Γκαρσία Ραμίρεθ (επίσκοπος)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Γκαρσία Ραμίρεθ (επίσκοπος)
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1043
Θάνατος17  Ιουλίου 1086
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Αραγωνίας
ΘρησκείαΡωμαιοκαθολική Εκκλησία
Καθολικισμός
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητακαθολικός ιερέας
Οικογένεια
ΓονείςΡαμίρο Α´ της Αραγωνίας και Ερμεσίντα του Μπιγκόρ
ΑδέλφιαΣάντσο Ραμίρεθ της Αραγωνίας
Σάντσα της Αραγωνίας, κόμισσα του Ουρζέλ
Σάντσο Ραμίρεθ, κόμης της Ριβαγόρθα
Ουρράκα της Αραγωνίας
Teresa of Aragon
Γκαρσία Ραμίρεθ (επίσκοπος)
ΟικογένειαΟίκος των Χιμένεθ
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαBishop of Pamplona (από 1078)
Bishop of Sasabe (από 1076)

Ο Γκαρσία Ραμίρεθ, ισπαν.: García Ramírez (απεβ. στις 17 Ιουλίου 1086) ήταν Αραγονέζος ιεράρχης και πρίγκιπας (infante). Υπηρέτησε ως επίσκοπος της Χάκα (Jaca), της μοναδικής τότε επισκοπής στην Αραγονία, από το 1076 μέχρι το τέλος του. Υπηρέτησε προσωρινά ως επίσκοπος της Παμπλόνας, της κύριας επισκοπής της γειτονικής Ναβάρρας, από το 1078 έως το 1082. Ήταν νεότερος γιος του βασιλιά Ραμίρο Α΄ της Αραγονίας και της βασίλισσας Eρμεσίνδας και ως εκ τούτου αδελφός του βασιλιά Σάντσο Ραμίρεθ. Είχε καλές σχέσεις με τον βασιλιά Αλφόνσο ΣΤ' του Λεόν και τον πάπα Γρηγόριο Ζ', οι οποίοι πήραν το μέρος του, όταν ενεπλάκη σε διαμάχη με τον αδελφό του.

Εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις στη Χάκα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκαρσία ήταν αναλφάβητος και η ανάληψη του επισκοπικού αξιώματος είχε να κάνει περισσότερο με την υψηλή πολιτική, παρά με τη θρησκεία.  Η επισκοπή της Αραγονίας ήταν είχε πλανόδια έδρα, με τη de facto έδρα της στο μοναστήρι του Σαν Αδριάν δε Σασάβε, πριν από την εκλογή του Γκαρσία. Το 1074 ο επίσκοπος Σάντσο ταξίδεψε στη Ρώμη για να ζητήσει παπική άδεια για να συνταξιοδοτηθεί, επικαλούμενος σωματική αναπηρία. Δεδομένου ότι είχε αναλάβει προσωπικά το μακρύ ταξίδι στη Ρώμη, το πιθανότερο είναι ότι η απομάκρυνσή του ζητήθηκε από τον βασιλιά για πολιτικούς λόγους. Τον Οκτώβριο του 1076, ο Γκαρσία ήταν επίσκοπος με έδρα τη Χάκα, η οποία ήταν η κύρια έδρα των ηγεμόνων της Αραγονίας για αιώνες. Μέσα σε ένα έτος, ένας νέος καθεδρικός ναός σε ρομανικό στυλ ήταν υπό κατασκευή. [1]

Ο Γκαρθία εργάστηκε με τον αδελφό του, βασιλιά Σάντσο, για να μειώσει την επιρροή του κοσμικού κλήρου. Για τον σκοπό αυτό, εισήγαγε τον αυγουστινιανό κανόνα στον σύλλογο του νέου καθεδρικού ναού, και μαζί με αυτήν τη ρωμαϊκή ιεροτελεστία. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις, αν και αποσκοπούσαν απλώς στην αύξηση της σχετικής εξουσίας του επισκόπου και του βασιλιά, συνέκλιναν με τις ευρύτερες Γρηγοριανές μεταρρυθμίσεις, που προωθούσε ο πάπας. [2] [3]

Έρχεται σε ρήξη με τον Σάντσο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με μία αφήγηση των αρχών του 12ου αι. στα αρχεία του καθεδρικού ναού της Ουέσκα, κάποια στιγμή στις αρχές της δεκαετίας του 1080 ο Γκαρσία και ο αδελφός του είχαν τσακωθεί. Ο Σάντσo μεταβίβασε μερικές εκκλησίες της επισκοπής Χάκα στην επισκοπή της Ρόδα υπό τον επίσκοπο Ραϋμόνδ Δαλμάτιους. Τότε ο Γκαρσία κατηγορήθηκε ότι προσπάθησε να προδώσει το κάστρο του Αλκέθαρ στα χέρια του βασιλιά του Λεόν. Μετά από δύο ή τρία χρόνια, ενώ ο Αλφόνσο πολιορκούσε τη Σαραγόσα το καλοκαίρι του 1086, ο Γκαρσία του παραπονέθηκε για την κακομεταχείρισή του από τον Σάντσο. Ο Αλφόνσο υποσχέθηκε να δώσει στον Γκαρσία την αρχιεπισκοπή του Τολέδο με ένα κληροδότημα ικανό να υποστηρίξει χίλιους ιππότες. Αυτή η όψιμη αναφορά περιέχει πιθανώς έναν πυρήνα αλήθειας, αλλά οι λεπτομέρειές της δεν είναι αξιόπιστες. [α] Ο ιστορικός Ραμόν Μενέντεθ Πιδάλ πίστευε ότι ο Γκαρθία, ο Σάντσo και ο Aλφόνσo συμφιλιώθηκαν στην πολιορκία της Θαραγόθα. [4]

Σε μία επιστολή προς τον Γρηγόριο Ζ΄, ο Γκαρσία κατασκεύασε την ιστορία τού πατέρα του, που υπέβαλε το βασίλειό του στον παπισμό και υποσχόταν έναν ετήσιο φόρο υποτέλειας. Στην πραγματικότητα, ο αδελφός τού Σάντσο ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Αραγονίας, που έκανε αυτή τη συμφωνία με τον παπισμό. Ο λόγος για τη συκοφαντία του Γκαρσία -που υπονοούσε ότι ο αδελφός του δεν είχε τηρήσει την υποχρέωση του Ραμίρο- είναι άγνωστος, αλλά ο Γρηγόριος Ζ΄ το αντιμετώπισε ως γεγονός. Ο Γκαρσία έδωσε την ίδια ιστορία στον Αλφόνσο ΣΤ' του Λεόν το 1086. [5]

Έλεγχος της Παμπλόνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχετικά με τον σύντομο έλεγχο της Παμπλόνα από τον Γκαρσία, της πρωτεύουσας του βασιλείου της Ναβάρρας, ο ιστορικός Χοσέ Γκόνι Γκαθταμβίδε γράφει, «η έδρα της Παμπλόνα δεν είχε πέσει ποτέ τόσο χαμηλά». [2] Το 1076 ο Σάντσο διαδέχθηκε τον Σάντσο Δ΄ στη Ναβάρρα, μετά το τέλος τού εξαδέλφου του, βασιλιά Σάντσο Δ'. Το 1078 απεβίωσε ο Bλάσκο Β΄ επίσκοπος της Παμπλόνας και ηγούμενος της Λέιρε. Ο Σάντσο τοποθέτησε τον αδελφό του ως επίσκοπο και ηγούμενο. Τα έγγραφα επιβεβαιώνουν ότι ο Γκαρσία ήταν ηγούμενος του Λέιρε το 1079–80, ο τελευταίος επίσκοπος της Παμπλόνας που κατείχε αυτό το αξίωμα την ίδια εποχή. [6] Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Γκαρσία κινήθηκε για να εισαγάγει τη Γρηγοριανή μεταρρύθμιση στην Παμπλόνα, αλλά μπορεί να εισήγαγε τη ρωμαϊκή ιεροτελεστία. [3] Μέχρι το 1082, κατά τη διάρκεια της διαμάχης του με τον Σάντσo, ο βασιλιάς έδωσε τη διοίκηση της επισκοπής και τα έσοδά της στην αδελφή τους, Σάντσα, σύζυγο του Eρμενγόλ Γ΄ κόμη του Ουρχέλ. Τη διαχειρίστηκε μέχρι την εκλογή νέου επισκόπου (Πέδρο δε Ρόδα) το 1083. [7] Ο Γκαρσία αντικαταστάθηκε στο Λέιρε από τον ηγούμενο Ραϋμόνδ. [6]

Πρόγονοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
8. Γκαρθία Σάντσεθ Β΄ της Παμπλόνα
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
4. Σάντσο Γκαρθές Γ΄ της Παμπλόνα
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
9. Χιμένα Φερνάντεθ
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
2. Ραμίρο Α΄ της Αραγωνίας
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
5. Σάντσα του Άιβαρ
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
1. Γκαρσία Ραμίρεθ
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
6. Βερνάρδος Ρογήρος του Μπιγόρ
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
3. Ερμεσίνδα του Μπιγκόρ
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
7. Γκαρσένδε του Μπιγόρ
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Alquézar, for example, would not have been of any strategic interest to Alfonso; an offer of Toledo would have made no sense after 15 February 1086, by which time an archbishop, Bernard of Palencia, had already been elected; and the 1,000 knights is a clear exaggeration.

Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]