Γλουταμίνη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γλουταμίνη
L-Glutamin - L-Glutamine.svg
L-Glutamine-zwitterion-3D-balls.png
Γενικά
Άλλες ονομασίες 2-αμινο-4-καρβαμοϋλοβουτανοϊκό οξύ
Χημικά αναγνωριστικά
Χημικός τύπος C5H10N2O3
Μοριακή μάζα 146,14 amu
Συντομογραφίες Gln, Q
Φυσικές ιδιότητες
Σημείο τήξης 185–186 °C (αποσυντίθεται)
Διαλυτότητα
στο νερό
26 g/l (18 °C)
Εμφάνιση άχρωμο και άοσμο στερεό
Χημικές ιδιότητες
pKa pKCOOH: 2,18 (25 °C), pKNH2: 9,00 (25 °C)[1]
pI 5,65
Η κατάσταση αναφοράς είναι η πρότυπη κατάσταση (25°C, 1 Atm)
εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά

Η γλουταμίνη (σύντμηση Gln ή Q) είναι ένα α-αμινοξύ με συντακτικό τύπο NH2C(O)CH2CH2CH(NH2)COOH. Είναι πρωτεϊνικό αμινοξύ που κωδικοποιείται στο DNA με τα κωδικόνια CAA και CAG. Η πλευρική της αλυσίδα καταλήγει σε μια ομάδα καρβοξαμιδίου (ή αλλιώς καρβοξυλαμιδίου), που σχηματίζεται με αντικατάσταση του υδροξυλίου του γλουταμινικού οξέος από μια αμινομάδα (-NH2). Από χημικής άποψης κατατάσσεται στα πολικά αμινοξέα λόγω της πλευρικής της αλυσίδας. Δεν θεωρείται διατροφικώς απαραίτητο αμινοξύ.

Δομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γλουταμίνη απαντάται σε δύο οπτικά ισομερή, την L-γλουταμίνη (ή S-γλουταμίνη) και το εναντιομερές D-γλουταμίνη (ή R-γλουταμίνη). Από τα δύο χειρόμορφα μόρια μόνο η L-γλουταμίνη βρίσκεται στις πρωτεΐνες.

L-γλουταμίνη   D-γλουταμίνη
L-γλουταμίνη (αριστερά) και D-γλουταμίνη (δεξιά)

Διατροφικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τροφές με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε γλουταμίνη είναι τα κρέατα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, αλλά και τα όσπρια, η σόγια και το σιτάρι. Όλες αυτές οι τροφές περιέχουν L-γλουταμίνη ως συστατικό των πρωτεϊνών τους και όχι σε ελεύθερη μορφή.

Βιολογικός ρόλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γλουταμίνη συμμετέχει σε πολλές βιοχημικές διαδικασίες. Ως ένα από τα πρωτεϊνογενετικά αμινοξέα συμμετέχει στην πρωτεϊνοσύνθεση. Χρησιμεύει ως δότης αζώτου σε πολλές αναβολικές διεργασίες που οδηγούν στον σχηματισμό αζωτούχων ενώσεων, όπως για παράδειγμα στη σύνθεση πουρινών. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον οργανισμό ως μεταφορέας αμμωνίας στο αίμα, αλλά και ως πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας από τα κύτταρα, μαζί με τη γλυκόζη. Επίσης διαδραματίζει ρυθμιστικό ρόλο στη λειτουργία των νεφρών.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. CRC Handbook of Chemistry and Physics, Ed. D.R. Lide, 85th Ed., CRC Press, Boca Raton, FL, 2005.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • J. M. Berg, L. Stryer, J. L. Tymoczko, Βιοχημεία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005.