Εκτοπίσεις της Σαμψούντας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Οι εκτοπίσεις της Σαμψούντας του Εύξεινου Πόντου υπήρξαν σειρά από καταναγκαστικές πορείες θανάτου που οργανώθηκαν από το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα του Μουσταφά Κεμάλ (μετέπειτα Ατατούρκ) με σκοπό την εξόντωση των Ελλήνων της πόλης και των περιχώρων της. Το εγχείρημα αυτό συνοδεύτηκε από λεηλασίες, πυρπολήσεις οικισμών, βιασμούς και σφαγές. Ως απόρροια αυτών οι Έλληνες της Σαμψούντας και όσοι προσπάθησαν να βρουν καταφύγιο στην πόλη αυτή, περίπου 24.500 άνδρες, γυναίκες και παιδιά, εκτοπίστηκαν βίαια προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας το 1921-1922. Οι βιαιοπραγίες αυτές καταγράφηκαν από μέλη αμερικανικών ανθρωπιστικών οργανώσεων και από αξιωματούχους των Η.Π.Α., της Ρωσίας και άλλων χωρών που επισκέφθηκαν την περιοχή.

Οι εκτοπίσεις αυτές ήταν τμήμα της γενοκτονίας που εξαπέλυσε το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα εναντίων των Ελλήνων του Πόντου την περίοδο 1914-1923, με συνολικό απολογισμό θυμάτων περίπου 353.000 ανθρώπους. Ήταν επίσης τμήμα του τελευταίου σταδίου της ευρύτερης Γενοκτονίας των Ελλήνων που εξαπέλυσε ο Μουσταφά Κεμάλ, με την άφιξή του στη Σαμψούντα τον Μαϊο του 1919.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήδη από το 1915-1917 οι εκτοπίσεις στον Πόντο συνοδεύονταν από σφαγές, βιασμούς, λεηλασίες και άλλες ακρότητες που δεν δικαιολογούσαν σε καμία περίπτωση στρατιωτική αναγκαιότητα στο πλαίσιο των εξελίξεων του Ά Παγκοσμίου Πολέμου.[1] Μόνο ένας μικρός αριθμός των θυμάτων ίσως να είχε σχέση με αντιτουρκική αντιστασιακή δραστηριότητα.[2] Παράλληλα, εκείνη την εποχή περιβόητες ομάδες ενόπλων ατάκτων (τσετών), ιδιαίτερα αυτή του Τοπάλ Οσμάν λεηλατούσαν, πυροβολούσαν και βίαζαν άμαχους των ελληνικών κοινοτήτων του Πόντου.[3]

Ως άμεσο επακόλουθο της συνεχιζόμενης γενοκτονίας, ο χριστιανικός πληθυσμός της Σαμψούντας, που ήταν το πιο σημαντικό λιμάνι του Πόντου, συρικνώθηκε δραματικά στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου (1918): οι Αρμένιοι που αριθμούσαν 5.000 μέλη έπεσαν σε 1.000 κατοίκους, ενώ η ελληνική κοινότητα της πόλης από 15.000 σε 10.000.[4] Στις 19 Μαϊου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ (μετέπειτα Ατατούρκ) αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, η οποία βρισκόταν αρκετά μακριά από τη ζώνη των επιχειρήσεων του Μικρασιατικής εκστρατείας (1919-1922).[5] Η άφιξη του τελευταίου, μαζί με μέλη του παλιότερου κινήματος των Νεότουρκων, αρκετοί από αυτούς καταζητούμενοι για εγκλήματα πολέμου στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο χάραξε την τελική φάση της Γενοκτονίας των Ελλήνων. Ως απόρροια αυτών των γεγονότων η τουρκική εκστρατεία εξόντωσης του τοπικού ελληνικού στοιχείου συνεχίστηκε και τα επόμενα έτη.[6] [7][5]

Υλοποίηση του σχεδίου εξόντωσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άρθρο της εφημερίδας The Tweed Daily, 6 Ιουλίου 1921 με τίτλο: "Σφαγές στη Σαμψούντα: Οι δρόμοι βάφτηκαν με αίμα."

Στο τέλος της άνοιξης του 1921 η δράση των ένοπλων συμμοριών των οποίων ηγούταν ο Τοπάλ Οσμάν περιλάμβανε λεηλασία, πυρπολήσεις ελληνικών χωριών γύρω από την Σαμψούντα και σφαγές του άμαχου ελληνικού πληθυσμού,[8] ενώ όσοι κατάφεραν να επιζήσουν εκτοπίζονταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.[8] Μάλιστα ο Τοπάλ Οσμάν παρουσιάζονταν στον τουρκικό τύπο της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας ως «εθνικός ήρωας». [9]

Παρόλο που δεν επιτρέπονταν στους αμερικανούς εργαζόμενους ανθρωπιστικών οργανώσεων να βγουν εκτός της Σαμψούντας, πολλοί από αυτούς παρατήρησαν ότι ο γειτονικός οικισμός Καδίκιοϊ λεηλατήθηκε συστηματικά. Οι κάτοικοί του καθώς και άλλων οικισμών διέφυγαν στην Σαμψούντα για να βρουν καταφύγιο.[10] Εν τω μεταξύ ο κυβερνήτης του ελλειμενισμένου στη Σαμψούντα αμερικανικού πολεμικού πλοίου USS Fox ανέφερε ότι περίπου 100 ελληνικά χωριά της περιοχής καταστράφηκαν, οι κάτοικοί τους δολοφονήθηκαν και οι ιερείς σταυρώθηκαν[11] Ως απόρροια αυτών των γεγονότων ο Ύπατος Αρμοστής των ΗΠΑ στην Κωνσταντούπολη, ναύαρχος Μαρκ Λάμπερτ Μπρίστολ διαμαρτηρήθηκε προς τους Τούρκους αξιωματούχους της Σαμψούντας.[11] Την τελευταία εβδομάδα του Μαϊου του 1921 η ένοπλη ομάδα του Τοπάλ Οσμάν εισήλθε στην πόλη της Σαμψούντας.[2] Στις 16 Ιουνίου οι τουρκικές αρχές της Άγκυρας διέταξαν τον εκτοπισμό του συνόλου των άρρενων Ελλήνων από 16 μέχρι 50 ετών που είχαν απομείνει στην πόλη. Οι εκτοπισμοί διεπράχθησαν υπό την επίβλεψη του περιβόητου, από παλαιότερες πρακτικές εξόντωσης μειονοτικών πληθυσμών στην περιοχή, Νουρεντίν Πασά,[12] ενώ μαζικές συλλήψεις του ελληνικού πληθυσμού ξεκίνησαν την ίδια ακριβώς ημέρα.[13] Εν τω μεταξύ, ο κυβερνήτης του αμερικανού καταδρομικού USS Overton, στο λιμάνι της πόλης, ανέφερε στον Μπρίστολ ότι οι εκτοπισμοί πραγματοποιούνται εσπευσμένα και αναπόφευκτα αυτό θα οδηγήσει σε μεγάλο αριθμό θανάτων.[14]

Οι περισσότεροι Τούρκοι που συνέδραμαν στους εκτοπισμούς είχαν προηγούμενο εγκληματικό μητρώο και ενεργούσαν σε συνέργεια με τουρκικές ομάδες ατάκτων της υπαίθρου.[15] Στις 17 Ιουνίου εκτοπίστηκε το πρώτο τμήμα που αποτελούνταν από 1.040 άνδρες. Αφού περπάτησαν 46 χιλιόμετρα νότια για τέσσερις ώρες μέχρι την Χάβζα, εκεί σφαγιάστηκαν από την ομάδα του Τοπάλ Οσμάν. Την 21 Ιουνίου, μία άλλη πορεία θανάτου, περίπου 1.085 ανδρών αφού περπάτησε επί τετράωρο, βρέθηκε παγιδευμένη από άνδρες του Τοπάλ Οσμάν, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να σφαγιάσουν περίπου 700 από τους εκτοπισθέντες.[13] Εκπρόσωποι ανθρωπιστικών οργανώσεων στην Σαμψούντα (Near East Relief) επιβεβαίωναν ότι οι εκτοπισθέντες «στέλνονταν στον θάνατο» και επίσης απορούσαν για την ατιμωρησία με την οποία τουρκικές άτακτες ομάδες διέπρατταν δολοφονίες στην πόλη της Σαμψούντας, καθώς και έκαναν διαρρήξεις στις κατοικίες των Χριστιανών.[11] Ως αποτέλεσμα το ορφανοτροφείο της Near East Relief στην Σαμψούντα πλημμύρισε με μεγάλο αριθμό Ελληνόπουλων από την περιοχή.[11] Μία επιτροπή αποτελούμενη από αξιωματικούς του αμερικανικού ναυτικού επισκέφτηκε τον Μουτασαρίφη (δήμαρχο) της Σαμψούντας.[16] Αυτός τους απάντησε ότι το διάταγμα των εκτοπίσεων ήταν σε εφαρμογή και μάλιστα παραδέχτηκε ότι μεγάλος αριθμός Ελλήνων που έχουν ήδη εκτοπιστεί έχει θανατωθεί .[16] Επίσης, ο ναύαρχος Μπρίστολ διαμαρτυρήθηκε έντονα κατά των εκπροσώπων του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος που έδρευε στην Άγκυρα.[17]

Χάρτης του Πόντου

Οι πιο πολλοί εκτοπισθέντες περπατούσαν μέσω της Αμάσειας και της Σεβάστειας μέχρι το Χαρπούτ και από εκεί στο Ντιγιάρμπακιρ και το Βαν.[18] Ως απόρροια των εκτοπίσεων που διαπράχθηκαν τον Ιούνιο, περίπου 21.000 άνθρωποι μετακινήθηκαν βίαια από την Σαμψούντα.[12] Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1921 1.500 γυναίκες και παιδιά από τα γειτονικά ελληνικά χωριά που είχαν καταφύγει προσωρινά στην Σαμψούντα επίσης εκτοπίστηκαν. Η ίδια μοίρα περίμενε και 6.000 γυναίκες και παιδιά από τη γειτονική περιοχή της Πάφρας.[19] Μέλος της ανθρωπιστικής βοήθειας, Έντιντ Γουντ, καθώς ταξίδευε από τη Σαμψούντα στο Χαρπούτ διαπίστωσε:[20]

Νεκρά σώματα βρίσκονται στους δρόμους και στα χωράφια παντού. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τους Έλληνες από τη Μαλάτεια ως τη Σαμψούντα, και οι πιο τυχεροί είναι αυτοί που πεθαίνουν από το ξεκίνημα.

Στα μέσα του Νοεμβρίου 1921, 700 γυναίκες και παιδιά που προηγουμένως είχαν καταφύγει στα υψώματα γύρω από τη Σαμψούντα επέστρεψαν στην πόλη λόγω του επικείμενου χειμώνα και του κρύου.[21] Η τουρκική εξουσία δεν δίστασε να τα εκτοπίσει μαζικά, ενώ κάποιες αντιδράσεις από μέλη τοπικών αμερικανικών ανθρωπιστικών οργανώσεων αγνοήθηκαν.[21] Τον Απρίλιο του 1922 ο κυβερνήτης του αμερικανικού πολεμικού πλοίου Fox, Γουίλιαμ Λίχι (William Leahy), ανέφερε ότι επιπλέον 1.300 Έλληνες εκτοπίστηκαν από τη Σαμψούντα, κυρίως γυναίκες και παιδιά, αλλά και ορισμένοι υπερήλικες.[21]

Μαρτυρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναύαρχος Μαρκ Λάμπερ Μπρίστολ του αμερικανικού ναυτικού διαμαρτυρήθηκε στις τοπικές οθωμανικές αρχές για τις εκτοπίσεις στη Σαμψούντα

Αναφορές για βιαιοπραγίες κατά του τοπικού ελληνικού στοιχεία είχαν ξεκινήσει να μεταδίδονται από τον Μαρτίου του 1921, από μέλη της αμερικανικής Near East Relief και από αξιωματικούς του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού που επισκέπτονται την περιοχή του Πόντου.[2] Σε μία περίπτωση ο ναύαρχος Μπρίστολ απέστειλε το καταδρομικό St. Louis στην Σαμψούντα με σκοπό να καταγραφούν οι ωμότητες.[21] Σε άλλη περίπτωση, Αμερικανός αξιωματικός του ναυτικού παρατήρησε Ελληνίδες να προσπαθούν να αγοράσουν δηλητήριο, αποφασισμένες να αυτοκτονήσουν με αυτό σε περίπτωση που θα έπεφταν θύματα βιασμού από Τούρκους.[2] Από τον Σεπτέμβριο του 1921 οι δυσάρεστες ειδήσεις για τις τουρκικές ακρότητες, από αμερικανικά πολεμικά πλοία στη Σαμψούντα, πολλαπλασιάζονταν.[19] Οι διαμαρτυρίες πάντως του ναύαρχου Μπρίστολ προς τον Μουσταφά Κεμάλ δεν ήταν αρκετές για να διασώσουν το τοπικό ελληνικό στοιχείο.[22] Την εποχή εκείνη είχε επισκεφθεί την περιοχή, ως αντιπρόσωπος της Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, και σύμμαχος του κεμαλικού κινήματος, ο Μιχαήλ Βασίλιεβιτς Φρούντζε. Στο πέρασμά του στα περίχωρα της Σαμψούντας, διασώζει στα απομνημονεύματά του, τις εξής περιγραφές:[23]

Σε κάποιο σημείο είδαμε το πτώμα μιας όμορφης κοπέλας, που το κομμένο κεφάλι της ήταν τοποθετημένο στα χέρια της. Σ’ ένα άλλο, το πτώμα ενός χαριτωμένου ξανθού κοριτσιού, εφτά – οχτώ χρόνων, ξυπόλυτου. Το κοριτσάκι προφανώς έκλαιγε, πιέζοντας το πρόσωπό του στη γη και είχε μείνει σε αυτήν τη θέση, καρφωμένο στο έδαφος από την ξιφολόγχη ενός στρατιώτη... ...να γυρίσω το γρηγορότερο δυνατό στην πεινασμένη και φτωχή πατρίδα μου... όπου το εθνικό ζήτημα έχει λυθεί μ’ έναν τελείως διαφορετικό τρόπο

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Σεπτέμβριο του 1922, όταν έληξε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος με την καταστροφή της Σμύρνης, δεν είχαν απομείνει ουσιαστικά καθόλου Έλληνες στην Σαμψούντα.[22] Το ελληνικό νεκροταφείο της Σαμψούντας εκχερσώθηκε, οργώθηκε και ο χώρος του μετατράπηκε σε καπνοφυτεία[24] Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων του Ποντιακού Ελληνισμού που έχασε τη ζωή του λόγω των οθωμανικών και τουρκικών πολιτικών από το 1914 μέχρι το 1923 ανήλθε σε 353.000 με 360.000.[25]

Το 2010 Τούρκοι εργάτες στο προάστιο Καντίκιοϊ της Σαμψούντας τυχαία ανακάλυψαν σωρούς από μαζικό τάφο, κατά τη διάρκεια εργασιών. Κατά τη δήλωση ερευνητών της γενοκτονίας του Ελλήνων του Πόντου οι σοροί ανήκουν σε γυναίκες και παιδιά που εσφάγησαν κατά τη διάρκεια των ωμοτήτων του Ιουνίου του 1921. Τουρκικό ειδησιογραφικό πρακτορείο ανέφερε ότι οι Τούρκοι εργάτες πέταξαν τις σορούς στο διπλανό ποτάμι. Η ανακάλυψη αυτή δεν έτυχε σοβαρής κάλυψης από τον τουρκικό, ούτε και τον ελληνικό τύπο.[26]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Shenk, 2017, σελ. 90
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Shenk, 2017, σελ. 94
  3. Shrinian, 2017, σελ. 28
  4. Shenk, 2017, σελ. 91-92
  5. 5,0 5,1 Shrinian, 2017, σελ. 54-55
  6. Shrinian, 2017, σελ. 28
  7. Shrinian, 2017, σελ. 310
  8. 8,0 8,1 Prott, 2016, σελ. 204
  9. Shenk, 2017, σελ. 101
  10. Shenk, 2017, σελ. 94-95
  11. 11,0 11,1 11,2 11,3 Shenk, 2017, σελ. 95
  12. 12,0 12,1 Bartrop, Paul R. (2014) (στα αγγλικά). Encountering Genocide: Personal Accounts from Victims, Perpetrators, and Witnesses. ABC-CLIO, σελ. 64. ISBN 9781610693318. https://books.google.gr/books?id=RAtvBAAAQBAJ&pg=. 
  13. 13,0 13,1 Αλεξιάδης, 2008, σελ. 157
  14. Shenk, 2017, σελ. 98
  15. Αλεξιάδης, 2008, σελ. 163
  16. 16,0 16,1 Shenk, 2017, σελ. 97
  17. Shenk, 2007, σελ. 99: "Maybe, despite appearances, Admiral Bristol had... Whatever the reason, the admiral again protested the deportations, this time to the Nationalist government at Angora."
  18. Prott, 2016, σελ. 99
  19. 19,0 19,1 Shenk, 2017, p.102
  20. Shenk, 2017, σελ. 109-110
  21. 21,0 21,1 21,2 21,3 Shenk, 2017, σελ. 103
  22. 22,0 22,1 Shrinian, 2017, σελ. 207: "By the time of the events in Smyrna, there were virtually no Greeks at all left in Samsun, as a destroyer captain informed the admiral, so his two protests to Kemalist authorities there had had no permanent effect even at a port right under the noses of his destroyer captains."
  23. Αλεξιάδης, 2008, σελ. 176
  24. Shenk, 2017, σελ. 13
  25. Shrinian, 2017, σελ. 140
  26. Κούτσης Γεώργιος, Το δικό μας Ολοκαύτωμα. Ποντιακή Γενοκτονία: Σιγή Αγκυρας για τους Ομαδικούς Τάφους Enet.gr

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δικαστήρια της Αμάσειας (1921), προσπάθεια του κεμαλικού κινήματος να προβάλλουν νομιμοφανή μανδύα στη συνεχιζόμενη γενοκτονία.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]