Επίγονοι (έπος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Οι Επίγονοι ήταν ένα, χαμένο σήμερα, επικό ποίημα επτά χιλιάδων στίχων[1], το οποίο διηγιόταν την πολιορκία και τελικά την άλωση της Θήβας από τους γιους των επτά Αργείων ηγεμόνων (Επτά επί Θήβας) που δέκα χρόνια πρωτύτερα είχαν επιχειρήσει, ανεπιτυχώς τότε, την κατάληψη της ίδιας πόλης.

Οι Επίγονοι ανήκαν στον θηβαϊκό επικό κύκλο (μαζί με τη Οιδιπόδεια και τη Θηβαΐδα) και ως πιθανός ποιητής τους αναφερόταν (με επιφύλαξη) άλλοτε ο Όμηρος[2] και άλλοτε ο Αντίμαχος ο Τήιος[3].

Περιεχόμενο και αποσπάσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άλωση της Θήβας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε γενικές γραμμές το (υποτιθέμενο) περιεχόμενο των Επιγόνων ήταν το εξής:
Οι Επίγονοι έχοντας επικεφαλής αυτήν την φορά τον Αιγιαλέα, τον γιο του Άδραστου, νίκησαν αρχικά τον γιο του Ετεοκλή και βασιλιά της Θήβας Λαοδάμαντα στη μάχη του Γλίσαντα. Οι Θηβαίοι αναγκάσθηκαν τότε να υποχώρησαν και να οχυρωθούν πίσω από τα τείχη της πόλης τους, αλλά ύστερα από μια σύντομη πολιορκία παραδόθηκαν. Οι νικητές τοποθέτησαν στο θρόνο της Θήβας τον γιο του Πολυνείκη, τον Θέρσανδρο, και αφιέρωσαν στο μαντείο των Δελφών τον αιχμάλωτο μάντη Τειρεσία και την κόρη του Μαντώ. Ο Τειρεσίας όμως καθοδόν προς τους Δελφούς πέθανε και η Μαντώ μετά από λίγο κατέφυγε στην Κολοφώνα[4]. Όλοι οι Επίγονοι, εκτός από τον Αιγιαλέα που σκοτώθηκε, επέστρεψαν σώοι και θριαμβευτές στις πατρίδες τους.

Ο Αλκμαίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δωροδοκία της Εριφύλης

Στους Επιγόνους γινόταν εκτενής αναφορά και στην ιστορία του Αλκμαίωνος, του γιου του Αμφιάραου και της Εριφύλης.

Αρχικά ο Αλκμαίων δεν ήθελε να συμμετάσχει στην εκστρατεία των Επιγόνων. Eξαναγκάσθηκε όμως από την μητέρα του, την οποία δωροδοκήσε ο Θέρσανδρος προσφέροντάς της τον πέπλο [το φόρεμα] της Αρμονίας. Έτσι, η Εριφύλη, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια, διέπραξε το ίδιο κρίμα προδίδοντας, εξαγορασμένη, έναν δικό της άνθρωπο.

Η πρώτη φορά ήταν τότε που, όπως διηγιόταν ο ποιητής της Θηβαΐδος, δωροδοκημένη από τον Πολυνείκη με το περιδέραιο της Αρμονίας φανέρωσε τον κρυψώνα του συζύγου της, του Αμφιάραου, ο οποίος αρνιόταν να συμμετάσχει στην εκστρατεία των Επτά, επειδή (ως μάντης που ήταν) γνώριζε το άδοξο και καταστροφικό για τους Αργείους και για τον ίδιο τέλος της. Εξαιτίας της προδοσίας της Εριφύλης, ο Αμφιάραος αναγκάστηκε τελικά να πάρει μέρος στην εκστρατεία, όπου και σκοτώθηκε. Πριν φύγει όμως πρόλαβε να ορκίσει τον γιο του, τον Αλκμαίωνα, ότι, αν ποτέ δεν γυρνούσε ζωντανός ο πατέρας του από τον πόλεμο, θα τιμωρούσε για την προδοσία της την Εριφύλη (την "στυγερή", όπως την αποκαλεί ο Όμηρος)[5] σκοτώνοντάς την. Και πράγματι, ο Αλκμαίων επιστρέφοντας από την εκστρατεία των Επιγόνων θα τηρήσει τον παλιό του όρκο και θα φονεύσει την μητέρα του -επηρεασμένος βέβαια και από την στάση της απέναντί του[6]. Αυτή όμως ήταν μια ιστορία που την διηγιόταν αναλυτικότερα το επόμενο χαμένο έπος του θηβαϊκού κύκλου, η Αλκμαιωνίδα.

Τα διασωθέντα αποσπάσματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους Επιγόνους διασώθηκε μόνον ο εναρκτήριος στίχος του ποιήματος που περιλαμβάνει την επίκληση στις Μούσες:

Νῦν αὖθ᾽ ὁπλοτέρων ἀνδρῶν ἀρχώμεθα, Μοῦσαι
(Και τώρα πάλι, Μούσες, ας τραγουδήσουμε τους άνδρες τους ακμαιότερους.)[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Αγών Ομήρου και Ησιόδου", στο: Ομηρικά - Επικός κύκλος, σελ. 197, εκδ. Κάκτος, 2005.
  2. Ηρόδοτος, Ἱστορίαι, 4.32 (… ἔστι δὲ καὶ Ὁμήρῳ ἐν Ἐπιγόνοισι, εἰ δὴ τῷ ἐόντι γε Ὅμηρος ταῦτα τὰ ἔπεα ἐποίησε.)
    Αγών Ομήρου και Ησιόδου, ό.π.
  3. Φ. Μοντανάρι, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, σελ. 112, USP, 2010.
  4. 4. A. Severyns, Le cycle épique dans l’école d’Aristarque, σελ. 225, Université de Liège, 1928.
  5. Ομήρου Οδύσσεια, λ.326:
    … και την φριχτή Εριφύλη / που πρόδωσε τον άνδρα της γι' ατίμητο χρυσάφι.
    (μετ. Α. Εφταλιώτη.)
  6. Κ. Κερένυϊ, Η μυθολογία των Ελλήνων, σελ. 536 & 540, εκδ. της Εστίας, 1996.
  7. "Επίγονοι", στο: Ομηρικά -Επικός κύκλος, σελ. 79-83, εκδ. Κάκτος, 2005.
    • M. West, Greek Epic Fragments: From the Seventh to the Fifth Centuries BC, "Epigoni", σελ. 54-58, L.C.L., Harvard University Press, 2003.