Ιεράκων πόλις

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιεράκων πόλις
Kingscorpion.jpg
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Ιεράκων πόλις
Χώρα Αίγυπτος
Ζώνη ώρας UTC+02:00
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Δείτε επίσης: Ιεράκων κώμη
O48
niwt

ή
nxn
pr
Νεκχέν
nḫn
σε ιερογλυφικά
Ανασκαφές στην Ιερακων πόλις το 1910

Η Ιεράκων ή Ιερακόπολις (αρχαία ελληνικά : Ἱεράκων) ήταν αρχαία πόλη της Αιγύπτου η αρχαία αιγυπτιακή Νεκχέν (nḫn), ο αρχαιολογικός χώρος σήμερα βρίσκεται στο χωριό Κομ ελ Αχμάρ. Ήταν το θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο της Άνω Αιγύπτου στο τέλος της προδυναστικής όπως ενδεχομένως και κατά την πρώιμη δυναστική περίοδο.

Το αιγυπτιακό όνομα της, Νεκχέν, σημαίνει "περίφραξη" ή "περίβολος"[1], ή προσδιορίζει τον τύπο οχυρωμένου κτιρίου[2] και "βασιλικός διευθυντής"[3] και προέρχεται από την οχύρωση της πόλης. Επιπλέον άλλη μια ερμηνεία που δίνεται ως "υποκατάστημα, περιοχή εξυπηρέτησης"[4]. Το ελληνικό όνομα "Ιεράκων πόλις, πόλη του γερακιού" από τον Αιγύπτιο θεό Ώρο που αναπαρίσταται με μορφή γερακιού και λατρευόταν στη πόλη.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη σχηματίζεται σε οικισμό κατά τη προδυναστική περίοδο και τον πολιτισμό Νακάντα στην εποχή του λίθου. Στις αρχές της περιόδου του πολιτισμού Νακάντα Β΄ η Νεκχέν απέκτησε σημασία και έγινε η πρωτεύουσα της Άνω Αιγύπτου. Οι απαρχές του οικισμού χρονολογούνται από τα τέλη του πολιτισμού Μπανταρί ή στην αρχή του πολιτισμού Νακάντα. Στην ελληνορωμαϊκή περίοδο ο οικισμός της Ιεράκων πόλις αριθμούσε περίπου 5 με 10.000 κατοίκους.

Με το τέλος της περιόδου Νακάντα η Νεκχέν έχασε τη σημασία της και αργότερα έπαψε να είναι η πρωτεύουσα της 3ης αιγυπτιακής νομής. Η πόλη ήταν ένα από τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Άνω Αιγύπτου, εδώ κυρίως εμπορεύονταν έβενο, χρυσό και ελεφαντόδοντο.

Η αστική περιοχή της Νεκχέν καταλάμβανε έκταση περίπου 145 τργ χλμ. Υπάρχουν τμήματα τειχών της πόλης, ο ναός και τμήμα της νεκρόπολης που έχει ανασκαφεί. Μέσα στην πόλη βρέθηκαν τοίχοι από καταστήματα αναψυχής και ίχνη εκβιομηχάνισης. Στον αρχαιολογικό χώρο βρέθηκε η παλαιότερη τεκμηριωμένη ζυθοποιία. Οι τέσσερις σωζόμενοι κάδοι ζυθοποιίας, ο καθένας με χωρητικότητα 390 λίτρων χρονολογούνται στον πολιτισμό Νακάντα. Μπορούν έτσι να αντιπροσωπεύουν την αρχαιότερη γνωστή ζυθοποιία στον αρχαίο κόσμο[5].

Κατά τις ανασκαφές βρέθηκαν τα ερείπια ενός αρτοποιείου και πολλά όστρακα. Η Νεκχέν κατά την περίοδο Νακάντα Β΄ έγινε το κύριο κέντρο παραγωγής κεραμικών στην Άνω Αίγυπτο[6] .

Τα περισσότερα από τα κτίρια χτίστηκαν από τούβλα λάσπης και είναι δύσκολη σήμερα η ανακατασκευή τους. Παρ 'όλα αυτά, η αρχαία Νεκχέν είναι ένα από τα καλύτερα διατηρημένα ερείπια της προδυναστικής περιόδου. Ο Χόφμαν έχει χωρίσει την ανάπτυξη της πόλης σε έξι φάσεις:

  • Ο αποικισμός (4000-3800 / 3700 π.Χ.): ένας οικισμός στην έρημο, παραγωγή λίθινων εργαλείων, ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας.
  • Ανάπτυξη (. 3800/3700 με 3500/3400 π.Χ.): Ανάπτυξη της πόλης και αρχή της βιομηχανίας κεραμικών.
  • Αποικιοκρατία (3500 / 3400-3200 π.Χ. ..): Η Ιεράκων πόλις ως η πρωτεύουσα της Άνω Αιγύπτου.
  • Ηγεμονία (3200-2900 π.Χ.): επικράτηση και υπεροχή στον τομέα της βιομηχανίας.
  • Επαρχιωτισμό (2900-2800 / 2700 π.Χ.) και, τέλος,
  • Μείωση (2800 / 2700-2600 / 2500 π.Χ.)[7].

Ο ναός του Ώρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η παλέτα του Νάρμερ

Στη πόλη έχει ανασκαφεί ο ναός του Ώρος ένας από τους παλαιότερους ναούς της Αιγύπτου, ο οποίος εξακολούθησε να παραμένει μετά την παρακμή της πόλης ένα σημαντικό θρησκευτικό μέρος. Ο ναός του Ώρος-γεράκι είναι πλαισιωμένος από λόφους άμμου ψαμμίτη κι περιβάλλεται από ένα υψηλό τείχος περιμέτρου 90 χ 145 μέτρα. Μερικοί από τους σωζόμενους λίθους γρανίτη έχουν τα παλαιότερα αιγυπτιακά ανάγλυφα του ναού από την εποχή του βασιλιά Χασεκχέμουι. Εντός των τειχών υπάρχει επίσης ένα παλάτι από την πρώτη Δυναστεία[8].

Στο ναό βρέθηκαν σειρά από αφιερώματα, επίσης λίθινα αγγεία του βασιλιά Σκορπιού και η μεγαλοπρεπή απεικόνιση του. Εδώ βρέθηκε και η Παλέτα του Νάρμερ και γλυπτά από ελεφαντόδοντο. Τα περισσότερα από τα αντικείμενα χρονολογούνται από την 1η έως τον 3η Δυναστεία [9].

Το Φρουριακό συγκρότημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη πόλη υπάρχει μία περιοχή περιτοιχισμένη με τούβλα από την εποχή του βασιλιά Χασεκχέμουι, παρόμοιες μαζικές δομές υπάρχουν και στη Άβυδο. Η κατασκευή αυτή φέρει την επιστημονική ονομασία HK29A και καταλαμβάνει 3705 τετραγωνικά μέτρα. Η περιοχή περικλείεται με ένα τοίχο από τούβλα που έχει πάχος τοιχώματος από πέντε μέτρα και ύψος δώδεκα μέτρα. Στα σημεία εισόδου έχει ενεπίγραφους πυλώνες γρανίτη.

Αυτός είναι ο παλαιότερος γνωστός τόπος λατρείας στην Αίγυπτο, κατασκευάστηκε κατά την περίοδο Νακάντα Β΄ και χρησιμοποιήθηκε για βασιλικές τελετές. Μερικά ευρήματα κεραμικής από την προδυναστική περίοδο, την Κάτω Αίγυπτο και την Παλαιστίνη δείχνουν ότι το συγκρότημα ήταν σε χρήση μέχρι το τέλος της 2ας δυναστείας. Το 1905 βρέθηκε τμήμα ενός αγάλματος του Χασεκχέμουι. Αυτή ήταν η πρώτη φορά από στην εποχή του φαραώ Νάρμερ που κάποιος φαραώ, ο Αχά, απεικονιζόταν στους τοίχους[10].

Οι νεκροπόλεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ο ζωγραφισμένος τάφος της Ιερακόπολις

Στις ανασκαμμένες νεκροπόλεις έχουν βρεθεί μούμιες ανθρώπων αλλά και ζώων. Ο αριθμός και οι μάσκες που έχουν βρεθεί δείχνουν τη μακρά παράδοση προς τα αρχαία αιγυπτιακά ταφικά έθιμα.

  • Νεκρόπολη φρουριακού συγκροτήματος : Κατά τα έτη 1905-1906 ο Τζον Γκάρστανγκ ανάσκαψε 188 τάφους. Οι τάφοι της περιόδου Νακάντα Β΄ βρίσκονται στο ανατολικό άκρο του και πίσω από την είσοδο της εγκατάστασης. Οι τάφοι της προδυναστικής περιόδου βρίσκονται κυρίως στο βόρειο τμήμα του συγκροτήματος. Αυτές οι τάφοι χρονολογούνται στη 1η δυναστεία και βρίσκονται στα δυτικά. Λόγω της εγγύτητας του φρουριακού συγκροτήματος της πόλης Νεκχέν και τη μεγάλη απόσταση από τη νεκρόπολη της ανωτέρας τάξης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι το νεκροταφείο των κατοίκων της πόλης[11].
  • Νεκροταφείο της ανώτερης τάξης: Το νεκροταφείο βρίσκεται περίπου 2,5 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης. Περιλαμβάνει περίπου 200 τάφους της περιόδου Νακάντα Α΄. Έχουν βρεθεί αντικείμενα από ελεφαντόδοντο, λάπις λάζουλι και κεραμικά από οψιανό. Εκτός από ανθρώπους βρέθηκαν και ταφές ζώων. Σε τάφο βρέθηκαν 13 σκυλιά και σε άλλον 14 ενώ σε άλλο τάφο ένας θαμμένος αφρικανικός ελέφαντας. Κατά την περίοδο Νακάτα Β΄ το νεκροταφείο της ανώτερης τάξης πλησίασε προς το Νείλο. Εδώ βρίσκεται και ο τάφος 100, γνωστός ως ο "Ζωγραφισμένος τάφος της Ιερακόπολις", πιθανόν ανήκε σε κάποιον βασιλιά. Η γραπτή κεραμική που βρέθηκε βοήθησε μέχρι σήμερα ο τάφος να χρονολογηθεί κατά την περίοδο Νακάντα Β΄[12].

Στην Ιερακόπολις υπάρχουν επίσης διακοσμημένοι σε βράχο τάφοι της εποχής Φαραώ:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Rainer Hannig: Die Sprache der Pharaonen. Großes Handwörterbuch Ägyptisch-Deutsch, Kulturgeschichte der Antiken Welt, Bd. 64, Hannig-Lexica. Bd. 1). 4. Auflage, von Zabern, Mainz 2006, ISBN 3-8053-1771-9, S. 450, Nr. 16258.
  2. Adolf Erman, Hermann Grapow: Wörterbuch der ägyptischen Sprache, Band II, Leipzig 1930, S. 310, Nr. 4–7.
  3. Jochem Kahl: Frühägyptisches Wörterbuch. Lieferung 2, Harrassowitz, Wiesbaden 2003 ISBN 3-447-04595-7, S. 247.
  4. John A. Wilson: Buto and Hierakonpolis in the Geography of Egypt. In: Journal of Near Eastern Studies. Bd. 14, 1955, S. 234 ff.; Karola Zibelius: Ägyptische Siedlungen nach Texten des Alten Reiches (= Beihefte zum Tübinger Atlas des Vorderen Orients. Reihe B, Nr. 19). Reichert, Wiesbaden 1978, S. 122.
  5. J. Geller: From Prehistory to History. Beer in Egypt. 1992, S. 15–18.
  6. Michael Allen Hoffman: The Predynastic of Hierakonpolis. An Interim Report. In: Egyptian Studies Association, Publication No 1. Oxford 1982.
  7. Michael Allen Hoffman, R. O. Allen Hamrroush: A Model of urban development fort he Hierakonpolis region from the Predynastic through Old Kingdom time. 1986, S. 175–187.
  8. Dieter Arnold: Lexikon der ägyptischen Baukunst. Albatros, 2000, ISBN 3491960010, S. 107, → Hierakonpolis.
  9. Günther Dreyer: Elephantine VIII. Der Tempel der Satet. Die Funde der Frühzeit und des Alten Reiches. In: Archäologische Veröffentlichungen, Deutsches Archäologisches Institut, Abteilung Kairo. (AV) Bd. 39, Mainz 1986, S. 46.
  10. Renée Friedmann: The Ceremonial Centre at Hierakonpolis Locality HK29A. London 1996, S. 16–35.
  11. Barbara Adams: The Fort cemetery at Hierakonpolis: excavated by John Gerstang. KPI, London 1987, ISBN 0710302754.
  12. W. Needler: Predynastic and Archaic Egypt in the Brooklyn Museum, New York. 1984, S. 27.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Werner Kaiser: Zur vorgeschichtlichen Bedeutung von Hierakonpolis. In: Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Abteilung Kairo (MDAIK) 16, 1958, ISSN 0342-1279, S. 183-192.
  • Michael Allen Hoffman: Egypt before the Pharaohs. The prehistoric foundations of Egyptian Civilization. Routledge and Kegan Paul, London 1979, ISBN 0-7100-0495-8.
  • A. J. Spencer: Early Egypt. The Rise of Civilisation in the Nile Valley. Press, London 1993, ISBN 0-7141-0974-6.
  • Dieter Arnold: Die Tempel Ägyptens. Die Tempel Ägyptens. Götterwohnungen, Kultstätten, Baudenkmäler. Lizenzausgabe. Bechtermünz, Augsburg 1996, ISBN 3-86047-215-1, S. 204–06.
  • Toby A.H. Wilkinson: Early Dynastic Egypt. Routledge, New York NY 1999, ISBN 0-415-18633-1.
  • James Edward Quibell: Plates of discoveries in 1898. With notes by Flinders Petrie, Bernard Quaritch, London 1900, (Hierakonpolis 1), (Egyptian Research Account Memoir 4), (Nachdruck: Histories and Mysteries of Man Ltd , London 1989).
  • J. E. Quibell / F. W. Green: Plates of discoveries, 1898-99. With Description of the site in detail. Bernard Quaritch, London 1902, (Hierakonpolis 2), (Egyptian Research Account Memoir 5), (Nachdruck: Histories and Mysteries of Man Ltd , London 1989).
  • John Garstang: Excavations at Hierakonpolis, at Esna and in Nubia. In: ASAE. Annales du service des antiquites de l'Égypte 8, 1907, ISSN 1687-1510, S. 132-148.
  • Guy Brunton: The Predynastic Town-site at Hierakonpolis. In: S. R. K. Glanville (Hrsg.): Studies presented to F. Ll. Griffith. Oxford University Press, London u. a. 1932, S. 272-276.
  • Werner Kaiser: Bericht über eine archäologisch–geologische Felduntersuchung in Oberägypten und Mittelägypten. In: Mitteilungen des Deutschen Archäologischen Instituts, Abteilung Kairo (MDAIK) 17, 1961, ISSN 0342-1279, S. 1-53.
  • Barbara Adams: Ancient Hierakonpolis Warminster 1974. In: Bibliotheca Orientalis 33, 1976, ISSN 0006-1913, S. 24-25.
  • Walter A. Fairservis: Excavations of the Temple Area on the Kom el-Gemuwia. Vassar College, Poughkeepsie NY 1983, (The Hierakonpolis Project, season January to March 1978), (Occasional papers in Anthropology 1).
  • Michael Allen Hoffman: The Predynastic of Hierakonpolis. An Interim Report. Cairo University Herbarium, Faculty of Science u. a., Giza u. a., 1982, ISBN 9-77V-21653-X, (Egyptian Studies Association Publication 1).
  • Barbara Adams: The Fort Cemetery at Hierakonpolis. (Excavated by John Garstang). KPI, London 1987, ISBN 0-7103-0275-4, (Studies in Egyptology).
  • Renée Friedman / Barbara Adams (Hrsg.): The followers of Horus. Studies dedicated to Michael Allen Hoffman. 1944-1990. Oxbow Books, Oxford u. a. 1992, ISBN 0-946897-44-1, (Egyptian Studies Association Publication 2), (Oxbow monograph 20).
  • John Coleman Darnell: Hathor Returns to Medamûd. In: Studien zur Altägyptischen Kultur 22, 1995, ISSN 0340-2215, S. 47-94.
  • Frank J. Yurco: : Narmer. The First King of Upper and Lower Egypt. A Reconsideration of his Palette and Macehead. In: Journal of the Society for the Study of Egyptian Antiquities (JSSEA) 25, 1995, ISSN 0383-9753, Figure 1.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Hierakonpolis της Γερμανικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).