Κάστρο του Μανιάκη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κάστρο του Μανιάκη
Castello Maniace1.jpg
ΕίδοςHohenstaufen castle in Southern Italy
Γεωγραφικές Συντεταγμένες37°3′13″N 15°17′43″E
Διοικητική υπαγωγήΣυρακούσες
ΧώραΙταλία
Έναρξη κατασκευής1038
ΧρηματοδότηςΦρειδερίκος Β΄ Χοενστάουφεν

Το Κάστρο του Μανιάκη (ιταλικά : Castello Maniace) είναι ένα από τα πιο σημαντικά μνημεία της Σουηβικής περιόδου στις Συρακούσες της Ιταλίας και ένα από τα πιο όμορφα κάστρα του Φρειδερίκου[1].

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο χώρο όπου βρίσκεται το κάστρο υπήρχαν οχυρώσεις από την εποχή των Βυζαντινών, δεδομένου ότι είναι στρατηγικής σημασίας για την άμυνα της περιοχής και του λιμένα της πόλης[2]. Αναφέρεται ότι το 1038 ο Βυζαντινός διοικητής Μανιάκης από τον οποίο πήρε το όνομά του το κάστρο, το κατασκεύασε για να υπερασπιστεί το λιμάνι της Ορτυγίας κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής εκστρατείας του[3]. Λίγα χρόνια αργότερα οι Άραβες το πήραν, όπως και τις Συρακούσες, μέχρι το 1087 όταν νικήθηκαν και εκδιώχθηκαν από τους Νορμανδούς. Υπάρχουν ωστόσο εμφανή ίχνη προηγούμενων κατασκευών[2].

Το αρχικό σημερινό κάστρο οφείλεται στον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β΄ ο οποίος ανέθεσε την κατασκευή στον αρχιτέκτονα Ρικάρντο ντα Λεντίνι μεταξύ 1232 και 1239[4], λίγο μετά την επιστροφή του από τη σταυροφορία στους Αγίους Τόπους. Χτίστηκε το ίδιο χρονικό διάστημα μαζί με άλλα κάστρα του Φρειδερίκου στη Σικελία και τη νότια Ιταλία[2]. Η ομοιότητα είναι αρχιτεκτονική μαρτυρία του γεγονότος αυτού[5] . Πέρασε στα χέρια των Ανδηγαυών και το 1266 δέχθηκε επίθεση και καταλήφθηκε από τους Συρακούσιους στην εξέγερση τις 11 Απριλίου 1282. Το 1302 ο Φρειδερίκος της Αραγωνίας εκεί υπέγραψε την ανακωχή με τους Ανδηγαυικούς[2].

Εσωτερική άποψη αίθουσας του κάστρου

Το 1321 αποτέλεσε την έδρα του κοινοβουλίου της Σικελίας κι εκεί ο Φρειδερίκος Γ΄της Αραγωνίας το συγκάλεσε για να τιμωρήσει τον γιο και κληρονόμο του Αλφόνσο Γ΄ της Αραγωνίας. Στο 1325 ο Πέτρος Β΄ της Αραγωνίας ανακατασκεύασε τις τάφρους και κατασκεύασε δύο πύργους για υποστήριξη του κάστρου. Αργότερα αποτέλεσε κατοικία μελών της βασιλικής οικογένειας και δόθηκε προίκα στη βασίλισσα. από το 1305 έως 1536 αναφέρεται ιδιοκτησία των βασιλισσών Κωνσταντίας το 1362, της Μαρίας το 1399, της Λευκής το 1416 και τέλος της Τζερμάνας, δεύτερη σύζυγος του Φερδινάνδου του καθολικό. Το κάστρο αποτέλεσε την σκηνή της στάσης των βαρόνων των Συρακουσών που δεν αποδέχονταν το κοινοβούλιο και την κεντρική εξουσία. Στο 1448 ο Αλφόνσο ο μεγαλόψυχος έθεσε τέλος στην αναταραχή των βαρόνων κι έστειλε στις Συρακούσες στον Ιωάννη Βεντιμίλια όπου αποκεφάλισε 20 βαρώνους που διαφωνούσαν. Από το γεγονός τα δύο χάλκινα έμβολα στις πλευρές της πύλης που κοσμούσαν την πρόσοψη του κάστρου[2], (που αποδίδονται στον Μανιάκη) παραχωρήθηκαν από τον αντιβασιλέα στον Χιμένες Λόπες ντε Ουρέα που τα πήρε μαζί του στο Καστελμπουόνο. Μετά το θάνατό του, ο γιος του Αντόνιο τα τοποθέτησε να κοσμούν τον τάφο του πατέρα του[5].

Μετά το κάστρο μειώθηκε από βασιλική κατοικία με την κατασκευή στρατώνων και για το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου πέμπτου αιώνα το κάστρο χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή. Στα χρόνια μετά του 1535 ξεκίνησε η κατασκευή νέων οχυρώσεων και η αποκατάσταση ή ενίσχυση των υπαρχόντων και χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από αρχαία μνημεία[6]. Το 1540 έμεινε εκεί ο Αντρέα Ντόρια κατά τη διάρκεια της εκστρατείας που διοργανώθηκε από τον Κάρολο Ε΄ εναντίον των Μουσουλμάνων.

Στις 5 Νοεμβρίου 1704 το κτίριο ταρακουνήθηκε από έκρηξη της πυριτιδαποθήκης του. Στα νεότερα χρόνια υποβλήθηκε σε ανακατασκευή και διασκευή κατά την οποία απομακρύνθηκαν τα φθαρμένα τμήματα που κατεδαφίστηκαν από την έκρηξη κι έγινε επέκταση του ναυπηγείου, ενώ κατασκευάστηκαν και αποθήκες[7].

Η σημερινή είσοδος του κάστρου

Κατά την περίοδο του Ναπολέοντα το κάστρο ανέκτησε τις στρατιωτικές λειτουργίες του, ήταν εφοδιασμένο με όπλα και παρέμεινε έτσι σαν στρατώνας μέχρι το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τέλος, στο κατώφλι της νέας χιλιετίας και μετά από μια μακρά ανακαίνιση αποκρατικοποιήθηκε με το κλείσιμο των ιστορικών στρατώνων του και το μνημείο επέστρεψε σε δημόσια χρήση. Σήμερα στον χώρο γίνονται θεατρικές παραστάσεις στα πλαίσια του "Φεστιβάλ Ορτυγίας".

Το κάστρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο έχει τετράπλευρη δομή 51 μέτρα, σε κάθε πλευρά και περίπου 12 μέτρα ύψος [9]. Στις τέσσερις γωνίες του κτιρίου υπάρχουν τέσσερις κυλινδρικοί πύργοι που έχουν εισαχθεί αρμονικά στην τοιχοποιία.

Είναι προσβάσιμο μέσω της πύλης του πρώην "στρατοπέδου Αμπέλα". Διασχίζοντας το στην επόμενη αυλή είναι μια πέτρινη γέφυρα που στηρίζεται σε μια πύλη με στήλες στα πλευρά της ισπανικής εποχής (δέκατος έκτος αιώνα). Η γέφυρα αυτή αντικατέστησε την παλαιά κινητή ξύλινη γέφυρα που υπήρχε από την κατασκευή του και χώριζε το κάστρο από την νοτιότερη άκρη του νησιού της Ορτυγίας. Η μεγάλη τάφρος συμπληρώθηκε τον δέκατο έκτο αιώνα, συνέδεε το "μεγάλο λιμάνι" με την ανοιχτή θάλασσα και η γέφυρα αναδιπλωνόταν επιτρέποντας την καλύτερη άμυνα του κάστρου σε περίπτωση επίθεσης. Εκσκαφές γίνονται για τους αρχαιολογικούς σκοπούς κι έδειξαν ότι το αρχικό ύψος των τοιχωμάτων ήταν περίπου 18 μέτρα. Το μέσο πάχος του στα κύρια τοιχώματα είναι περίπου 3,5 μέτρα. Η κύρια πρόσοψη είναι προσανατολισμένη προς την Ορτυγία, η βόρειοανατολική πλευρά και η νοτιοδυτική κατά τη στιγμή της κατασκευής τους ήταν με θέα τη θάλασσα, και έτσι παρέμειναν μέχρι το δέκατο έκτο αιώνα όταν οι Ισπανοί ανήγειραν τις δύο αντίστοιχες αντηρίδες [8].

Αντίγραφο του ενός από τα δύο χάλκινα κριάρια του Μανιάκη. Από τα πρωτότυπα έχει διασωθεί μόνο το ένα που βρίσκεται στο Μουσείο Σαλίνας του Παλέρμο

Έρχεται σε αντίθεση με τη γενική εμφάνιση του έργου, κυρίως στρατιωτικά, η μαρμάρινη διακοσμημένη πύλη. Αν κι έχει διαβρωθεί από το χρόνο και έχει πληγεί από τη χρήση του σαν στρατόπεδο, μια σειρά από μαρμάρινους κίονες με κιονόκρανα με φύλλα εξακολουθούν να διατηρούνται.

Το όνομα του κάστρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο πήρε το όνομά του από τον Γεώργιο Μανιάκη, Βυζαντινό στρατηγό που το 1038 ανακατέλαβε την πόλη από τα χέρια των Αράβων, αλλά για σύντομο χρονικό διάστημα. Η κατάληψη των Συρακουσών από τους βυζαντινούς ήταν η αφορμή για την οικοδόμηση ενός οχυρού, που ονομάστηκε από τους ανθρώπους "Πύργος του Μανιάκη", το διακόσμησε με δύο χάλκινα κριάρια, ελληνιστικής εποχής, που έφερε μαζί του από την Κωνσταντινούπολη και είχαν τοποθετηθεί στην είσοδο του φρουρίου[8][9][10].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Danzuso, p. 106
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 2,4 Da "Il Castello Maniace" di Efisio Picone in galleria roma; il castello maniace Αρχειοθετήθηκε 2012-01-20 στο Wayback Machine.
  3. Storia della Sicilia, p. 18}}
  4. Francesco Abbate, Storia dell'arte dell'Italia meridionale vol. I, Donzelli, 1997, p. 241
  5. (a cura di) Gioacchino Di Marzo, Biblioteca storica e letteraria di Sicilia, vol. IX, p. 324, nota 1, in [1]
  6. Storia della Sicilia, pp. 176-177
  7. Regione Siciliana, Beni culturali, Castello maniace
  8. 8,0 8,1 «Galleria roma, Castello Maniace». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Ιανουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 2 Αυγούστου 2014. 
  9. Tommaso Fazello, Le due deche, pp.124-125|fazello}}
  10. Secondo altri studiosi si tratta di una "leggenda"; gli arieti sarebbero di fattura posteriore

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Κάστρο Maniac της Ιταλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).