Δημήτριος Ίτσιος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δημήτριος Ίτσιος
ITSIOS-DIMITRIOS.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση5  Απριλίου 1906
Άνω Πορόια Σερρών
Θάνατος5  Απριλίου 1941
Ελλάδα ή Μπέλλες ή Σέρρες
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταστρατιωτικός
Στρατιωτική σταδιοδρομία
Βαθμός/στρατόςλοχίας/πεζικό
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΒραβεύσειςΠολεμικός Σταυρός Β' Τάξεως
Επιλοχίας

Ο Δημήτριος Ίτσιος (Άνω Πορόια Σερρών, 5 Απριλίου 1906Όρος Κερκίνη, Σέρρες, 6 Απριλίου 1941) ήταν Έλληνας βλάχικης καταγωγής[1], έφεδρος υπαξιωματικός του Ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Διοικούσε διμοιρία πολυβόλων, που αποτελούνταν από τα Π7 και Π8 πολυβολεία και προκάλεσε μεγάλες απώλειες στον εχθρό, φέροντας τον βαθμό του Λοχία, ωστόσο μετά θάνατον του αποδόθηκε τιμητικά από την Ελληνική πολιτεία αυτός του Επιλοχία.

Γερμανική επίθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ίτσιος είχε διαταχθεί να καλύψει με το πολυβολείο του Π8[2] (στο οποίο βρίσκονταν ακόμη 5 στρατιώτες) στην περιοχή Ομορφοπλαγιά του όρους Μπέλλες κοντά στα Άνω Πορρόια Σερρών, την υποχώρηση ελληνικών τμημάτων και όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν να αποχωρήσει και ο ίδιος με τους άνδρες του. Παρά τις εντολές που είχε να διασωθεί, ο Ίτσιος θέλησε να αγωνιστεί μέχρις εσχάτων, διατάσσοντας τους άνδρες του να διαφύγουν. Τελικά δυο από αυτούς, ο συγχωριανός του Ιωάννης Κοζάρτσης και ο Ευάγγελος Παπαβασιλείου από την Κέλλη Φλώρινας, παρέμειναν κοντά του. Παρά το σφοδρό κανονιοβολισμό και το βομβαρδισμό από αέρος που δεχόταν, το πολυβολείο άντεξε, προκαλώντας στους Γερμανούς μεγάλη φθορά και σοβαρή καθυστέρηση στα σχέδια του διοικητή της 6ης Ορεινής Μεραρχίας Φέρντιναντ Σέρνερ, γι' άμεση προώθηση προς την Ροδόπολη και από εκεί δυτικά προς τη Θεσσαλονίκη.

Ο θάνατός του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο διοικητής του II/91ου ΤΠ που έδρασε στο δυτικό Μπέλλες την πρώτη μέρα της γερμανικής επίθεσης (6/4/1941) Τχης Στυλλιανός Καλλονάς,  και διοικητής του Ίτσιου, αναφέρει στην Έκθεση Πολεμικής Δράσης του : «Τα Πολυβολεία Π7 και Π8 αμύνονται μέχρι εξαντλήσεως των πυρομαχικών των. Το Π8 μάλιστα αμύνεται μέχρι της 16 ώρας και ο διμοιρίτης τούτων εφ. Λοχίας Ίτσιος Δημήτριος φονεύεται υπό των εξοργισμένου Τχη των αντιπάλων, ως αιχμάλωτος πλέον».   Ο θάνατος του Ίτσιου, όντας αιχμάλωτος των Γερμανών, αποτελεί και την επίσημη θέση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού.[3]

Το 1945  ο συγγραφέας Χρήστος Ζαλοκώστας, χρησιμοποίησε την πληροφορία για τον θάνατο του Ίτσιου από την αναφορά του Καλλονά, για να τη συμπεριλάβει στο έργο του «Ρούπελ».  Έχοντας τη φιλοδοξία να μεταφερθεί το βιβλίο του στον κινηματογράφο, ο Ζαλοκώστας διασπάθισε το συμβάν με υπερβολές (εξάντληση 33.000 φυσιγγίων, ανατίναξη σκεπής πολυβολείου, διάλογος Ίτσιου με Γερμανό αξιωματικό, δέσιμο Ίτσιου σε δέντρο κ.α.), μπλέκοντας το πραγματικό γεγονός με τη μυθοπλασία.  Παρά τις επαφές του αργότερα με τον Ελληνοαμερικάνο Σπύρο Σκούρα, πρόεδρο της γνωστής εταιρείας παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών 20th Century Fox, η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε

Μετά το 2014, και σε ηλικία 95 ετών,  ο συμπολεμιστής και συγχωριανός του Ίτσιου  Ιωάννης Κοζάρτσης, παρουσίασε μία διαφορετική εκδοχή για το θάνατο του, υποστηρίζοντας πως  φονεύθηκε όταν εξόρμησε από το Π8 με μια αραβίδα [4]

«Ο Παπαβασιλείου πήρε τη θέση του και πάλι. Οι Γερμανοί όλο και πλησίαζαν χωρίς, μερικούς, να τους δούμε γιατί το πολυβολείο μας δεν είχε θυρίδα στα πλάγια ή πίσω. Έτσι πλησίασε κάποιος από πίσω-Έλληνας ήταν, Γερμανός ήταν δεν ξέρω- και μιλώντας Ελληνικά μας είπε : «Παιδιά παραδοθείτε, οι Γερμανοί δεν θα σας κάνουν τίποτε. Παραδοθείτε. Κατέβηκαν στον κάμπο και πάνε για τη Σαλονίκη». Ο Ίτσιος δεν ήθελε να το πιστέψει και αρπάζοντας την αραβίδα μου χύμηξε έξω ουρλιάζοντας, γεμάτος από πατριωτισμό και πάθος. Οι Γερμανοί ήταν πάνω και γύρω από το πολυβολείο. «Μπάγκ…». Ανοίγω περισσότερο την πόρτα και τον βλέπω πεσμένο μπρούμυτα. Το κράνος του έπεσε κάτω. Τον χτύπησαν στο κεφάλι. Βγαίνω έξω με τα χέρια ψηλά και πάω κοντά του. Ήταν γεμάτος αίματα. Τον γύρισα να «βλέπει» ουρανό- είναι κρίμα να βλέπει χώμα ο νεκρός- σκούπισα τα αίματα και τον σκέπασα με την χλαίνη του»'

Η νέα εκδοχή ωστόσο του Κοζάρτση, έρχεται σ' αντίθεση με όσα ο ίδιος φέρεται να δήλωσε το μεσημέρι της 6/4/1941 στον Τχη Καλλονά για το θάνατο του Ίτσιου, αλλά και όσα ο αδελφός του Ιωάννης Κοζάρτσης εξιστόρησε το 1989 στο βιβλίο του δικηγόρου Πέτρου Πέννα (1902-1994) [5] , που επίσης ήταν συγχωριανός του Ίτσιου και του Κοζάρτση, "Άνω Πορόια Σερρών. Το διαμάντι του Μπέλες».[6]

Το 2019 μιλώντας ο Κοζάρτσης στην εφημερίδα «Μακεδονία» [7] , εξιστόρησε τα γεγονότα σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Καλλονάς στην Έκθεσή του 1941 και αποτελεί επίσημη θέση της ΔΙΣ. Oι φωτογραφίες που φέρονται να εικονίζουν νεκρό τον ήρωα λοχία έξω από το Π8 στην Ομορφοπλαγιά, δημοσιοποιήθηκαν το 2008 από τον ιστορικό Κωνσταντίνο Λαγό και τον ερευνητή Πλάτωνα Περαρή [8]

Η τύχη των οστών του και φόρος τιμής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρκετό καιρό αργότερα (1946), η σύζυγος του Δημήτριου Ίτσιου, Άννα, κατάφερε να ανασύρει τα οστά του άνδρα της και να τα μεταφέρει για ενταφιασμό στο χωριό τους, τα Άνω Πορρόια. Μεταθανάτια, στον Δημήτριο Ίτσιο αποδόθηκε ο βαθμός του Επιλοχία, καθώς και το Αργυρό Αριστείο Ανδρείας. Μετά από χρόνια, στήθηκε στην Ομορφοπλαγιά, κοντά στο Π8, αναμνηστική στήλη και το στρατόπεδο που υπάρχει στο χώρο της θυσίας του, πήρε την ονομασία «Στρατόπεδο Ίτσιου».

Παραπομπή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]