Εγκεφάλαρτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εγκεφάλαρτος
(Encephalartos)
Θηλυκό Encephalartos lebomboensis σε καλλιέργεια.
Θηλυκό Encephalartos lebomboensis σε καλλιέργεια.
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Cycadophyta
Ομοταξία: Cycadopsida
Τάξη: Κυκαδώδη Cycadales
Οικογένεια: Ζαμιίδες (Zamiaceae)
Γένος: Εγκεφάλαρτος
(Encephalartos)

Johann Georg Christian Lehmann (Lehm.)
Encephalartos distribution.png
Γεωγραφική κατανομή του γένους Εγκεφάλαρτος (Encephalartos).

Ο Εγκεφάλαρτος (Encephalartos), είναι γένος της τάξης των κυκαδωδών (cycadales), εγγενές στην Αφρική. Διάφορα είδη Εγκεφάλαρτου (Encephalartos) συνήθως αναφέρονται ως αρτόδεντρα (bread trees),[1] ψωμί φοινίκων (bread palms)[2] ή καφρόψωμο (kaffir bread),[3] καθότι ένα αρτοειδές αμυλούχο τρόφιμο, μπορεί να παρασκευαστεί από το κέντρο του στελέχους. Το όνομα του γένους, προέρχεται από τις Ελληνικές λέξεις εν (εντός), κεφαλή (κεφάλι) και άρτος (ψωμί), αναφορικά με τη χρήση της ψίχας για την παρασκευή τροφίμου. Από εξελικτική άποψη, είναι μερικά από τα πιο πρωτόγονα ζώντα γυμνόσπερμα.

Όλα τα είδη απειλούνται με εξαφάνιση, κάποια κριτικά, λόγω της εκμετάλλευσης τους από τους συλλέκτες και τους συλλέκτες παραδοσιακής ιατρικής.[4] Ολόκληρο το γένος απαριθμείται στο CITES Appendix I / EU Annex A. Ο CITES, απαγορεύει το διεθνές εμπόριο δειγμάτων των ειδών αυτών, με εξαίρεση ορισμένα μη-εμπορικά κίνητρα, όπως η επιστημονική έρευνα.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλά από τα είδη που διαθέτουν σωματώδεις κορμούς. Στο είδος Ε. ο κυκαδόφυλλος (Ε. cycadifolius), ο κύριος κορμός έχει ύψος έως 10 πόδια (3,0 μ.) και πολλοί από αυτούς μπορεί να είναι ενωμένοι σε μια βάση όπου είχε αναπτυχθεί ένας πρώην κύριος κορμός. Τα επίμονα, πτεροειδή φύλλα, είναι διατεταγμένα σε ένα τερματικό εξαπλούμενο στέμμα ή αυξανόμενα. Το άκαμπτα φυλλάδια είναι ποικιλοτρόπως αγκαθωτά ή εγχαράσσονται κατά μήκος των περιθωρίων τους.

Κώνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρσενικοί κώνοι είναι επιμήκης και μπορεί να εμφανιστούν τρεις ή τέσσερις την κάθε φορά. Οι θηλυκοί κώνοι φέρονται μεμονωμένοι ή τρεις ανά φορά και μπορεί να ζυγίζουν έως και 60 κιλά (27 kg). Σε μερικά είδη, οι αρσενικοί κώνοι με ώριμη γύρη εκπέμπουν μια αηδιαστική μυρωδιά. Όταν η γύρη έχει χυθεί και οι αρσενικοί κώνοι αποσυντεθεί, σημειώνεται μια ισχυρή μυρωδιά από οξικό οξύ.[5]

Ρίζες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άποψη του κάκτου Mammillaria marksiana όπου φαίνονται σε διάταξη προεξέχοντα φυμάτια, με τα αγκάθια να προέρχονται από το άκρο κάθε φυματίου.

Οι αποικίες των κυανοβακτηρίων Nostoc punctiforme προκύπτουν σε εμφανή συμβίωση μέσα στο ριζώδη ιστό,[5] ενώ τα ριζίδια παράγουν ρυζικά φυμάτια (tubercles)[Σημ. 1] στο επίπεδο του εδάφους, τα οποία υποκρύπτουν τον μύκητα μυκόριζας αβέβαιης λειτουργίας,[5] ο οποίος ωστόσο, υπάρχουν υποψίες ότι διευκολύνει τη σύλληψη του αζώτου από τον αέρα.[6]

Αξία τροφίμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατανάλωση από τον άνθρωπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε πολλά είδη, η ψίχα του κορμού περιέχει κάτω από το στέμμα, άφθονη ποσότητα υψηλής ποιότητας άμυλο. Αυτό παλαιότερα αφαιρείτο από τους γηγενείς κατοίκους ως τροφή. Ο Thunberg κατέγραψε κατά το 1772, ότι οι Οτεντότοι ( Hottentots)[Σημ. 2] αφαιρούσαν τη ψίχα του στελέχους από το στέμμα και το έθαβαν τυλιγμένο σε δέρμα ζώου[6] για περίπου δύο μήνες, μετά την οποία θα ανακτηθεί για να το ζύμωμα του άρτου,[5] εξ ου και η λαϊκή ονομασία "broodboom" (δηλαδή αρτόδεντρο). Η ταφή της ψίχας, προφανώς διευκόλυνε τη ζύμωση και το μαλάκωμά της[5] και η ζύμη ψηνόταν ελαφρά επάνω από μια θράκα.[7] Επίσης, το 1779 ο εξερευνητής William Paterson, διαπίστωσε ότι η ψίχα ενός «μεγάλου φοίνικα» πλησίον στην King William's Town, χρησιμοποιήθηκε από τους Αφρικανούς και Οτεντότους, ως άρτος. Η ψίχα είχε αφαιρεθεί και αφεθεί έως ότου γίνει υπόξινη, πριν ζυμωθεί σε ψωμί.[5][8]

Τρόφιμο ζώων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικονογράφηση κώνου Encephalartos barteri.
Εικονογράφηση κώνου Encephalartos hildebrandtii.

Οι μεγάλοι του σπόροι, αποτελούνται από ένα συχνά δηλητηριώδη πυρήνα, ο οποίος καλύπτεται από ένα εδώδιμο σαρκώδες στρώμα.[6] Κατά συνέπεια, οι θηλυκοί κώνοι καταστρέφονται από τους μπαμπουίνους, καθώς απολαμβάνουν την ψίχα πέριξ των σπόρων.[5] Επίσης, οι πίθηκοι Chlorocebus pygerythrus, τα τρωκτικά και τα πτηνά, τρέφονται με σπόρους, αλλά λόγω των απρόβλεπτων τοξικών ιδιοτήτων τους, δεν συνιστάται για κατανάλωση από τον άνθρωπο.[6]

Έντομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες instars προνύμφες, κάποιων aposematic σκώρων looper, που ίπτανται την ημέρα, είναι συγκεκριμένες για τα cycads και το γένος Εφκεφάλαρτος (Encephalartos), είναι ένα από τα βρώσιμα φυτά.[9] Περιλαμβάνουν το leopard magpie (τα περισσότερα Encephalartos spp., άλλα cycads κλπ.), η Millar tiger (που καλλιεργείται Ε. villosus), dimorphic tiger (cycads κάτω από δασική κόμη), spotted tigerlet (Ε. villosus), inflamed tigerlet (Ε. villosus), Staude tigerlet (Ε. ngoyanus, που καλλιεργείται Ε. villosus και Stangeria) και pallid grey (Ε. natalensis).[10]

Στην καλλιέργεια, διάφορα λεπιδωτά έντομα επιτίθενται τα φύλλα του γένους. Αυτά περιλαμβάνουν τα: cycad aulacaspis scale (Aulacaspis yasumatsui), zamia scale (Furchadaspis zamiae) και latania scale (Hemiberlesia lataniae).[11]

Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το γένος έλαβε την ονομασία του το 1834, από τον Γερμανό βοτανολόγο Johann Georg Christian Lehmann. Όλα τα cycads, εκτός από το Cycas, είχαν θεωρηθεί ως μέλη του γένους Zamia. Μέχρι τότε και μερικοί βοτανολόγοι συνέχισαν να ακολουθούν αυτή την γραμμή για πολλά χρόνια μετά, αφού ο Lehmann είχε χωρίσει το Encephalartos ως ξεχωριστό γένος. Η ιδέα αρχικά ήταν πολύ ευρύτερη από αυτή που είναι αποδεκτή σήμερα, συμπεριλαμβανομένων επίσης των Αυστραλιανών φυτών που ξέρουμε τώρα ως Macrozamia και Lepidozamia.[12]

Είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναπαραγωγικός κώνος του E. sclavoi.
  1. Encephalartos aemulans
  2. Εγκεφάλαρτος ο αλτενστείνειος (Encephalartos altensteinii)
  3. Encephalartos aplanatus
  4. Encephalartos arenarius
  5. Encephalartos barteri
  6. Encephalartos brevifoliolatus
  7. Encephalartos bubalinus
  8. Εγκεφάλαρτος ο κάφριος (Encephalartos caffer)
  9. Encephalartos calsloanii
  10. Encephalartos cerinus
  11. Encephalartos chimanimaniensis
  12. Encephalartos concinnus
  13. Encephalartos cupidus
  14. Encephalartos cycadifolius
  15. Encephalartos delucanus
  16. Εγκεφάλαρτος ο δενισόνειος (Encephalartos denisonii)
  17. Encephalartos dolomiticus
  18. Encephalartos dyerianus
  19. Encephalartos equatorialis
  20. Encephalartos eugene-maraisii
  21. Encephalartos ferox
  22. Encephalartos friderici-guilielmi
  23. Encephalartos ghellinckii
  24. Encephalartos gratus
  25. Encephalartos heenanii
  26. Encephalartos hildebrandtii
  27. Encephalartos hirsutus
  28. Encephalartos horridus
  29. Encephalartos humilis
  30. Encephalartos inopinus
  31. Encephalartos ituriensis
  32. Encephalartos kisambo
  33. Encephalartos laevifolius
  34. Encephalartos lanatus
  35. Encephalartos latifrons
  36. Encephalartos laurentianus
  37. Encephalartos lebomboensis
  38. Εγκεφάλαρτος ο λεμάνειος (Encephalartos lehmannii)
  39. Encephalartos longifolius
  40. Encephalartos mackenziei
  41. Encephalartos macrostrobilus
  42. Encephalartos manikensis
  43. Encephalartos marunguensis
  44. Encephalartos middelburgensis
  45. Encephalartos msinganus
  46. Encephalartos munchii
  47. Encephalartos natalensis
  48. Encephalartos ngoyanus
  49. Encephalartos nubimontanus
  50. Encephalartos paucidentatus
  51. Encephalartos poggei
  52. Εγκεφάλαρτος ο πρεΐσσειος (Encephalartos preissii)
  53. Encephalartos princeps
  54. Encephalartos pterogonus
  55. Encephalartos relictus
  56. Encephalartos schaijesii
  57. Encephalartos schmitzii
  58. Encephalartos sclavoi
  59. Encephalartos senticosus
  60. Encephalartos septentrionalis
  61. Εγκεφάλαρτος ο σπειροειδής (Encephalartos spiralis)
  62. Encephalartos tegulaneus
  63. Encephalartos transvenosus
  64. Encephalartos trispinosus
  65. Encephalartos turneri
  66. Encephalartos umbeluziensis
  67. Encephalartos villosus
  68. Encephalartos whitelockii
  69. Encephalartos woodii

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το φυμάτι (tubercle), είναι γενικά μια προεξοχή σαν-κρεατοελλιά, αλλά έχει ελαφρώς διαφορετικό νόημα ανάλογα με το σε ποία οικογένεια φυτών ή ζώων χρησιμοποιείται και απευθύνεται.
  2. Οι Οτεντότοι (Khoikhoi) (/ kɔɪˌkɔɪ /· «άνθρωποι άνθρωποι» ή «πραγματικοί άνθρωποι») ή Khoi, ορθογραφείται Khoekhoe στην τυποποιημένη ορθογραφία των Khoekhoe / Νάμα, είναι μια ομάδα ανθρώπων Khoisan, οι οποίοι κατάγονται από την νοτιοδυτική Αφρική.
Παραπομπές σημειώσεων


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «A Dictionary of South African English». Dictionary Unit for South African English (DSAE). Oxford University Press (UK) & Associated Institute of Rhodes University. 1996. Ανακτήθηκε στις 27 September 2015. bread tree n. phr. 
  2. «A Dictionary of South African English». Dictionary Unit for South African English (DSAE). Oxford University Press (UK) & Associated Institute of Rhodes University. 1996. Ανακτήθηκε στις 27 September 2015. bread palm n. phr. 
  3. «A Dictionary of South African English». Dictionary Unit for South African English (DSAE). Oxford University Press (UK) & Associated Institute of Rhodes University. 1996. Ανακτήθηκε στις 27 September 2015. breadfruit n. 
  4. Schmidt, Ernst. Lötter, Mervyn. McCleland, Warren (2002). Trees and shrubs of Mpumalanga and Kruger National Park. Johannesburg: Jacana, σελ. 46. ISBN 9781919777306. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 5,5 5,6 Smith, Christo Albertyn (1966). Common Names of South African Plants. Botanical Survey Memoir. 35. Pretoria: The Government Printer, σελ. 179, 264. 
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 Palgrave, K.C. (1984). Trees of Southern Africa. Cape Town: Struik, σελ. 43. ISBN 0-86977-081-0. 
  7. Van Bart, Martiens (16 May 1987). «Kirstenbosch kweek nou ook broodbome vir die publiek». Die Burger. http://152.111.1.87/argief/berigte/dieburger/1987/05/16/3/13.html. Ανακτήθηκε στις 21 January 2013. 
  8. Paterson, William (1789), A Narrative of four Journeys into the Country of the Hottentots and Caffraria, in 1777-79 
  9. Donaldson, J. S.; Basenberg, J. D. (1995). «Life history and host range of the leopard magpie moth, Zerenopsis leopardina Felder (Lepidoptera: Geometridae)». African Entomology 3 (2): 103-110. http://reference.sabinet.co.za/document/AJA10213589_82. Ανακτήθηκε στις 22 September 2015. 
  10. Cooper, Michael Robert. Goode, Douglas (2004). The cycads and cycad moths of Kwazulu-Natal. New Germany [South Africa]: Peroniceras Press, σελ. 76-93. ISBN 062031978X. 
  11. Miller, Douglass R.. Davidson, John A. (2005). Armored scale insect pests of trees and shrubs: (Hemiptera: Diaspididae). Ithaca (N.Y.): Cornell university press, σελ. 425. ISBN 0801442796. 
  12. Alice Notten (May 2002). «Encephalartos woodii Sander». Kirstenbosch National Botanical Garden and South African National Biodiversity Institute. Ανακτήθηκε στις 2006-11-16. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Encephalartos (έκδοση 684563243) της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).