Διουρητικό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τα διουρητικά[1] είναι ομάδα φαρμάκων τα οποία αυξάνουν τον όγκο των αποβαλλόμενων ούρων.Οι περισσότεροι διουρητικοί παράγοντες είναι αναστολείς των μεταφορέων ιόντων που ελαττώνουν την επαναρρόφηση Νατρίου[2] σε διαφορετικές θέσεις στον νεφρώνα. Ως αποτέλεσμα το Νάτριο και άλλα ιόντα όπως το Χλώριο[3] εισέρχονται στα ούρα σε μεγαλύτερες από τις κανονικές ποσότητες από τις κανονικές μαζί με νερό το οποίο θα συμπαρασυρθεί παθητικά, μέσω ώσμωσης[4] για να διατηρηθεί ισορροπία. Κατά συνέπεια τα διουρητικά αυξάνουν τον όγκο των ούρων, μεταβάλλουν το PH τους, και μεταβάλλουν την συγκέντρωση ούρων και αίματος σε ιόντα. Υπάρχουν αρκετές κατηγορίες διουρητικών, στις οποίες παρατηρείται γενικά διαφοροποίηση στον τρόπο δράσης, καθώς και στην ισχύ. Σαν κατηγορίες εντοπίζουμε τα Καλιοσυντηριτικά διουρητικά, τα διουρητικά της Αγκύλης του Henle, τους αναστολείς Καρβονικής Ανυδράσης, τα Ωσμωτικά διουρητικά και τέλος τα Θειαζιδικά διουρητικά.

Θειαζίδες και σχετικοί παράγοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Θειαζίδες είναι από τα πιο ευρέως χρησιμοποιούμενα διουρητικά. Είναι παράγωγα σουλφοναμίδων[5] και η δράση τους εντοπίζεται στο άπω εσπειραμένο σωληνάριο, και χαρακτηρίζονται σαν 'χαμηλής οροφής', καθώς η αύξηση της δόσης τους πάνω από την συνιστώμενη δεν αυξάνει περαιτέρω την διουρητική ικανότητα. Τα θειαζιδικά διουρητικά και τα ανάλογα τους δρουν κυρίως στην περιοχή του φλοιού του ανιόντος σκέλους της αγκύλης του Henle, και στο άπω εσπειραμένο σωληνάριο για να ελαττώσουν την επαναρρόφηση του Νατρίου, πιθανώς με αναστολή ενός συμμεταφορέα Νατρίου-Χλωρίου στην ενδοαύλική μεμβράνη των σωληναρίων. Ως αποτέλεσμα η συγκέντρωση Νατρίου και Χλωρίου αυξάνεται, και αυξάνεται ο όγκος των ούρων και προκαλείται διούρηση. Χρησιμοποιούνται στην Υπέρταση, στην Καρδιακή ανεπάρκεια, στην Υπερασβεστιουρία και στον Άποιο διαβήτη. Σαν παρενέργειες εμφανίζουν υπονατριαιμία[6], υπερουριχαιμία, υποογκαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπεργλυκαιμία και απώλεια Καλίου.

  • Ινδαπαμίδη
  • Μετολαζόνη
  • Υδροχλωροθειαζίδη[7]
  • Χλώροθειαζίδη
  • Χλώροθαλιδόνη

Διουρητικά της αγκύλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασκούν την μέγιστη δράση τους στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle, και είναι η αποτελεσματικότερη κατηγορία όσον αφορά την αποβολή ιόντων Νατρίου και Χλωρίου. Δρουν άμεσα, ακόμα και σε ασθενείς με κακή νεφρική λειτουργία (Νεφρική Ανεπάρκεια), καθώς επίσης και σε αυτούς που δεν ανταποκρίνονται σε άλλη κατηγορία διουρητικών. Σε αντίθεση με τις Θειαζίδες, τα διουρητικά της Αγκύλης αυξάνουν την συγκέντρωση Ασβεστίου στα ούρα. Άλλες δράσεις περιλαμβάνουν την αύξηση της αιματικής ροής στους νεφρούς, πιθανών λόγω ενίσχυσης της σύνθεσης των προσταγλανδινών, και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη που αναστέλλουν τις προσταγλανδίνες ελαττώνουν τη δράση τους. Είναι φάρμακα εκλογής για την ελάττωση του οξέος πνευμονικού οιδήματος, και του οξέος ή χρόνιου οιδήματος λόγω καρδιακής ή νεφρικής ανεπάρκειας. Σαν παρενέργειες εμφανίζουν ωτοτοξικότητα, υπερουριχαιμία, οξεία υποογκαιμία, απώλεια καλίου και υπομαγνησιαιμία.

  • Αιθακρυνικό οξύ
  • Βουμετανίδη
  • Τορσεμίδη
  • Φουροσεμίδη[8]

Καλιοσυντηριτικά Διουρητικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα καλιοσυντηριτικά διουρητικά δρουν στο αθροιστικό σωληνάριο αναστέλλοντας την επαναρρόφηση Νατρίου και την απέκκριση Καλίου. Η κύρια χρήση της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι η θεραπεία της υπέρτασης (συχνά σε συνδυασμό με Θειαζιδικά). Είναι ζωτικής σημασίας η παρακολούθηση των επιπέδων Καλίου του ασθενή που λαμβάνουν τέτοιου είδους θεραπεία, ειδικά σε αυτούς που εμφανίζουν μειωμένη νεφρική λειτουργία. Στα καλιοσυντηριτικά φάρμακα εντοπίζουμε δυο κατηγορίες φαρμάκων με δύο μηχανισμούς δράσης, τους ανταγωνιστές Αλδοστερόνης, και τους αναστολείς των διαύλων Νατρίου. Χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις υπέρτασης, καρδιακής ανεπάρκειας, ανθεκτικής υπέρτασης, ασκίτη καθώς επίσης και σε σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (Σπιρονολακτόνη η οποία αποκλείει τους υποδοχείς ανδρογόνων με αποτέλεσμα να αντισταθμίζει τα επίπεδα τους που εμφανίζονται στην συγκεκριμένη διαταραχή). Στις ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνονται διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος, υπερκαλιαιμία, ναυτία λήθαργος και διανοητική σύγχυση.

  • Αμιλορίδη
  • Επλερενόνη
  • Σπιρονολακτόνη
  • Τριαμτερένη

Αναστολείς καρβονικής ανυδράσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρησιμοποιούνται πιο συχνά για τις άλλες φαρμακολογικές δράσεις που διαθέτουν παρά για την διουρητική δράση τους, επειδή είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματικά από τα Θειαζιδικά διουρητικά, ή τα διουρητικά της Αγκύλης. Η καρβονική ανυδράση καταλύει την αντίδραση του διοξειδίου του άνθρακα[9] και νερού, προς σχηματισμό ανθρακικού οξέος[10], η οποία αυτόματα ιονίζεται προς πρωτόνιο και διττανθρακικό. Αποτέλεμσα η αύξηση του PH των ούρων και ήπια διούρηση. Χρησιμοποιούνται σε γλαύκωμα[11], ασθένεια του βουνού και υπέρταση. Σαν παρενέργειες εμφανίζουν απώλεια καλίου, ήπια μεταβολική οξέωση, νεφρολιθίαση, υπνηλία και παραισθήσεις.

  • Ακεταζολαμίδη[12]

Ωσμωτικά Διουρητικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απλά, υδρόφιλα χημικά μόρια, που διηθούνται μέσα από το σπείραμα, και αυξάνουν σε έναν μικρό βαθμό την διούρηση. Οι συγκεκριμένες ουσίες όταν διηθούνται υφίσταται ελάχιστη η καθόλου επαναρρόφηση με αποτέλεσμα την αύξηση της παραγωγής των ούρων. Αποτέλεσμα η υψηλότερη ωσμωτικότητα του σωληναριακού υγρού που αποτρέπει την συσσώρευση ύδατος. Τα ωσμωτικά διουρητικά χρησιμοποιούνται κυρίως για να αυξήσουν την απέκκριση ύδατος παρά Νατρίου, οπότε δεν είναι χρήσιμα για τις περιπτώσεις όπου υπάρχει κατακράτηση Νατρίου. Χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης[13], οξείας νεφρικής ανεπάρκειας λόγω καταπληξίας και τοξικότητας φαρμάκων. Μακροπρόθεσμα μπορούν να γλυτώσουν ασθενείς από αιμοκάθαρση[14] λόγω της διατήρησης της λειτουργίας των νεφρών.

  • Μαννιτόλη
  • Ουρία[15]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]