Θεωρίες της υπεραξίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Υπεραξία (αποσαφήνιση).
Άνταμ Σμιθ (1723-1790)- Ρικάρντο (1772-1823) Άνταμ Σμιθ (1723-1790)- Ρικάρντο (1772-1823)
Άνταμ Σμιθ (1723-1790)- Ρικάρντο (1772-1823)
Ο Ρικάρντο ταυτίζει την αξία του προϊόντος με μόνη την εργασία καθεαυτήν, δηλαδή μόνο με τον κόπο, τον χρόνο και την ικανό-τητα του εργάτη που παράγει το προϊόν κι έτσι ως μέτρο αξίας η εργασία καθεαυτήν εξασφαλίζει ένα ολικό σύστημα ισοδυναμιών, ενώ ο Άνταμ Σμιθ είχε διακρίνει την ανταλ-λακτική από την χρηστική αξία ενός προϊ-όντος· η ανταλλακτική αξία που έχει το διαμάντι ή ο χρυσός δεν είναι ανάλογη με τη χρηστική (πραγματική) τους αξία. Το μέτρο για τον καθορισμό της αξίας δεν είναι η ίδια εργασία, αλλά οι νόμοι της προσφοράς και ζήτησης που επιφέρουν μείωση ή αύξηση των ημερομισθίων.
Χρήστος Γιανναράς «Το πραγματικό και το φαντασιώδες στην Πολιτική Οικονομία»,
σ. 62, εκδ. Δόμος, 2006 ISBN 960-7217-14-4

Η υπεραξία (αγγλ. surplus value), είναι βασική έννοια της μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας, σύμφωνα με την οποία υπεραξία (Mehrwert)α[›] είναι η διαφορά μεταξύ της αξίας που δημιουργούν οι εργαζόμενοι στην καπιταλιστική οικονομία και των μισθών με τους οποίους αμείβονται και οι οποίοι είναι πάντα χαμηλότεροι από αυτήν.

Ο Μάρξ για την υπεραξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον Μαρξ, υπεραξία (αγγλ. surplus value ή surplus product, γερμ. Mehrproduct) είναι το μέρος της αξίας που δημιουργείται από την εργασία των μισθωτών εργατών (πνευματική ή χειρονακτική), αλλά δεν πληρώνεται από τον καπιταλιστή, είναι η υπεραξία κατα τον Μάρξ. Η υπεραξία δηλαδή είναι μια κοινωνική σχέση που δεν αναγνωρίζουν οι αστοί οικονομολόγοι και δημιουργείται μόνο στην παραγωγή αλλά εκδηλώνεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας.

"Ο φετιχικός χαρακτήρας του καπιταλιστικού κέρδους προκύπτει και από το γεγονός ότι η αρχική μορφή με την οποία συναντώνται το κεφάλαιο και η μισθωτή εργασία στην αγορά εργασίας, μεταμφιέζεται και η ίδια η υπεραξία δεν εμφανίζεται σαν προϊόν της ιδιοποιημένης απλήρωτης μισθωτής εργασίας, αλλά σαν περίσσευμα της τιμής πούλησης του εμπορεύματος, πάνω από την τιμή κόστους του. Γι' αυτό η τιμή κόστους του εμπορεύματος στην προκειμένη περίπτωση παρουσιάζεται εύκολα σαν να είναι η πραγματική του αξία, έτσι, που "... το κέρδος παρουσιάζεται σαν περίσσευμα της τιμής πώλησης των εμπορευμάτων πάνω από την ενυπάρχουσα σε αυτά αξία"[1]

Η μεγάλη τεχνολογική εξέλιξη της υφαν-τουργικής βιομηχανίας κατά τον 18ο και 19 αι. οδήγησε στην εξαφάνιση της βιοτεχνίας και στον διαχωρισμό του κόσμου του κεφαλαίου και του κόσμου της εργασίας.

Μαθηματικοί και στατιστικοί τύποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διατυπώθηκαν πολλοί μαθηματικοί τύποι και μια πλειάδα στατιστικών συντεταγμένων για τον ακριβή προσδιορισμό της υπεραξίας μεταξύ των οποίων και ο παρακάτω σε απλή μορφή:

όπου:

  • C είναι το σταθερό κεφάλαιο των υλικών που χρησιμοποιούνται σε μια περίοδο συν το αποσβενόμενο τμήμα των εργαλείων και των παραγομένων προϊόντων που χρησιμοποιούνται στη παραγωγική διαδικασία. (Μια περίοδος είναι συνήθως μια ημέρα, μια εβδομάδα, έτος, ή ένας μόνο κύκλος εργασιών που σημαίνει το χρόνο που απαιτείται για να ολοκληρωθεί μια παρτίδα του καφέ, (για παράδειγμα).
  • L είναι η ποσότητα του χρόνου εργασίας (μέσος όρος ικανότητας και παραγωγικότητας) που εκτελείται στην παραγωγή των τελικών προϊόντων κατά τη διάρκεια της περιόδου.
  • W είναι η αξία του προϊόντος της περιόδου (προέρχεται από τη γερμανική λέξη για την αξία: Wert)

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Eξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


  1. Μαρξ, Κάρολος (1979). Το Κεφάλαιο τόμος 3. Αθήνα: Συγχρονη Εποχή, σελ. 64. ISBN [[Special:BookSources/978-960-224-015-1</|978-960-224-015-1</]].