Ινιάτσιο Μπουττίττα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ινιάτσιο Μπουττίττα
Ignazio-buttitta-1986.jpg
Γέννηση
Μπαγκερία
Θάνατος
Μπαγκερία
Υπηκοότητα Ιταλία
Ιδιότητα ποιητής και συγγραφέας
Commons page Wikimedia Commons

Ο Ινιάτσιο Μπουττίττα (Ignazio Buttitta, 19 Σεπτεμβρίου 18995 Απριλίου 1997) ήταν Ιταλός ποιητής.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ινιάτσιο Μπουττίττα γεννήθηκε στην Μπαγκερία, περιοχή του Παλέρμο στις 19 Σεπτεμβρίου το 1899 από μια οικογένεια εμπόρων.Ήταν το αγόρι από ένα ζευγάρι διδύμων, δόθηκε σε παραμάνα και πέρασε μια ανήσυχη παιδική ηλικία, από την οποία παραμένει η ηχώ στην ποίησή του. Ως παιδί, παίρνει το απολυτήριο δημοτικού, δουλεύει στο αλλαντοπωλείο του πατέρα. Το 1917 τον κάλεσαν για να υπηρετήσει τη θητεία του και με τα παιδιά του 99[3] συμμετέχει στην άμυνα του Πιάβε.

Επιστρέφοντας στη Σικελία συναναστρέφεται με τον Τζουζέπε Πιπιτόνε Φεντερίκο, τον Λουίτζι Νάτολι, τον Τζουζέπε Νικολόζι Σκαντούρα και πολλούς άλλους ποιητές και διανοούμενους της εποχής. To 1922, είναι ανάμεσα στους ιδρυτές της λέσχης πολιτισμού «Τζουζέπε Τουράτι», που δημοσιεύει την εβδομαδιαία εφημερίδα «φτωχός κόσμος». Την πρώτη Μαΐου του 1922 η Λέσχη προάγει μια μεγάλη διαδήλωση για να αποκτήσουν την εργατική ημέρα των οχτώ ωρών. Στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, παραμονή της Πορείας προς τη Ρώμη, ο Μπουττίττα είναι ο αρχηγός μιας λαϊκής εξέγερσης ενάντια στην σκλήρυνση των δημοτικών τελών, που του κοστίζει την κράτηση μαζί με άλλους συνεργάτες της εβδομαδιαίας εφημερίδας. Το 1924, με αφορμή τις εκλογές, παρουσιάζει τον κατάλογο του Σοσιαλιστικού Κόμματος[9], αλλά προσκολλήθηκε αμέσως μετά στο Κομμουνιστικό Κόμμα[10], στο οποίο αγωνίζεται ως το τέλος. Το 1923 βγαίνει η πρώτη συλλογή του με στίχους διαλέκτου: Σιντιμαντάλι, και το 1928 το ποίημα Μαραμπέντα. Φίλος του Βιντσέντσο Ντε Σιμόνε, συναναστρέφεται με τον Αλέσιο ντι Τζοβάνι, τον Φιλίπο Φικέρα, τον Αντόνιο Νέγκρι και τον Τζουζέπε Πενταλίνο. Από το 1927 είναι συνδιευθυντής, μαζί με τον Τζουζέπε Γκάντσι Μπατάλια[13] και τον Βιντσέντσο Γκουαρνάτσα[14], του μηνιαίου περιοδικού του Παλέρμο της λογοτεχνίας διαλέκτου «Λα Τρατσέρα», που καταργείται από το Καθεστώς. Διευρυμένο το πατρικό εμπόριο, γνωρίζει στο τρένο την μελλοντική του σύζυγο, μια δασκάλα δημοτικού, από την οποία έχει τέσσερα παιδιά. Ανάμεσα τους ο Αντονίνο, γνωστός ανθρωπολόγος, και ο Πιέτρο διάσημος δημοσιογράφος και συγγραφέας, πέθανε το 1994. Σ` αυτά τα χρόνια τα ποιήματα του δημοσιεύονται στην δεκαπενθήμερη νησιώτικη εφημερίδα «Το αναρχικό δειλινό», που κάτω από την ηγεσία του Πάολο Σκίκι[15] οδηγεί μια σφοδρή αντιφασιστική εκστρατεία, έπειτα σε παράνομες σελίδες.

Το 1943 αποφασίζει να μεταφερθεί στο Κοντόνιο, στη Λομβαρδία. Η εισβολή της Σικελίας από τους Συμμάχους τον αναγκάζει να επιστρέψει στο Νησί για να σώσει αυτό που παραμένει από την εμπορική του δραστηριότητα. Αναγκασμένος να παραμείνει στη Λομβαρδία, ασχολείται ενεργά με την αντάρτικη μάχη και συλλαμβάνεται δυο φορές. Μετά την Απελευθέρωση του, μπορεί επιτέλους να γυρίσει στη Σικελία. Εκεί βρίσκει τα περιοδικά και το σπίτι του λεηλατημένα. Αποφασίζει λοιπόν να γυρίσει στη Λομβαρδία, όπου τον περιμένουν η γυναίκα και τα παιδιά του. Ασκεί το επάγγελμα του αντιπροσώπου. Στη Λομβαρδία, έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τακτικά τον Κουασίμοντο και τον Βιτορίνι. Του Κουασίμοντο είναι η μετάφραση της συλλογής Τα ψωμιά ονομάζονται ψωμιά, που δημοσιεύτηκε το 1954. Μόνο στη μέση της δεκαετίας του πενήντα, επιστρέφει οριστικά στη Σικελία, και εγκαταστάθηκε στο χωριό όπου γεννήθηκε. Έχοντας εμπιστευτεί την εμπορική δράση σε τρίτους, μπορεί επιτέλους να αφιερωθεί στην ποιητική δημιουργία και να φέρει την ποίηση ανάμεσα στον κόσμο.

Η ποίηση του Μπουττίττα φτιάχτηκε για να απαγγέλλεται και να τραγουδιέται. Έχουν γίνει πάρα πολλές ερμηνείες στη Σικελία και στον κόσμο. Το 1956, με αφορμή το 3ο Εθνικό Συνέδριο Λαϊκής Kουλτούρας, δημοσιεύτηκε Θρήνος για το θάνατο του Τουρίντου Καρνιβάλι, γνωστό επίσης για την ερμηνεία που έδωσε ο αφηγητής Τσίτσο Μπουζάκα[19], και το 1963 η συλλογή Το τρένο των μόνων, συμπεριλαμβάνεται επίσης το ποίημα Η αληθινή ιστορία του Σαλβατόρε Τζουλιάνο[20]. Το 1963 αρχίζει η συνεργασία του με τον εκδοτικό οίκο Φελτρινέλι. Για τους τύπους του εκδοτικού οίκου του Μιλάνο θα δοθούν για εκτύπωση οι συλλογές Το καινούργιο δέρμα (1963), Το καμένο άχυρο (1968), Εγώ κάνω τον ποιητή (1972), Ο ποιητής στην πλατεία (1974), Μαύρες πέτρες (1983). Το 1982 δημοσιεύεται ο τόμος Πρώτες και ολοκαίνουργιες που συγκεντρώνει πολλά από τα πρώτα του γραπτά. Ο Μπουττίττα έχει αφοσιωθεί επίσης στο θέατρο. Έχει δημιουργήσει μαζί με τον Τζιόρτζιο Στρέλερ[21] την παράσταση Μαριονέτες και παραμυθάδες της Σικελίας, ανέβηκε στο Μιλάνο το 1956.

Έγραψε την Πορτέλα ντε λα Τζινέστρα και Ο Πατριάρχης (1958). Στη συνέχεια επεξεργάστηκε ξανά την «βαστασάτα» σε τρεις πράξεις αγνώστου δημιουργού του Λου κουρτίγκιου ντι λι Ραουνίζι (1975), και συνέθεσε το 1986 το Κολαπέσε. Το 1972 του απονεμήθηκε το βραβείο Βιαρέτζιο. Το 1980 του χορηγήθηκε το Πτυχίο Τιμής στα φιλολογικά μαθήματα από το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο. Τα ποιήματα του Μπουττίττα έχουν μεταφραστεί στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα, στη Ρουμανία, την Κίνα και τη Ρωσία.

Το στίγμα του έργου του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στους σύγχρονους ποιητές που αποφάσισαν να εκφραστούν στη σικελική διάλεκτο, ο Μπουττίττα είναι ο πιο γνωστός τόσο στην Σικελία όσο και στην υπόλοιπη Ιταλία. Το έργο του επεξηγεί με στίχους έναν ολόκληρο αιώνα κοινωνικής, πολιτικής, πολιτισμικής ιστορίας της Σικελίας, αφιερωμένος ξεκάθαρα και ριζωμένος στις αιτίες και τις συνέπειες της οικονομικής στέρησης των κατώτερων τάξεων. Ο Μπουττίττα έζησε στην πρώτη γραμμή: τους αγροτικούς αγώνες[2], τους δυο πολέμους, τον αντιφασισμό, τη μάχη ενάντια στη μαφία και τη μεταπολεμική πολιτική τάξη. Αυτός κατανοούσε με σαφήνεια, και ζούσε με αποφασιστικότητα, την λογοτεχνία ως όραμα που έχει λογική, συναίσθηση του ακροατή, του αναγνώστη, άρα μελέτη για δράση στην πραγματικότητα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]