Διάσκεψη του Πότσδαμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κλέμεντ Άττλη, ο Αμερικανός πρωθυπουργός Χάρι Τρούμαν, ο Σοβιετικός ηγέτης Ιωσήφ Στάλιν, και πίσω: ο Αμερικανός ναύαρχος Γουίλλιαμ Ντάνιελ Λη (Leahy), ο Βρετανός υπουργός εξωτερικών Έρνεστ Μπέβιν, ο Αμερικανός Τζέιμς Βερνς και ο Σοβιετικός υπουργός εξωτερικών Βιατσεσλάβ Μολότοφ

Η διάσκεψη του Πότσδαμ ήταν η τελευταία διάσκεψη των ηγετών των τριών μεγάλων συμμαχικών δυνάμεων αμέσως μετά την παράδοση άνευ όρων της Ναζιστικής Γερμανίας και τον τερματισμό του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Στη διάσκεψη, που πραγματοποιήθηκε στο Ανάκτορο Σεσίλιενχοφ (Cecilienhof, Ανάκτορο του διαδόχου Βίλχελμ Χοεντζόλλερν) του Πότσδαμ προαστίου του Βερολίνου κατά το χρονικό διάστημα 17 Ιουλίου έως 2 Αυγούστου 1945, συμμετείχαν οι Χάρι Τρούμαν, Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ιωσήφ Στάλιν, ηγέτης της ΕΣΣΔ και Ουίνστον Τσώρτσιλ και Κλέμεντ Άττλη, Πρωθυπουργοί του Ηνωμένου Βασιλείου[1][2]Η καταμέτρηση ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της διάσκεψης και ο Τσώρτσιλ αποχώρησε από τη διάσκεψη στις 25 Ιουλίου 1945.[3]

Το υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Απρίλιο του 1945 ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ απεβίωσε από εγκεφαλική αιμορραγία[4] και αντικαταστάθηκε από τον ως τότε αντιπρόεδρο Χάρι Τρούμαν. Προαναφέρθηκε, επίσης, η αλλαγή ηγεσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στις 8 Μαΐου η Γερμανία υπέγραψε την άνευ όρων παράδοσή της και ήδη είχε προκύψει το θέμα της κατοχής της. Σε επιστολή του Τσώρτσιλ προς τον Τρούμαν, με ημερομηνία 6 Μαΐου 1945, ο Βρετανός ανέφερε ότι "είναι πλέον εμφανές πως δεν είναι δυνατή η συνεννόηση με τον Στάλιν μέσω αλληλογραφίας" και ότι απαιτείται η σύγκληση διάσκεψης, προκειμένου να συζητηθούν τα ζητήματα που προέκυπταν από τις νέες συνθήκες. Ο Τρούμαν απάντησε ότι συμφωνεί και ότι είναι σκόπιμη η σύγκληση διάσκεψης "αν και θα προτιμούσε η αίτηση αυτή θα προτιμούσε να προέρχεται από τον Στάλιν και όχι από κάποιον από αυτούς τους δύο".[5]

Αν και η Γερμανία είχε ηττηθεί, οι ΗΠΑ και η Βρετανία βρίσκονταν ακόμη σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιαπωνία. Στη Γιάλτα είχαν προσπαθήσει να πείσουν τον Στάλιν να συμμετάσχει στη σύρραξη με την Ιαπωνία. Όταν όμως αποφασίστηκε η σύγκληση της διάσκεψης στο Πότσδαμ, είχαν αρχίσει να αμφιβάλλουν κατά πόσον αυτό ήταν επιθυμητό: Ο αντικομμουνιστής Τσώρτσιλ, ιδιαίτερα, εξέφραζε φόβους για ενδεχόμενη αύξηση της Σοβιετικής επιρροής στις χώρες της Άπω Ανατολής. Από την άλλη, ο Στάλιν στη Γιάλτα είχε υποσχεθεί πως θα εμπλεκόταν στη σύγκρουση με την Ιαπωνία τρεις μήνες ύστερα από την ήττα της Γερμανίας. Αρχικά είχε σχεδιαστεί να επιβεβαιωθεί αυτή η διαβεβαίωση στο Πότσδαμ, μεσολάβησε όμως το γεγονός της επιτυχούς δοκιμής της ατομικής βόμβας στο Αλαμογκόρντο (16 Ιουλίου 1945): Οι σύμβουλοι του Τρούμαν τον πίεζαν να τη χρησιμοποιήσει εναντίον της Ιαπωνίας, αποφεύγοντας την άμεση εισβολή στη χώρα. Με τον τρόπο αυτό αποφευγόταν η εμπλοκή ναυτικών και χερσαίων δυνάμεων, με συνέπεια τη μη απώλεια ίσως και δύο εκατομμυρίων Αμερικανών.[6] Η παρέμβαση της ΕΣΣΔ θα ήταν, συνεπώς, άνευ πρακτικής σημασίας.

Όταν ο Τρούμαν ανάγγειλε στον Στάλιν τη δημιουργία του νέου υπερόπλου, αντιμετωπίστηκε μάλλον αδιάφορα από το Σοβιετικό ηγέτη. Δεν είναι γνωστό αν η αδιαφορία αυτή οφείλεται στην άγνοια του Στάλιν σχετικά με την ατομική βόμβα ή αν ήταν ήδη πληροφορημένος γι' αυτήν από τις μυστικές του υπηρεσίες.[4] Ίσως να οφείλεται και στο γεγονός ότι κύριο μέλημα του Στάλιν στη Διάσκεψη ήταν η εξασφάλιση παροχής οικονομικής βοήθειας προς τη χώρα του, καθώς μεγάλο τμήμα της είχε υποστεί ολική καταστροφή: 31.000 εργοστάσια είχαν καταστραφεί, οι καλλιέργειες είχαν καεί ή εγκαταλειφθεί, η κτηνοτροφία αντιμετώπιζε έλλειψη ζώων και τα τρόφιμα διανέμονταν με δελτίο. Οι σύμβουλοί του τον είχαν ενημερώσει ότι ο υποσιτισμός των εργαζομένων είχε ως συνέπεια τη χαμηλή παραγωγικότητα και ο Στάλιν πίστευε ότι ο καλύτερος τρόπος για να αναζωογονήσει τη χώρα του ήταν να λάβει υψηλές πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία.[6] Μέλημά του, επίσης, ήταν η εξασφάλιση της επιθυμητής ζώνης κατοχής της Γερμανίας καθώς και η δημιουργία κρατών - δορυφόρων, ώστε να αποτελούν τα "μαξιλάρια" προστασίας της ΕΣΣΔ από νέα ενδεχόμενη εισβολή. Δήλωσε, μάλιστα, ότι όλα τα εδάφη που είχαν καταληφθεί από τον Κόκκινο Στρατό "θα είναι κόκκινα".[4]

Η αντιμετώπιση του Στάλιν, όμως, από τη συμμαχική πλευρά είχε μεταβληθεί σημαντικά από την εποχή της Διάσκεψης της Γιάλτας: Δεν τον έβλεπαν πλέον με συμπάθεια, αλλά με ολοένα αυξανόμενη δυσπιστία. Ο Τρούμαν ήταν σαφές ότι δεν συμμεριζόταν τα αισθήματα του Ρούζβελτ απέναντι στο Σοβιετικό ηγέτη - ο Τσώρτσιλ είχε ήδη καταστήσει σαφή την αντίθεσή του με τα σχέδια και τις αντιλήψεις του Στάλιν, ιδιαίτερα ύστερα από τη σύγκρουσή τους στη Γιάλτα. Ο Στάλιν ένιωσε "προδομένος" από τους Συμμάχους του και πίστευε - καθόλου αδικαιολόγητα - ότι αυτό οφειλόταν στην απουσία του Ρούζβελτ. Με την ήττα της Γερμανίας καταργήθηκε και ο Νόμος Εκμισθώσεως και Δανεισμού (lend - lease act) και ο Χένρι Ουάλας (Henry Wallace), Αμερικανός υπουργός εμπορίου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, ύστερα από λόγο του, στον οποίο είχε εκφράσει την υποστήριξή του στις Σοβιετικές οικονομικές απαιτήσεις. Αυτό έπεισε τον Στάλιν ότι η εχθρότητα απέναντι στην ΕΣΣΔ από τους δυτικούς, που υπήρχε κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, είχε επανέλθει.[6]

Ωστόσο, ο Ουόλτερ Μόνκτον (Walter Monckton), νομικός σύμβουλος της Βρετανίας κατά τη διάσκεψη, έγραψε αργότερα:

«Ο Στάλιν μιλούσε ήσυχα, κοφτά, και ο νεαρός διερμηνέας του Παβλόφ μετέφραζε αμέσως σε κατανοητά αγγλικά. Κατά τις συζητήσεις ο Στάλιν συχνά έκανε χιούμορ και δεν υπήρξε ποτέ επιθετικός, αντίθετα ήταν άμεσος και εποικοδομητικός. Συχνά τα μάτια του θύμιζαν σχισμές, αλλά όταν μιλούσε κοιτούσε πάντα προς τα επάνω, ενώ σχεδόν συνεχώς ρουφούσε τον καπνό του τσιγάρου του. Τα μαλλιά του ήταν πιο γκρίζα απ' όσο φανταζόμουν.»[6]

Οι αποφάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ολοκληρώθηκε η διάσκεψη, οι τρεις ηγέτες συμφώνησαν στην ανάληψη των πρωτοβουλιών που αναφέρονται πιο κάτω. Τα θέματα που δεν επιλύθηκαν παραπέμφθηκαν για την τελική διάσκεψη ειρήνης που επρόκειτο να συγκληθεί το ταχύτερο δυνατόν.

  • Δημιουργείται Συμβούλιο, υπό την επωνυμία Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου (Allied Control Council, ACC) από τους Υπουργούς εξωτερικών ΗΠΑ, Βρετανίας, ΕΣΣΔ, Κίνας και Γαλλίας, στο οποίο ανατίθενται όλες οι προπαρασκευαστικές εργασίες και στη συνέχεια ο έλεγχος των υπό κατοχή γερμανικών εδαφών. Αυτό θα συνεδριάζει στο Λονδίνο. Άμεσος σκοπός του θα είναι να εξουσιοδοτηθεί για τη σύναψη ειρηνευτικών συνθηκών με την Ιταλία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία και τη Φινλανδία και να προτείνει διευθετήσεις των εδαφικών ζητημάτων που θα προκύψουν μετά τον τερματισμό του Πολέμου. Το Συμβούλιο αυτό θα προετοιμάσει, επίσης, ανάλογη συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία, η οποία θα γίνει αποδεκτή από τη Γερμανική Κυβέρνηση, όταν συσταθεί κυβέρνηση επαρκής για το σκοπό αυτό.
  • Επαναφορά όλων των γερμανικών προσαρτήσεων στην Ευρώπη στις χώρες από τις οποίες είχαν παρθεί, συμπεριλαμβανομένων της Σουδητίας, της Αλσατίας-Λωρραίνης, της Αυστρίας και των δυτικών τμημάτων της Πολωνίας. Το ανατολικό σύνορο της Γερμανίας θα επανέλθει στη γραμμή Όντερ - Νάισσε. Η Ανατολική Πρωσία, η Σιλεσία, η Δυτική Πρωσία και τα δύο τρίτα της Πομερανίας δεν θα περιλαμβάνονται στα γερμανικά εδάφη. (Οι περιοχές αυτές ήταν κυρίως γεωργικές, με εξαίρεση την Άνω Σιλεσία, η οποία αποτελούσε το δεύτερο μεγαλύτερο κέντρο της βαριάς βιομηχανίας του Γ' Ράιχ).
  • Εκδίωξη των γερμανικών πληθυσμών που θα βρίσκονταν πέρα από τα νέα προς ανατολάς σύνορα της Γερμανίας.
  • Συμφωνήθηκε η άσκηση δίωξης κατά των Γερμανών εγκληματιών πολέμου. Αυτή η συμφωνία οδήγησε στη Δίκη της Νυρεμβέργης.
  • Ανακοίνωση μιας δήλωσης σχετικά με τους σκοπούς κατοχής της Γερμανίας από τους Συμμάχους. Ως βασικοί σκοποί καθορίστηκαν η αποναζιστικοποίηση, ο εκδημοκρατισμός, η αποκέντρωση και η κατάργηση των καρτέλ.[7]
  • Ο διαχωρισμός Γερμανίας και Αυστρίας σε τέσσερις ζώνες κατοχής (όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί στη Γιάλτα). Ανάλογος διαχωρισμός θα γίνει και στις πρωτεύουσες αυτών των χωρών, Βερολίνο και Βιέννη.
  • Προκειμένου να εξαλειφθεί το πολεμικό δυναμικό της Γερμανίας, απαγορεύεται η παραγωγή όπλων, πυρομαχικών, όλων των τύπων αεροσκαφών και πλοίων. Η παραγωγή μετάλλων, χημικών, μηχανημάτων και άλλων υλικών απαραίτητων σε μια πολεμική οικονομία, θα ελέγχεται αυστηρά και θα περιορίζεται στις καθορισμένες ανάγκες της χώρας. Τυχόν πλεονάσματα παραγωγής παρόμοιων υλικών θα παραδίδονται στους Συμμάχους ως μέρος των πολεμικών επανορθώσεων και, αν δεν παραδίδονται ή δεν εγκρίνονται από τις αντίστοιχες συμμαχικές κυβερνήσεις θα καταστρέφονται.[7]
  • Κατά την οργάνωση της γερμανικής οικονομίας, η βασική έμφαση θα δοθεί στην ανάπτυξη της γεωργίας και βιομηχανίας ειδών οικιακής χρήσεως. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής η Γερμανία θα τύχει μεταχείρισης ως ενιαία οικονομική οντότητα.
  • Θα ληφθούν τα εξής επείγοντα μέτρα:
    • Η άμεση αποκατάσταση των μεταφορών
    • Η αύξηση της παραγωγής άνθρακα
    • Η μεγιστοποίηση της αγροτικής παραγωγής
    • Η άμεση αποκατάσταση κατοικιών και των απαραίτητων βοηθητικών έργων
  • Η εξασφάλιση ότι το βιοτικό επίπεδο στη Γερμανία δεν θα ξεπεράσει το μέσο ευρωπαϊκό όρο. Οι τύποι και η ποσότητα των βιομηχανιών που θα διαλυθούν για την επίτευξη αυτού του στόχου θα αποφασιστεί αργότερα.
  • Συμφωνήθηκε οι πολεμικές επανορθώσεις της Γερμανίας προς την ΕΣΣΔ να ληφθούν από τη σοβιετική ζώνη κατοχής της χώρας. Συμφωνήθηκε επίσης ότι το 10% της βιομηχανικής παραγωγής από τη δυτική ζώνη κατοχής που δεν θα χρειαζόταν στη γερμανική οικονομία σε καιρό ειρήνης, θα μεταφερόταν στην ΕΣΣΔ μέσα σε δύο χρόνια. Ο Στάλιν πρότεινε, και έγινε αποδεκτό, η Πολωνία να εξαιρεθεί από τη "μοιρασιά" και στο τέλος να της αποδοθεί το 15% από όσα θα λάμβανε η ΕΣΣΔ.

Ο Στάλιν υπήρξε, επίσης, σαφής σχετικά με τις προθέσεις του για τις (σήμερα αποκαλούμενες πρώην ανατολικές) χώρες: Οι κυβερνήσεις Ρουμανίας, Ουγγαρίας και Βουλγαρίας ήταν ήδη υπό τον έλεγχο της ΕΣΣΔ και ο Στάλιν αρνήθηκε στους Συμμάχους την παραμικρή τους ανάμιξη σε θέματα των χωρών αυτών.[2]

Ιαπωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως προαναφέρθηκε, κατά τη διάρκεια της διάσκεψης ΗΠΑ και Βρετανία μάχονταν ακόμη κατά της Ιαπωνίας. Στις 26 Ιουλίου στάλθηκε τελεσίγραφο στην Ιαπωνική Κυβέρνηση από ΗΠΑ, Βρετανία και Κίνα, με το οποίο της ζητήθηκε η άνευ όρων παράδοση, υπό την απειλή αύξησης της έντασης των ήδη έντονων βομβαρδισμών στη χώρα. Στη διάσκεψη περιγράφηκε η τραγική κατάσταση της Ιαπωνίας και οι όροι για τη σύναψη ειρήνης, καθώς και οι προθέσεις των Συμμάχων για το μεταπολεμικό καθεστώς της χώρας. Τα συμπεράσματα της διάσκεψης κατέληγαν σε νέο τελεσίγραφο: "Η Ιαπωνία πρέπει να συμφωνήσει άμεσα σε άνευ όρων παράδοση ή να αντιμετωπίσει την πλήρη καταστροφή της. Δεν θα παρεκκλίνουμε από τους όρους μας. Δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Δεν θα ανεχθούμε καθυστερήσεις."[3] Σε περίπτωση απόρριψής του ο Τρούμαν ήταν αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει εναντίον της Ιαπωνίας την ατομική βόμβα, όπως και έγινε.

Πολωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θα δημιουργηθεί προσωρινή κυβέρνηση εθνικής ενότητας, αναγνωριζόμενη και από τις τρεις δυνάμεις. Αναγνώριση της υπό Σοβιετικό έλεγχο κυβέρνησης από τις δυτικές δυνάμεις θα σηματοδοτούσε το τέλος της αναγνώρισης της υπάρχουσας εν εξορία πολωνικής κυβέρνησης του Λονδίνου.
  • Οι Πολωνοί που υπηρέτησαν στον Βρετανικό Στρατό είναι ελεύθεροι να επιστρέψουν στην Πολωνία, χωρίς όμως καμία εγγύηση ασφάλειας.
  • Το προσωρινό δυτικό σύνορο της χώρας θα είναι η γραμμή Όντερ - Νάισσε, όπως το καθορίζουν οι ποταμοί Όντερ και Νάισσε. Τμήματα της Ανατολικής Πρωσία και η πρώην ελεύθερη ζώνη της πόλης Ντάντσιχ θα τεθούν υπό πολωνική διοίκηση. Εν τούτοις, ο τελικός καθορισμός του δυτικού συνόρου της Πολωνίας θα καθοριστεί με τη συνθήκη ειρήνης.

Επακόλουθα και συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάσκεψη ουσιαστικά καθόρισε τον μεταπολεμικό χάρτη της Ευρώπης. Στη Σοβιετική σφαίρα επιρροής πέρασαν η Πολωνία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Βουλγαρία, η Αλβανία, η Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία και το τμήμα της Γερμανίας που είχε καταληφθεί από την ΕΣΣΔ (πρώην Ανατολική Γερμανία).

Η απόφαση για τη δίωξη των Ναζιστών εγκληματιών πολέμου προκάλεσε τη Δίκη της Νυρεμβέργης και τις συνακόλουθες δίκες (στις οποίες το δικαστήριο απαρτιζόταν αμιγώς από Αμερικανούς).

Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τελικά την ατομική βόμβα, ύστερα από την απόρριψη του τελεσιγράφου που απεστάλη στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια της διάσκεψης. Η ρίψη ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι οδήγησαν στην άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας τον Σεπτέμβριο του 1945.

Ωστόσο, όσα συμφωνήθηκαν στη διάσκεψη δεν τηρήθηκαν. Ο Κόνραντ Αντενάουερ, πρώτος μεταπολεμικός Καγκελάριος της Γερμανίας, γράφει στα Απομνημονεύματα 1945 - 1953:

Η απόφαση της διάσκεψης του Πότσδαμ η Γερμανία να τύχει μεταχείρισης ως ενιαίας οικονομικής οντότητας αποδείχτηκε αδύνατο να εκτελεστεί. Οι νικήτριες δυνάμεις είχαν συνάψει μια συμφωνία που απαιτούσε την ομοθυμία του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου (Allied Control Council) για κάθε απόφαση. Ωστόσο, οι τέσσερις δυνάμεις ποτέ δεν συμφώνησαν επί του προγράμματος που αφορούσε την Γερμανία, με την ΕΣΣΔ ιδιαιτέρως να ακολουθεί τη δική της πολιτική. Αρχικά ακόμη και οι δυτικές δυνάμεις διαφωνούσαν ως προς την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί σχετικά με τη Γερμανία.
Οι τέσσερις ζώνες κατοχής απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από οικονομικής άποψης και το οικονομικό χάος όλο και διευρυνόταν. Η οικονομική δομή της Γερμανίας απαιτούσε ανταλλαγή αγροτικών προϊόντων από την ανατολή και, σε μικρότερο βαθμό, από το νότο της χώρας, με βιομηχανικά προϊόντα από την Κοιλάδα του Ρουρ και άλλες βιομηχανικές ζώνες. Η ανταλλαγή αυτή διακόπηκε με τη διαίρεση της χώρας σε τέσσερις ζώνες. Οι διοικητές κάθε ζώνης ενεργούσαν με βάση κατευθύνσεις που λάμβαναν από τις κυβερνήσεις τους και καθένας ακολουθούσε διαφορετική πολιτική σε κάθε ζώνη. Η τακτική αυτή παρακώλυε μια οικονομία ήδη παράλυτη από τις συνέπειες του πολέμου.[8]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης πραγματοποιήθηκε η καταμέτρηση των ψήφων των εκλογών που διεξήχθησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο το Μάιο του 1945. Επειδή δεν ήταν ακόμη γνωστό ποιος θα ήταν Πρωθυπουργός, παρέστησαν αρχικά και οι δύο άνδρες.
  2. 2,0 2,1 Encyclopedia Britannica
  3. 3,0 3,1 US Navy History site
  4. 4,0 4,1 4,2 Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  5. Ψηφιακή βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν: United States Department of State / Foreign relations of the United States: diplomatic papers: the Conference of Berlin (the Potsdam Conference), 1945 (1945)
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 Spartacus SchoolNet
  7. 7,0 7,1 Πανεπιστήμιο Γέιλ, Avalon project
  8. Konrad Adenauer, Memoirs 1945 - 53 στο Spartacus SchoolNet
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα