θα καταδικαζόταν, προσπάθησε και κατάφερε να δραπετεύσει. Μη αντέχοντας μακριά από την πατρίδα του, όμως, μόλις δόθηκε αμνηστεία το 403 π.Χ. επανήλθε στην Αθήνα και προσπάθησε να αναμιχθεί ξανά στην πολιτική. Τότε όμως διαπίστωσε ότι τον απεστρόφονταν όλοι και μη αντέχοντας αυτή την περιφρόνηση σταμάτησε να τρώει και πέθανε από ασιτία.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ξενοφώντος Ελληνικά, Βιβλίο πρώτο, κεφάλαιο 7, εδάφια 9 και 10
  2. "The School of History: Athens in the Age of Socrates" του Mark Henderson Munn, σελ. 186